Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Editors


Οι Editors, στα 11 χρόνια της ζωής τους και 8 δισκογραφίας έχουν αποδείξει ότι ήρθαν για να μείνουν στο μουσικό στερέωμα. Με το τέταρτο άλμπουμ τους, The Weight of Your Love, με τα πρώτα του δείγματα δείχνουν ότι θέλουν να γράψουν και ιστορία. Αλλά ας μάθουμε και την δική τους ιστορία. 
Όλα ξεκίνησα δύο χρόνια πριν την δημιουργία τους, το 2000. Οι Tom Smith, Chris Urbanowicz, Geraint Owen και Russell Leetch ήταν όλοι σπουδαστές της Music Technology στο  Staffordshire University. Με το καιρό κατάλαβα τα κοινά μουσικά τους γούστα και βλέποντας πως δεν πρόκειται να κάνουν καριέρα σαν στον τομέα της Μουσικής Τεχνολογίας, καθώς το βρήκαν πολύ ξενέρωτο, αποφάσισαν να φτιάξουν μπάντα. Οι πρώτες τους εμφανίσεις ήταν στις γύρω πόλεις  Wolverhampton, Birmingham και Stafford, σαν Pilot. Το όνομα αυτό το πήραν από μια ερώτηση του  Stafford , "Who's the Pilot?". Όταν διαπίστωσαν ότι υπήρχε ήδη μια μπάντα με αυτό το όνομα, από την δεκαετία του '70, αποφάσισαν να αλλάξουν σε The Pride. Με αυτό το όνομα κυκλοφόρησαν σαν  promo δυο τραγούδια, τα Come Share The View and Forest Fire. 

Λίγο αργότερα ο Ed Lay αντικαθιστά τον  Geraint Owen στα ντραμς. Σαν  Snowfield αρχίζουν πιο συχνές εμφανίσεις και κυκλοφορούν το πρώτο τους  demo EP, με έξι τραγούδια, τα οποία αργότερα θα μπουν και στα άλμπουμ τους. Ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και το 2003 μετακομίζουν στο  Birmingham, όπου τα μέλη τους εργάζονται ευκαιριακά, κάνοντας τακτικές εμφανίσει γύρω από τα  Midlands. Γρήγορα μαθαίνονται και γίνονται δημοφιλείς, αν και το όνομά τους εκκρεμεί ακόμα, μιας και δεν ήθελα να τους μπερδεύουν με τους Snow Patrol και είχε αρκετές μπάντες με το πρόθεμα Snow. Σήμερα υπάρχει μια μπάντα που κάνει covers των κομματιών τους με το όνομα Snowfield. 
Το 2004 υπογράφουν στο Newcastle με την  Kitchenware Records, δισκογραφική που ειδικεύεται στην indie rock και επιτέλους, καταλήγουν σε ένα όνομα, το  Editors. Αρχές του 2005 το πρώτο τους σινγκλ "Bullets" είναι γεγονός. Αν και κυκλοφορεί μόνο σε 1000 κόπιες, έχει μεγάλη ανταπόκριση στα ραδιόφωνα και ο μουσικός παραγωγός Zane Lowe, το ανακηρύσσει Single of the Week. Οι κόπιες αυτές πουλιούνται σήμερα στο e-bay προς 30 λίρες η μία. Τον Απρίλιο κυκλοφορεί και το Munich και τους δίνει το πρώτο  Top 25 hit. Το καλοκαίρι έρχεται με ένα συμβόλαιο με την  Sony BMG και τρίτο σινγκλ το Blood, που σκαρφαλώνει στο Νο 18 του UK Singles Chart. Τον Ιούλιο το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφορεί. Το  The Back Room αποσπά πολύ θετικές κριτικές και οι πωλήσεις του επίσης δεν είναι άσχημες. 
Το 2007 κυκλοφορούν το  An End Has a Start, το οποίο πηγαίνει κατευθείαν στο Νο 1 του  UK album charts. Το πρώτο τους single,  το "Smokers Outside the Hospital Doors", ανεβαίνει στο νούμερο 7.  Παίζουν στο  Glastonbury Festival και ξεκινάνε παγκόσμια περιοδεία. Μέσα στους δύο πρώτους μήνες του 2008 βραβεύονται στην Αμερική και στον Καναδά σαν καλύτερο βρετανικό γκρουπ. Το 2009 με In This Light and on This Evening, εξερευνούν πιο ηλεκτρονικούς μουσικούς δρόμους. Με το πρώτο τους σινγκλ, το "Papillon" κατακτούν για πρώτη φορά την κορυφή. 
Μη θέλοντας να επαναλάβουν το ίδιο μουσικό πείραμα, δημιουργούν συνθέσεις πιο κιθαριστικές. Αυτό φέρνει διαφωνία του Chris Urbanowicz με την υπόλοιπη μπάντα, μιας που επόμενη στον πιο ηλεκτρονικό ήχο. Αποτέλεσμά ήταν η αποχώρησή του και δημιουργία αρκετών νομικών προβλημάτων στο γκρουπ. Αναγκαστικά μετακομίζουν στην PIAS Records, αλλά το θετικό είναι η προσχώρηση στην μπάντα του Justin Lockey, ενός ικανότατου μουσικού. Τα πρώτα δείγματα του The Weight of Your Love δείχνουν έναν πιο alternative rock ήχο, με συνθέσεις που φιλοδοξούν να ξαναφέρουν στην κορυφή. 
Jacek Maniakowski

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Kingdom Come


Η περίπτωση των Kingdom Come είναι κάπως ιδιαίτερη στην ροκ μουσική σκηνή. Στα τέλη της δεκαετίας του '80, η σκληρή μουσική γνώρισε μεγάλη άνθηση και τα νέα γκρουπ ξεφύτρωναν σαν λουλούδια στην Κοιλάδα του Θανάτου, μετά από την πρώτη βροχή στα 20 χρόνια ξηρασίας. Ουσιαστικά υπήρχε "κιθαριστική" ξηρασία, μιας και το ψευτο-δόγμα "όχι κιθάρες" των αρχών της δεκαετίας αυτής βρήκε αρκετή ανταπόκριση και στο κοινό και στις μπάντες. Έτσι η δίψα των ακροατών για κιθαριστικά riff, αλλά και κενό που δημιουργήθηκε για νέα σχήματα στον  ροκ ήχο, δημιούργησε μια μουσική καταιγίδα. Πολλές μπάντες έσπευσαν να πάρουν μια καλή θέση, αντλώντας την έμπνευση της από τις αρχές της δεκαετία του '70. Αλλά οι Kingdom Come δεν άντλησαν απλά έμπνευση......
Το πρώτο τους σινγκλ "Get It On", ήταν μουσική βόμβα στα δρώμενα της τότε μουσικής σκηνής, όχι λόγω πρωτοτυπίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο, λόγω ομοιότητας. Η Γερμανό-Αμερικάνικη μπάντα, που δημιουργήθηκε από τον γεννημένο στο Αμβούργο  Lenny Wolf. Στο πρώτο line-up συμμετείχαν και οι κιθαρίστες Danny Stag και  Louisvillians Rick Steier, ο ντράμερ James Kottak και στο μπάσο και τα πλήκτρα ο Johnny B. Frank. Η μπάντα δημιουργήθηκε μια χρονιά πριν την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου άλμπουμ τους, του 1988. 
Αυτό που εντυπωσίασε, πέρα από τη χαίτη του τραγουδιστή, που παρέπεμπε σε δευτεροκλασάτες σταρ του σινεμά της ίδιας δεκαετίας, ήταν η ομοιότητα της φωνής του με αυτήν του Robert Plant. Πέρα της ικανότητάς της, η χροιά της πλησίαζε όσο καμιά άλλη αυτή του τραγουδιστή των Led Zeppelin. Αλλά και συνθέσεις τους ήταν σαν συνέχεια της Αγγλικής μπάντας, που διαλύθηκε καμιά δεκαετία πριν. Παρ' όλες τις διαμαρτυρίες για "ιεροσυλία", το πρώτο άλμπουμ έγινε γρήγορα πλατινένιο και το σινγκλ φιγουράριζε για αρκετές εβδομάδες στη κορυφή των πιο δημοφιλών τραγουδιών στα αμερικάνικα ραδιόφωνα. Το δεύτερο σινγκλ, μια μπαλάντα, "What Love Can Be", τους έδωσε το εισιτήριο για να ανοίξουν το αμερικάνικο Monsters of Rock tour του 1988, συνοδεύοντας τους Dokken, Scorpions, Metallica and Van Halen.
Στην συνέχεια συνοδεύουν τους Scorpions, στην Αμερικάνικη περιοδεία τους την "Savage Amusement" και παράλληλα κυκλοφορούν και το δεύτερό τους άλμπουμ, το In Your Face. Το άλμπουμ δεν φτάνει την επιτυχία του πρώτου, αλλά πάλι κάνει αξιόλογες πωλήσεις. Ένα χρόνο μετά από το μεγάλο μπαμ, τον  Αύγουστο του 1989, απλά διαλύονται για προσωπικούς λόγους.
Ο  Jimmy Page είπε γι αυτούς, ότι είναι τιμητικό κάποια μπάντα να θέλει να σε φτάσει, αλλά οι περίπτωση των Kingdom Come είναι μια ενοχλητική αντιγραφή. Ο  Gary Moore τους αποκάλεσε "Led Clones" στο ομώνυμο τραγούδι του με φωνητικά του Ozzy. Και οι στίχοι φυσικά, αφορούν τους Kingdom Come. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι δεν άκουγαν ποτέ Zeppelin και οι επιρροές τους ήταν The Beatles και AC/DC, κυρίως με τον Bon Scott.  
Το 1994 ο  Lenny Wolf, ξαναφτιάχνει την μπάντα από την αρχή, στην πατρίδα του το Αμβούργο. Από τότε συνεχίζουν να έχουν τακτική δισκογραφία, με τον frontman τους να αλλάζει τους μουσικούς σαν τις κάλτσες τους. Συνολικά έχουν 14 άλμπουμ με πιο πρόσφατο το Outlier, το 2013
Jacek Maniakowski

Radiohead - Creep


Το "Creep"  των  Radiohead, είναι άλλο ένα τραγούδι, που περισσότερο έφτιαξε την μπάντα, παρά το έφτιαξε η μπάντα. Ήταν η πρώτη μουσική "σκασιά" του συγκροτήματος, πρώτα σαν σινγκλ και έπειτα μπήκε στο ντεμπούτο τους άλμπουμ,  Pablo Honey του 1993, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του σινγκλ. Φυσικά και αυτό πέρασε τις περιπέτειες του, μαζί με την μπάντα, πριν την απογειώσει και την βγάλει από την αφάνεια.

Κατά τον μπασίστα της μπάντας, Colin Greenwood, το τραγούδι το έγραψε ο Thom Yorke, όταν σπούδαζε στο  Exeter University. Ο κιθαρίστας τους, Jonny Greenwood συμπληρώνει, ότι το εμπνεύστηκε από μια κοπέλα που ακολούθησε μετά μια ζωντανή εμφάνιση της μπάντας ο τραγουδιστής. Οι περιπέτειες της σύνθεσης, που χρεώνεται σε όλη την μπάντα, ξεκίνησαν όταν πήγαν να το ηχογραφήσουν για πρώτη φορά, το 1992, με παραγωγούς τους Sean Slade και Paul Q. Kolderie. Ο Yorke, για να δώσει έμφαση στην σύνθεσή του, του έδωσε τον χαρακτηρισμό Scott Walker, ένα pop είδωλο της δεκαετίας του '60, της μπάντας. Οι παραγωγοί κατάλαβαν πως πρόκειται για cover ή διασκευή, γεγονός που πυροδότησε μια ένταση στην μπάντα.

Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες να ηχογραφηθεί το τραγούδι, οι δύο παραγωγοί είδα ότι το ηθικό της μπάντας είχε πέσει στα Τάρταρα. Για να το ανυψώσουν, τους είπαν να το ξαναπαίξουν πάλι από την αρχή. Μόλις, χαλάρωσαν το ηχογράφησαν "με την μία" και όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα στο στούντιο. Μόλις λύθηκε η παρεξήγηση , σχετικά με τι αυθεντικότητά του, οι παραγωγοί πήραν κατευθείαν τηλέφωνο στην ΕΜΙ, για να το προτείνουν για νέο σινγκλ. 
Οι περιπέτειες του τραγουδιού δεν τελείωσαν όμως. Οι ομοιότητες του με το "The Air That I Breathe" των  The Hollies από την χρονιά 1973, είναι αρκετές. Οι δημιουργοί του, Albert Hammond και Mike Hazlewood, μόλις το  "Creep"   γνώρισε επιτυχία, έκαναν μήνυση στους Radiohead, με αποτέλεσμα να αναγράφονται και αυτοί σαν συνδημιουργοί του τραγουδιού. Η μουσική του, πέρασε και αυτή από παραλείψεις και λάθη, για να πάρει την τελική μορφή που είναι γνωστή. 
Το λυρικό μέρος αναφέρεται σε κάποιον ευαίσθητο νέο που προσπαθεί να βρει την θέση στο ερωτικό παιχνίδι των δύο φύλλων, χωρίς να χάσει την σεξουαλική του ταυτότητα. Ουσιαστικά είναι τα βιώματα του ίδιου του Thom Yorke, που δεν ήθελε να αναγνωρίζεται σαν μέλος ροκ μπάντας, αλλά σαν άνθρωπος με ευαισθησία προς το αντίθετο φύλλο. Ο Jonny Greenwood το θεωρεί χαρούμενο τραγούδι, μιας ο ήρωας αναγνωρίζει ποιος είναι. Ο στίχος "So fucking special" το δηλώνει. Στην Αμερική όμως αυτή η δήλωση αναγκάστηκε να γίνει  "So very special", για να μην ξεφύγουν από τον κανόνα της υποκρισίας τα ραδιόφωνα της.
Το τραγούδι γνώρισε πολλά Covers, με τα πιο ενδιαφέροντα να είναι των  Korn και  Carrie Manolakos. 

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Suzanne Vega - Luka


Η Suzanne Vega, έγινε παγκοσμίως γνωστή στα μέσα της δεκαετίας του '80, χάρη στις folk-jazz μπαλάντες της. Η τραγουδοποιός με την ζεστή φωνή και με στίχο που ασχολείται με τα καθημερινά προβλήματα ανθρώπων γοήτευσε το μουσικόφιλο κοινό πολύ εύκολα. Το πιο γνωστό της τραγούδι ήταν και είναι το "Luka" και μ αυτό θα ασχοληθούμε . Έτσι, όπως λέει η ίδια, στην σουηδική τηλεόραση, αρκετά χρόνια πριν δημιουργήσει αυτό το μουσικό κομμάτι, συνήθιζε να βλέπει μια ομάδα παιδιών να παίζει μπροστά από το κτήριο που έμενε. Ένα από τα παιδιά φαινόταν λίγο διαφορετικό από τα υπόλοιπα και ονομαζόταν Luka. "Πάντα θυμάμαι το πρόσωπό το, πάντα θυμάμαι το όνομά του και δεν ήξερα και πολλά γι αυτόν" ομολογεί, "φαινόταν διαφορετικός από τα άλλα παιδιά, όπως το έβλεπα να παίζει" και συνεχίζει " στο δικό μου τραγούδι ο Luka, είναι ένα κακοποιημένο αγόρι, αλλά στην πραγματικότητα δε νομίζω να ήταν έτσι, απλά ήταν διαφορετικός" . Όμως η Suzanne Vega, έχει κι άλλη πολύ μεγάλη συμβολή στην μουσική... αλλά αυτό θα το πούμε σε μια άλλη ιστορία... προς παρόν απολαύστε την μελωδία του "Luka" . 
Jacek Maniakowski

Vavel


Ένα από μεγαλύτερα προβλήματα, αλλά ουσιαστικά πληγή για την ελληνικά heavy metal- hard rock σκηνή ήταν το ποδόσφαιρο. Όχι το ίδιο καθ' αυτό αλλά το οπαδιλίκι γύρω από αυτό. Η μουσική αυτή, τη μόνη στέγη που έβρισκε, εκτός από άθλιους συναυλιακούς χώρους, ήταν και στέκια οπαδών. Οι παλιοί σίγουρα θυμούνται ότι, ή κάθοδος των Θεσσολονικέων για κάποια συναυλία έμοιαζε περισσότερο με εκστρατεία και πάντα οι "μάχες" ήταν με πρόσχημα της ομάδες. Και στην Θεσσαλονίκη η κάθε συναυλία ξεκινούσε ξεκινούσε με συνθήματα ενάντια στις αθηναϊκές ομάδες. Ο κύκλος βίας δεν τελείωνε μόνο με οπαδιλίκια, αλλά με την περιθωριοποίηση από τους μπάτσους, που πάντα έβρισκαν αφορμή να ξεκινήσουν κάποια συμπλοκή. Με λίγα λόγια στο σκοτεινό, ούτως ή άλλως, υποσυνείδητο της πάντα προβατοποιημένης πλειοψηφίας, κυριάρχησε μια οπτική περιθωρίου και αναίτιας βίας συνυφασμένης με την heavy metal και hard rock μουσική. Αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τους πραγματικούς φαν του είδους. Ο χρόνος το απέδειξε και οι οπαδοί ομάδων μείναν οπαδοί... άλλων συμφερόντων, αλλά με άλλα μουσικά γούστα και οι πραγματικοί φαν της μουσικής συνεχίζουν .... την "κιθάρα τους".
Αυτός ο μεγάλος πρόλογος δεν έχει καμία σχέση με τους Vavel, στους οποίους θα αναφερθώ σήμερα, αλλά με τα πιο βαθύτερα αίτια της χαμηλής αναγνώρισης αυτής της μουσικής στην Ελλάδα. Οι Vavel ανήκουν και αυτοί στους ήρωες, αλλά και πρωτοπόρους εκείνης της εποχής.Το 1986 κυκλοφορούν το παρθενικό τους άλμπουμ με τον ομώνυμο τίτλο. Αν και θύμα και αυτοί της κακής παραγωγής, εύκολα μπορείς να διακρίνεις τον πρωτοποριακό ήχο. Καθαρό power metal, αλλά με προσθήκη πλήκτρων, χρωματίζοντας έτσι τις σκληρές συνθέσεις τους με μελωδία. Οι Θεσσαλινικείς Παύλος Γαβριηλίδης: Φωνή, Δημήτρης Ανδριτσούδης: Κιθάρα, Άκης Σμαδόπουλος: Πλήκτρα, Κάρπος: Μπάσο και Κώστας Κυριακίδης: Τύμπανα, κυκλοφορούν και δυο χρόνια αργότερα το δευτερο τους άλμπουμ, το “The second death”. Η παραγωγή βελτιώνεται, αλλά το άλμπουμ μένει στην αφάνεια. Θα ξανακυκλοφορήσει το 2002 σε 3000 αντίτυπα. Οι συνθέσεις και στα δύο άλμπουμ είναι κλασικές και ακούγονται άνετα ακόμα και σήμερα. Ο πρώτος δίσκος είναι πολύ σπάνιος και πόθος πολλών συλλεκτών μιας και κυκλοφόρησε μόνο σε 500 αντίτυπα.
Σε μια πολύ σπάνια συνέντευξη ο Παύλος Γαβριλίδης στο Metal Ultimacy περιγράφει τη πορεία τους. Ξεκίνησαν το 1984 σαν μια αρκετά πολυπληθείς μπάντα με 2 κιθαρίστες ,μπάσο ,τύμπανα ,πλήκτρα για το είδος. " Η πρώτη μας εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια ενός διήμερου φεστιβάλ στην πλαζ της Καλαμαριάς όπου είχαν συγκεντρωθεί όλα τα γκρουπ της πόλης. Οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν πολύ θετικές " αναφέρει στην συνέντευξη του. Έκαναν προσπάθειες να διώξουν το απαδιλίκι "Η λύση αυτή δόθηκε γιατί δεν μπορούσαν να μας αντιμετωπίζουν σαν οπαδούς μιας ομάδας. Δεν υπήρχε λόγος ,αφού η μουσική ήταν αυτή που μας ένωνε γιατί να τσακωνόμαστε?. Όλοι τα ίδια περνούσαμε . Κάναμε συναυλίες τακτικά με τους Thanatos Inc , Rust ,Vice Human και άλλους. Είχαμε συμφωνήσει να έρχονται εκείνοι με δικά τους έξοδα στην Θεσσαλονίκη και εμείς με δικά μας στην Αθήνα. Εκείνοι θα ήταν το πρώτο όνομα στην Αθήνα και εμείς το πρώτο στην Θεσσαλονίκη" συνεχίζει. Στα τέλη του 19991 έκαναν την ύστατη προσπάθεια για ένα καλό συμβόλαιο : "Καταφέραμε και ήρθαμε σε επαφή με τον τότε μάνατζερ των Scorpions,Uli Dietrich,και με την εταιρεία Roadrunner αλλά δυστυχώς μας ζήτησε να μείνουμε στο εξωτερικό μόνιμα κάτι το οποίο ήταν πολύ δύσκολο. Για να γίνει αυτό έπρεπε να έχουμε χρήματα και χρόνο, εμείς όμως είχαμε άφθονο από το δεύτερο, καθόλου όμως από το πρώτο…" Για να μην μακρηγορήσω προτείνω να διαβάσετε όλη την συνέντευξη εδώ ( http://krassus.blogspot.gr/2009/02/vavel.html)

Η τελευταία μέχρι σήμερα φορά που παίξανε μαζί ήταν στο Parathina Lost στην Καλαμαριά το 2000-01. 
Jacek Maniakowski

The Animals - The House of the Rising Sun


Το The House of the Rising Sun το φέρνουμε στο νου μας από τους The Animals και ουσιαστικά με την δικιά τους εκτέλεση έγινε και πιο μεγάλη επιτυχία. Το τραγούδι όμως προέρχεται από την μουσική παράδοση του αμερικάνικου νότου και τραγουδήθηκε με πολλά ονόματα: "House of the Risin' Sun", "The Rising Sun Blues", "House in New Orleans", "In New Orleans". Αν και πολύ δημοφιλής, η προέλευση αυτής μπαλάντας δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με τον John Lomax το τραγούδι ήταν ήδη γνωστό στην Ν. Ορλεάνη σε τζαζίστες μουσικούς πριν τον Α' Π. Πόλεμο. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του τραγουδιού ξεκινάνε το 1928, αν και λίγη σχέση έχουν με την γνωστή μας εκτέλεση. Το πιπεράτο της ιστορίας είναι το θέμα του τραγουδιού. Το The House of the Rising Sun δεν είναι τίποτε άλλο από "σπίτι της χαράς", κοινώς μπουρδέλο.Την εποχή εκείνη συνηθιζόταν έτσι να ονομάζονται. Οι στίχοι μιλάνε για μια κοπέλα που χαράμισε τη ζωή της σε "σπίτι απολαύσεων", αλλά προσαρμόστηκαν στον κάθε εκτελεστή του τραγουδιού. Στην ροκ σκηνή το κομμάτι μπαίνει με την εκτέλεση από τον Bob Dylan, το 1961. ΟΙ Animals το ηχογραφούν το 18 Μαϊού του 1964. Η εκτέλεση του τραγουδιού εντυπωσίασε τόσο τον Bob Dylan, που όταν ήρθε στη Αγγλία ζήτησε να δει τους Animals. Θα ήταν περιττό να αναφέρω από ποιους τραγουδήθηκε....σχεδόν απ όλους. 



Aerosmith - Dream On

Η τύχη είναι μια έννοια της οποίας ο βασικός σκοπός είναι να εξηγήσει, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, ακατανόητα γεγονότα, χωρίς να ρίξεις ούτε μια νοητική ματιά στην αλυσίδα της αιτίας και του αιτιατού. Ίσως, στο πολύ βάθος των γεγονότων, να υπάρχει μια κάποια τυχαιότητα, η οποία όμως δημιουργεί μια φρακταλική αλυσίδα, όπου κάθε κρίκος ως αιτία συναντά τον επόμενο ως αποτέλεσμα, και αυτός με τη σειρά του γίνεται νέα αιτία. Έτσι εξαφανίζεται κάθε έννοια αρχικής τυχαιότητας, την οποία κανείς δεν μπορεί να διακρίνει. Αλλά ένα όνειρο, ως προσδοκία, μπορεί άραγε να αποτελέσει μια τέτοια τυχαιότητα ή είναι κι αυτό απλώς άλλο ένα αιτιατό;


Οι περιπτώσεις όπου ένα τραγούδι μοιάζει να ψάχνει να ενσαρκωθεί δεν είναι λίγες. Μερικές φορές νομίζει κανείς πως μια μελωδία απλώς αναζητά ένα σώμα‑ξενιστή για να κατοικήσει, σαν να είναι μια άυλη οντότητα με δική της βούληση. Μια τέτοια περίπτωση είναι το "Dream On" των Aerosmith, η πρώτη μεγάλη επιτυχία της μπάντας και ουσιαστικά το τραγούδι που την έβγαλε από την αφάνεια, κάνοντας το όνειρό της πραγματικότητα, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος.
Το "Dream On", σύνθεση του Steven Tyler, «ενεργοποίησε» το όνειρο της μπάντας τον Ιούνιο του 1973, όταν κυκλοφόρησε ως single από το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους. Η πρώτη του επαφή με το κοινό, όμως, δεν ήταν ενθαρρυντική. Παίχτηκε ως instrumental, χωρίς λόγια, στο άνοιγμα μιας εμφάνισης των Sha Na Na στο Suffolk Downs, γύρω στο 1971–72. Ήταν τότε το μοναδικό μουσικό κομμάτι που είχε το γκρουπ, ένα μακροσκελές κιθαριστικό τζαμάρισμα, και ο «ενθουσιασμός» του κοινού εκφράστηκε με ρίψη αντικειμένων προς τη σκηνή.
Η μελωδία, ωστόσο, έχει βαθύτερες ρίζες στον χρόνο. Ο Tyler έχει πει ότι το τραγούδι είναι ενθύμηση των παιδικών του χρόνων: ο πατέρας του, καθηγητής στο Juilliard, έπαιζε κλασική μουσική στο πιάνο, ενώ ο τριών ετών Steven καθόταν από κάτω και άκουγε. «Από εκεί πήρα τα Dream On chords», έχει δηλώσει. Στιχουργικά, το τραγούδι αναφέρεται στην επιθυμία του ανθρώπου να γίνει «κάποιος». Ο Tyler απαντούσε στις επικρίσεις ότι οι Aerosmith μιμούνται τους Stones λέγοντας πως το τραγούδι γράφτηκε όταν ήταν 16–17 χρονών, σαν ένα μικρό σονέτο στο πιάνο, χωρίς να φαντάζεται ότι θα γίνει τραγούδι.
Υπάρχουν όμως και πιο «σκοτεινές» ιστορίες: ότι οι στίχοι προέρχονται από ντέμο μιας άγνωστης μπάντας από το South Jersey, της οποίας τα όργανα —και υποτίθεται οι κασέτες— αγόρασαν οι Aerosmith όταν εκείνη διαλύθηκε. Ο Tyler ισχυρίζεται ότι δούλευε τη μελωδία 5–6 χρόνια και ότι το τραγούδι ολοκληρώθηκε μόλις αγόρασαν το πρώτο τους αρμόνιο… μια σύμπτωση που αφήνει χώρο για μύθους. Ακόμη πιο παράξενη είναι η ιστορία ότι βρήκαν μια τσάντα με χρήματα έξω από το σπίτι τους, με τα οποία αγόρασαν τα όργανα. Μια αφήγηση που μοιάζει περισσότερο με αστικό θρύλο παρά με πραγματικότητα.
Το τραγούδι τελικά έσωσε τους Aerosmith από πιθανή απομάκρυνση από την Columbia Records, η οποία τότε είχε στραμμένη την προσοχή της στον Bruce Springsteen. Με την επιτυχία του "Dream On", η εταιρεία άρχισε να επενδύει και στη δική τους προώθηση. Στην αρχή ο Joe Perry δεν το χώνευε, θεωρώντας το «γλυκανάλατο», αλλά αργότερα το εκτίμησε.
Η πιο εντυπωσιακή διασκευή του τραγουδιού θεωρείται εκείνη των Ronnie James Dio και Yngwie Malmsteen, στο Aerosmith Tribute: Not The Same Old Song & Dance (1999). Το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε και από τον Eminem στο "Sing for the Moment" (2002), με sample από τα φωνητικά του Tyler, ενώ ο Perry παίζει κιθάρα.
Σήμερα, το "Dream On" θεωρείται κλασικό κομμάτι της αμερικανικής rock ιστορίας, έχει μπει στη Grammy Hall of Fame και έχει ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο streams στο Spotify. Ένα τραγούδι που ξεκίνησε ως παιδική μνήμη κάτω από ένα πιάνο και κατέληξε να γίνει ύμνος επιμονής, φιλοδοξίας και ονείρου.