Η
πολιτική για τον Πλάτωνα θεωρείται η κορυφαία επιστήμη και ίσως να μην έχει και
πολύ άδικο στα λεγόμενά του, αν τα πράγματα θα ήταν ιδανικά. Αλλά και οι
άνθρωποι να είχαν και την ωριμότητα, που ούτε καν φανταστικοί χαρακτήρες
λογοτεχνημάτων δεν έχουν. Η τέχνη της διαχείρισης της πόλης, με την ευρεία
έννοια του όρου, μοιάζει εδώ χιλιετηρίδες περισσότερο με οργανωμένο έγκλημα
τύπου μαφίας ή γιακούζα ή οποιασδήποτε τέτοιου είδους οργάνωσης. Η τέχνη ή
επιστήμη συγκεντρώνει πολλές ευθύνες, αλλά η πλειονότητα το μεταφράζει σε εξουσίες,
με τον κάθε ηγέτη να παίρνει την θέση του θεού επί της Γης, αντί να καταλάβει
ότι δεν είναι παρά ένας ταπεινός διαχειριστής. Η ιδανική εφαρμογή της πολιτικής
είναι μάλλον θέμα για βιβλία με ουτοπική ή ευτοπική θεματολογία. Όμως η τέχνη
με διακριτικό τρόπο, προσπαθεί να ελέγξει την εξουσία και το μεγαλύτερό της
όπλο είναι η σάτιρα. Η δύναμή της πολύ εύστοχα την παρουσιάζει και ο Ουμπέρτο
Έκο στο «Όνομα του Ρόδου»
Στην
μουσική τα παραδείγματα γελοιοποίησης των εχόντων εξουσία δεν είναι λίγα. Αν
και τέτοιες προσπάθειες εύκολα λογοκρινόταν και με συνοπτικές διαδικασίες, η
θαρραλέα, πολλές φορές φτάνοντας και το θράσος, επιμονή των μουσικών είχε
μέγιστα αποτελέσματα. Ειδικά αν η επιτυχία του τραγουδιού ήταν τέτοια, που
σκαρφάλωνε στην κορυφή των charts.
Οι Frankie Goes to Hollywood ήταν ορισμός του μη πολιτικά ορθού συγκροτήματος. Αλλά
το δικό τους κατόρθωμα μόνο κάποιοι άλλοι μουσικοί από την πόλη του Liverpool
κατάφεραν να φτάσουν. Και αυτό 20 χρόνια πριν την κυκλοφορία του δεύτερου του
σινγκλ "Two Tribes", το 1984. Ήταν το δεύτερο από τα τρία πρώτα της
μπάντας που ανέβηκε στο Νο 1 της Μ. Βρετανίας, πριν καν κυκλοφορήσουν το πρώτο
τους ολοκληρωμένο άλμπουμ. Η δημιουργία των Peter Gill, Holly Johnson
και Mark O'Toole μπήκε στο άλμπουμ τους,
το Welcome to the Pleasuredome του 1984.
Το
τραγούδι γράφτηκε δύο χρόνια νωρίτερα, από την κυκλοφορία του άλμπουμ, όταν
ακόμα ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στα φόρτε του και οι προσκείμενοι στην μια πλευρά μποϊκόταραν τις εκδηλώσεις
που γινόταν στο έδαφος της άλλης, με την κορύφωση να είναι οι δύο Ολυμπιάδες
στην Μόσχα το 1980 και στο Λος Άντζελες
τέσσερα χρόνια αργότερα. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε του Βρετανικό συγκρότημα
να βάλει τους δύο ηγέτες των υπερδυνάμεων σε ένα … ρινγκ. Στην πραγματικότητα η
κύρια έμπνευση για το τραγούδι υπήρχε μια ρήση του τότε Προέδρου των Η.Π.Α.
Ronald Reagan, στην οποία αναφερόταν στην επιστροφή του Χριστού μετά από έναν
πυρηνικό πόλεμο. Αλλά η βασική τους μουσική έμπνευση προέρχεται από την
προπαγανδιστική ταινία, Βρετανικής παραγωγής, την Protect and Survive, που
αναφέρεται στην προστασία από πυρηνικό πόλεμο, αλλά και την αναγνώριση του
δήθεν εχθρού. Ουσιαστικά έχουν πάρει κομμάτια από την ταινία και με το
κατάλληλο μιξάρισμα και συνοδεία σφυροκοπήματος του μπάσου, δημιουργήθηκε το
κυρίως θέμα.
Η
πρώτη εκδοχή του τραγουδιού ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1982 για το
ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC, τον John
Peel. Όπως αναφέρει ο Holly Johnson, ήθελαν να συνδυάσουν την Αμερικάνικη funk
μαζί με στοιχεία ρώσικης παραδοσιακής μουσικής. Αν και εποχή που κυκλοφόρησε το
τραγούδι, ο κόσμος ήταν σχεδόν χωρισμένος σε δυο στρατόπεδα, το αμερικάνικο και
το σοβιετικό, ουσιαστικά αναφέρεται σε οποιεσδήποτε δυο αντιμαχόμενες
παρατάξεις «cowboys and Indians ή Captain Kirk and Klingons», όπως λέει σαν
παράδειγμα ο ίδιος. Ωστόσο ο στίχος: "On the air America/I modelled shirts by Van Heusen"
έχει αφαιρεθεί από το τραγούδι, λόγω της σαφής αναφοράς στον τότε Αμερικανό
πρόεδρο και πρώην πρωταγωνιστή ταινιών γουέστερν. Η σαφήνεια της φράσης
οφείλεται στο γεγονός, ότι ήταν και ο πρωταγωνιστής στην διαφημιστική καμπάνια
της εταιρίας το 1953.
Η
παραγωγή του τραγουδιού έγινε από τον Trevor
Horn στα Sarm West Studios του Λονδίνου, με μηχανικό ήχου τον Steve Lipson. Η
παραγωγή θεωρείται ορόσημο της πρώιμης ψηφιακής εποχής καθώς χρησιμοποιήθηκε
εκτενώς το Fairlight CMI για sampling, συνθεσάιζερ και επεξεργασία φωνής. Τα
μέλη των Art of Noise (JJ Jeczalik, Anne Dudley) συνέβαλαν στον προγραμματισμό
και στο sampling, δίνοντας στο κομμάτι τον χαρακτηριστικό «μηχανικό» αλλά
ταυτόχρονα οργανικό ήχο. Ο ρυθμός, που ουσιαστικά ακούγεται σαν σφυροκόπημα που
θα ζήλευαν οι πιο καταξιωμένοι metal μπασίστες, δεν είναι απλό μπάσο, αλλά επεξεργασμένο kick drum + synth
bass, με layering που δημιουργεί αίσθηση industrial ήχου, πριν αυτός ενταχθεί
ως μουσικό είδος, μαζί με την αίσθηση μιας κλιμακούμενης απειλής.
Το
τραγούδι που παρέμεινε στο Νο 1 του Βρετανικού τσαρτ για 9 εβδομάδες και
θεωρείται το πιο επιτυχημένο σινγκλ μεταξύ 1978 και 1991, πήρε τον τίτλο του
από την ταινία Mad Max 2. Και συγκεκριμένα από την φράση «when two great warrior tribes go to war». Στο
ξεκίνημά του μιλάει ο ηθοποιός Patrick Allen, διαβάζοντας στην πραγματικότητα
από ένα φυλλάδιο της Βρετανικής Κυβέρνησης για την πολιτική προστασία. Η φωνή
ήταν από τις πιο γνωστές τηλεοπτικές φωνές της τηλεόρασης της χώρας. Το
βιντεοκλίπ του τραγουδιού συνέβαλε επίσης στην επιτυχία του. Σκηνοθετημένο από
τους Godley & Creme, απεικονίζει μια μάχη ελεύθερης πάλης ανάμεσα σε Ronald
Reagan και τον Konstantin Chernenko. Αλλά και από το βίντεο κόπηκαν κάποιες
σκηνές λόγω … βίαιου χαρακτήρα τους, όπως η σκηνή όπου ο αμερικανός πρόεδρος
δαγκώνει το αυτί του ομότιμου του σοβιετικού.
Προφανώς
η σκηνοθεσία των χρησιμοποιούσες σωσίες και όχι τους πραγματικούς ηγέτες, ίσως
μπορεί ο καθένας να κάνει μία τέτοια απεικόνιση στο μυαλό του, για ευνόητους
λόγους και προφανώς κανένας από τους 2 ηγέτες δεν δέχονταν κάτι τέτοιο. Παρόλα
αυτά η ομοιότητα ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που προκάλεσε και διπλωματική ενόχληση
και αρκετές συζητήσεις στον τύπο. Η σκηνή του δαγκώματος στο αυτί, που κόπηκε
από το μουσικό κανάλι MTV,
αλλά κυκλοφόρησε τελικά σε VHS
singles και σε ειδικές εκδόσεις του άλμπουμ. Υπήρξαν και εναλλακτικές εκδοχές
του βίντεο με άλλους πολιτικούς (Thatcher, Gorbachev, ακόμη και ο Πάπας Ιωάννης
Παύλος Β' σε ορισμένα bootlegs), ενισχύοντας το μήνυμα ότι η σύγκρουση είναι
διαχρονική και όχι γεωπολιτικά συγκεκριμένη.
Πολλές
παραλλαγές του τραγουδιού δημιουργήθηκαν, κάποιες από τις οποίες συνοδευόταν
και από διαφορετικό βιντεοκλίπ, αλλά πάντα με την ίδια θεματολογία και με
πολλούς πολιτικούς ηγέτες να παρελαύνουν από αυτά. Το σιγκλ πούλησε πάνω από 2
εκατομμύρια αντίτυπα και αυτό οφείλεται και στην δισκογραφική εταιρία ZTT, που
το κυκλοφόρησε και στην επιθετική της καμπάνια για την προώθηση του. Οι τρεις
εκδοχές του είναι : - «Annihilation» (12"): πιο επιθετική, με επιπλέον
samples, spoken word αποσπάσματα και extended instrumental breaks.
-
«Carnage» (12"): εστιάζει στην παρανοϊκή κλιμάκωση της σύγκρουσης, με
ασύμμετρα ρυθμικά μοτίβα και χαοτική ενορχήστρωση.
-
«Peace» (7"/radio edit): κλείνει με αισιόδοξο outro και φωνή του ηθοποιού
Chris Barrie (γνωστού impersonator του Reagan), που διαβάζει ένα φανταστικό
ανακοινωθέν ειρήνης.
Αυτή
η στρατηγική δεν ήταν απλώς εμπορική. Κάθε εκδοχή αντιπροσώπευε μια διαφορετική
οπτική της διπολικής λογικής, δηλαδή την καταστροφή, την παρανοϊκή κλιμάκωση
και τέλος την ειρήνη. Η πολλαπλή κυκλοφορία σε διαφορετικά formats (7",
12", picture disc, cassette single) ήταν καινοτόμα για την εποχή και
εκτόξευσε τις πωλήσεις.
Αν
και το τραγούδι ανέμενε μεγάλη λογοκρισία, προφανώς θέλοντας να ωφεληθεί από
αυτό εμπορικά, μέσα από το Forbidden fruit effect. Όμως, παρά την αρχική
επιφύλαξη του BBC,
εξαιτίας του πολιτικού περιεχομένου τραγουδιού και της πρόσφατης διαμάχης που
είχε με το τραγούδι τους «Relax»,
δεν λογοκρίθηκε επίσημα. Αλλά αντίθετα μπήκε
σε heavy rotation μετά από μαζικά αιτήματα ακροατών και κριτική υποστήριξη από
ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Η
αφαίρεση του στίχου για τα πουκάμισα Van Heusen έγινε μόνο στην radio edit,
αλλά διατηρήθηκε σε ορισμένες 12" εκδοχές και στο άλμπουμ. Η «απειλή»
λογοκρισίας, παράδοξα, λειτούργησε ως μηχανισμός προώθησης, ενώ η επιθετική
καμπάνια της ZTT (αφίσες, T-shirts, περιορισμένες εκδόσεις, copywriting του
Paul Morley) το μετέτρεψε σε ένα είδος πολιτισμικού φαινόμενου πριν καν μπει
στα charts.
Το
τραγούδι κατάφερε να αφήσει και ένα πολιτισμικό καθώς και πολιτιστικό πρόσημο.
Παρόλο που γράφτηκε στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, δεν είχε μόνο ένα χαρακτήρα
που δήλωνε αντίθεση στα πυρηνικά προγράμματα των δύο ηγετικών χωρών, Αλλά ήταν
και μία σάτιρα για την διπολική λογική που κυβερνούσε τον κόσμο και πάντα ως
στόχο την κάθε δικαστική ιδεολογία. Ειδικά σε χώρες όπου υπάρχει μεγάλη
χειραγώγηση της πλειοψηφίας, το διπόλικό αυτό μοντέλο χρησιμοποιείται ευρέως
για τον έλεγχο των μαζών. Στις
ΗΠΑ, παίχτηκε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς college rock και alternative, ενώ στη
Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε παράνομα μέσω μαγνητοταινιών (magnitizdat),
γίνοντας σύμβολο της νεανικής αντίστασης στη σοβιετική προπαγάνδα. Ο Reagan δεν
σχολίασε ποτέ επίσημα, αλλά η σάτιρα αναγνωρίστηκε από Αμερικανούς κριτικούς ως
«έξυπνη κριτική της πολιτικής θεατρικότητας και της πυρηνικής ρητορικής».
Το
«Two Tribes» έχει διασκευαστεί από συγκροτήματα όπως οι The Sisters of Mercy, Moby,
The Buggles και The KLF, στις ζωντανές εμφανίσεις και μόνο και χωρίς κάποια
επίσημη άδεια, ενώ samples του χρησιμοποιήθηκαν σε hip-hop, industrial και
electronic tracks. Ακαδημαϊκά, μελετάται ως περίπτωση του «political pop
satire» και ως παράδειγμα του πώς η εμπορική μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως
κριτικός καθρέφτης της εξουσίας. Το 2014, για τα 30 χρόνια, το περιοδικό NME
και το Rolling Stone το αναγνώρισαν ως ένα από τα πιο τολμηρά πολιτικά singles
της δεκαετίας του ’80, ενώ το BBC Radio 2 το συμπεριέλαβε στη λίστα «100 Songs
That Changed Britain».
Jacek Henryk Maniakowski
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου