Πάντα το άγνωστο προκαλεί φόβο, ως συνέπεια μετέπειτα ο φόβος ταυτίζεται με κάτι διαβολικό, κυρίως στον δυτικό κόσμο εξαιτίας των δυαδικών θρησκειών. Άρα, ο διάβολος κάθε αφήγησης, είτε αυτή είναι λογοτεχνική είτε αυτή είναι θρησκευτική, είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να κατανοήσει ο μέσος άνθρωπος. Με την εμφάνιση της ροκ μουσικής, η οποία δεν δίστασε να ιντριγκάρει, όχι μόνο με τη μουσική, αλλά ακόμα και με τη θεματολογία των στίχων. Ο στόχος δεν ήταν τόσο να περάσουν την πληροφορία ή τη γνώση ακόμα μέσα από τους στίχους, αλλά απλά να ιντριγκάρει σαν κάποιο παιχνιδιάρικο πνεύμα της αναζήτησης ίσως ακόμα και τις σοφίας. Μέσα από αυτό όμως, κατάφερε να δημιουργήσει ένα μίτο είχε τη δυνατότητα να οδηγήσει έναν απλό ακροατή σε μια πιο ευρεία αναζήτηση, ίσως και μια μικρή οδύσσεια, όπου η γνώση μπορεί να είναι η Ιθάκη του ομηρικού έπους.
Σε μερικές περιπτώσεις, αυτή η συμπάθεια προς τον διάβολο δεν είναι παρά ο πόθος προς την αναζήτηση της γνώσης και σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αριστούργημα της λογοτεχνίας. Το "Sympathy for the Devil" είναι μια σύνθεση των Mick Jagger και Keith Richards. Ήταν το πρώτο κομμάτι του άλμπουμ τους από το άλμπουμ Beggars Banquet του 1968. Το τραγούδι ξεκίνησε το ταξείδι του σαν "The Devil Is My Name". Μουσικά το κομμάτι είναι ένας ακόμα πειραματισμός των δυο δημιουργών. Ο Bill Wyman και Keith Richards κάνουν τα πίσω φωνητικά, τα "WOO WOOS" και ο πρώτος παίζει congas και maracas, που προστίθενται για πρώτη φορά στις συνθέσεις του γκρουπ. Και με την παρότρυνση του κιθαρίστα, να επιταχύνουν το τέμπο, από folk σε σάμπα, το γίνεται πιο εξωτικό. Η ηχογράφηση έγινε τον Ιούνιο του 1968, σε μια περίοδο που ο Brian Jones —ο οποίος παίζει το χαρακτηριστικό acoustic guitar στην εισαγωγή— ήταν ήδη βαθιά βυθισμένος στα ναρκωτικά και απομακρυσμένος από το συγκρότημα, γεγονός που έδινε στις συνεδρίες μια σχεδόν αποχαιρετιστήρια ατμόσφαιρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στα Olympic Studios του Λονδίνου, με τον παραγωγό Jimmy Miller να στέκεται πίσω από την κονσόλα.Αλλά το ενδιαφέρον του δεν είναι μόνο μουσικό, αλλά και στιχουργικό. Οι δυο δημιουργοί, αφού μοιράζονταν την σκηνή και την Marianne Faithfull, αποφάσισαν να μοιραστούν και βιβλία. Ο Jagger, επηρεάστηκε από τον σκοτεινό Baudelaire, αλλά και το καταπληκτικό μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ, "Μαιτρ και η Μαργαρίτα". Το βιβλίο αυτό περιγράφει την επίσκεψη του Διαβόλου στην άθεη και κομμουνιστική Μόσχα, την εποχή του μεσοπολέμου, μαζί με κάποιους δαίμονες του. Τα κάνει όλα π...ανα, γεμίζοντας τα τρελάδικα και αναδεικνύοντας την απληστία, αλλά και την υποκρισία, φαινόμενα διαχρονικά που δεν γνωρίζουν και σύνορα. Οι μόνοι που αντιστέκονται στην μαγεία του Διαβόλου είναι ο, αυτονομαζόμενος, μαιτρ μεσήλικας συγγραφέας και η σύζυγος ενός υψηλόβαθμου στελέχους του ΣΚΚ, ερωτευμένη με τον μαιτρ, Μαργαρίτα. Ο Jagger, ενθουσιάστηκε τόσο με το μυθιστόρημα που ήθελε να γράψει αυτό το τραγούδι, προκαλώντας όχι μόνο πλέον με τους σεξιστικούς του στίχους. Το τραγούδι μιλάει από τη σκοπιά του ίδιου του Διαβόλου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ήταν «εκεί» σε κάθε μεγάλη ιστορική στιγμή: στη σταύρωση του Χριστού, στη Ρωσική Επανάσταση, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η αφηγηματική τεχνική, δηλαδή ο αφηγητής να είναι ο ίδιος ο «κακός», ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για την εποχή και έκανε το κομμάτι να μοιάζει περισσότερο με λογοτεχνικό πείραμα παρά με τραγούδι. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι στίχοι γράφτηκαν σχετικά γρήγορα (σε περίπου 20 λεπτά σύμφωνα με τον Jagger), αλλά η επεξεργασία και η τελειοποίηση των στίχων πήρε περισσότερο χρόνο, με αρκετές εκδοχές και αλλαγές να έχουν καταγραφεί στα demos.
Το τραγούδι το διασκεύασαν μεταξύ άλλων και οι Guns N'
Roses, για το σάουντρακ της ταινίας "Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα" το
1994. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν κυκλοφόρησε το 1968, αρκετοί ραδιοφωνικοί
σταθμοί αρνήθηκαν να το παίξουν εξαιτίας των στίχων, ενώ λίγο αργότερα, στο
καταστροφικό φεστιβάλ του Altamont τον Δεκέμβριο του 1969, όπου ένας θεατής
σκοτώθηκε μπροστά στη σκηνή, το τραγούδι ακούστηκε ζωντανά λίγο πριν ξεσπάσει η
βία, δίνοντάς του μια σκοτεινή, σχεδόν προφητική διάσταση που δεν είχε κανείς
προβλέψει. Το γεγονός αυτό συνέβαλε σημαντικά στο να θεωρηθεί το κομμάτι
«καταραμένο» για αρκετά χρόνια, ενώ οι Rolling Stones αποφάσισαν να μην το
παίζουν ζωντανά για αρκετό καιρό μετά το τραγικό συμβάν. Αξίζει επίσης να
σημειωθεί ότι η αρχική εκτέλεση διαρκούσε σχεδόν 7 λεπτά, αλλά για την
κυκλοφορία ως single μειώθηκε στα περίπου 3 λεπτά για ραδιοφωνική αναπαραγωγή.
Επιπλέον, μια άλλη διασκευή έγινε από τους The Who το 1973 για το album
"Odds & Sods", αλλά και από τη Beach Boys για την επιτυχία του
1969.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου