Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η κατάρα της Grunge ( ; )

 

Ο όρος πολιτισμικό αφήγημα χρησιμοποιείται πολύ ώστε να περιγράψει μία διαμορφωμένη ή κατά την διαδικασία της διαμόρφωσης κατάσταση ουσιαστικά μπορεί να δημιουργήσει λογικούς συνειρμούς, πολλές φορές ακόμα και να διαμορφώσει την ιστορία ενός κράτους. Όμως η ερμηνεία του όρου αυτού είναι ένας λογικά διαμορφωμένο, διαδιδόμενο και επαναλαμβανόμενο σύστημα ιστοριών, συμβόλων, αξιών αλλά και πολλαπλών ερμηνειών όπου μία κοινωνία ή μία κοινωνική ομάδα ή ακόμα και υποκουλτούρα χρησιμοποιεί γύρνα κατασκευάσει μία συλλογική ταυτότητα, να νοημοδοτήσει την πραγματικότητα, να μεταδώσει τις κοινές πεποιθήσεις από γενιά σε γενιά καθώς και να δώσει αιτιότητα και ηθικό πλαίσιο σε πιο σύνθετα η πιο χαοτικά φαινόμενα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμικού αφηγήματος είναι το γεγονός πως δεν είναι απαραίτητο να είναι ιστορικά ακριβές αλλά να φαίνεται αληθινό για την ομάδα που το υιοθετεί. Είναι ένα νοητικό εργαλείο το οποίο συχνά νομιμοποιεί ή αμφισβητεί εξουσίες ή θεσμός ή πρακτικές.



Ένα από τα πιο γνωστά στη ροκ μουσική πολιτισμικά αφηγήματα, πέρα από την κατάρα των 27, είναι η κατάρα της grunge μουσικής και οι θάνατοι των τραγουδιστών των πιο εμβληματικών συγκροτημάτων αυτού του μουσικού ρεύματος. Παρόλα αυτά, αν εξεταστεί αυτό το αφήγημα τον στατιστικά, μέσα από ιστορική σκοπιά, αλλά ακόμα και επιδημιολογικά είτε με χρήση των γνωστικών εργαλείων, εύκολα μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα συμπέρασμα το οποίο αναιρεί κάποιο υπερφυσικό μοιραίο φαινόμενο. Αλλά απλά μπορεί να μεταφραστεί σε μία τραγική σύγκλιση των ιστορικών, των κοινωνικών καθώς και των ψυχολογικών παραγόντων πάντα με αρκετή δόση γνωστικών προκαταλήψεων και επίσης media framing.

Εδώ αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση, και να αναλύσουμε και να αποσαφηνίσουμε την έννοια του media framing. Κάτι το οποίο μπορεί να βοηθήσει ώστε να αποφύγουμε στο μέλλον οποιοσδήποτε τέτοιες παρόμοιες προκαταλήψεις. Το media framing (πλαισίωση), λοιπόν, ορίζεται η διαδικασία μέσα από την οποία τα μέσα ενημέρωσης επιλέγουν, τονίζουν, ή ακόμα και συνδέουν συγκεκριμένα στοιχεία μίας πραγματικότητας, με τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύν τον τρόπο με τον οποίο το κοινό μπορεί να ερμηνεύσει ένα γεγονός, ένα πρόσωπο ή ακόμα και ένα ζήτημα. Εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό πως αυτό δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά έχει μεγαλύτερο εύρος με απώτερος στόχο την χειραγώγηση της πραγματικότητας. Ωστόσο, θα ασχοληθούμε μόνο με τη μουσική πλευρά αυτής της πρακτικής.

Έτσι, ο Robert Entman διατύπωσε το συμπέρασμα του ως Media Framing (Πλαισίωση από τα Μέσα) το 1993, ήδη μετά τον θάνατο των πρώτων τραγουδιστών της grunge. Ουσιαστικά η θεωρία του δεν προτρέπει το κοινό στο «τι» να σκεφτεί, αλλά το «πώς» να το σκεφτεί. Δηλαδή λειτουργεί σαν ένας μεγεθυντικός φακός που επικεντρώνεται στην πληροφορία, την αιτιότητα, το ηθικό βάρος και πολλές φορές υπονοεί λύσεις ή συμπεράσματα. Επικεντρώνεται σε ένα γεγονός, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα, ώστε μόνο αυτό να φανεί. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν ένα σύνδρομο της ελιάς της Cindy Crowford, κατά το οποίο επικεντρώνεσαι στην ελιά της top model και χάνεις όλη την ουσία της.



Στην περίπτωση της grunge μουσικής ο μηχανισμός του media framing λειτουργεί με τον εξής τρόπο: προβάλλει συγκεκριμένα στοιχεία και εστιάζει στους θανάτους των frontmen, όχι στους επιζώντες. Παραλείπει ένα πλαίσιο ή τα δεδομένα και παράλληλα αγνοεί τα στατιστικά που έχουν να κάνουν με τα ναρκωτικά, εν ψυχική υγεία καθώς και την οικονομική ύφεση. Αιτιολόγηση των γεγονότων βασίζεται στην υπόνοια δηλώνουμε παράλληλα και την αιτία. Συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρει μία κατάρα, τη μοιραία γενιά ή ακόμα και το τίμημα της δόξας. Το επόμενο βήμα είναι ηθική αξιολόγηση η οποία κρίνει ή νοηματοδοτεί πόσοι ήταν αυθεντικοί, οι ήρωες διέπραξαν μία τραγική θυσία. Και καταλήγει με μία πρόταση η λύση που υποδεικνύει έμμεσα δράση, δηλαδή νοσταλγία tribute, εμπορική επανέκδοση, «σεβασμός στη μνήμη».

Η διαφορά με τις συναφείς έννοιες, όπως για παράδειγμα Agenda-Setting, Media Bias και Propaganda, προκύπτει από το γεγονός πως το media framing ερμηνεύει το πως, δεν έχει ιδεολογικά κίνητρα αλλά μόνο εμπορικά και πολλές φορές γίνονται με ασυνείδητο ή δομικό τρόπο και προκύπτει από εγκληματικές ρουτίνες είτε εμπορικά κριτήρια.

Ο μύθος της κατάρας τροφοδοτήθηκε από πραγματικά τραγικά γεγονότα, όπως οι θάνατοι των Andrew Wood (Mother Love Bone, 1990), Kurt Cobain (Nirvana, 1994), Layne Staley (Alice in Chains, 2002), Scott Weiland (Stone Temple Pilots, 2015), Chris Cornell (Soundgarden, 2017), Mark Lanegan (Screaming Trees, 2022). Η συσσώρευση αυτών των θανάτων, ειδικά σε νεαρή μέση ηλικία, αυτόματα δημιούργησε την εντύπωση ενός μοιραίου μοτίβου. Παρόλα αυτά εσύ αυτή τεκμηριώνεται από 3 γνωστικές προκαταλήψεις: η πρώτη είναι η Availability Heuristic που διατυπώθηκε από τους  Tversky & Kahneman το 1973 και να φέρει πώς τα τραγικά γεγονότα είναι πιο διαθέσιμα στη μνήμη, άρα φαίνονται πιο συχνά από όσο είναι στην πραγματικότητα. Η δεύτερη είναι η Illusory Correlation και ορίζει πως ο νους συνδέει ασύνδετα γεγονότα, όπως για παράδειγμα θάνατος και grunge, δημιουργώντας παράλληλα και μία ψευδή αιτιότητα. Και η τρίτη είναι η Survivorship Bias και λέει πως ξεχνάμε αυτούς που έχουν επιζήσει, όσον αφορά το θέμα μας μιλάμε για τους Eddie Vedder, Dave Grohl, Jerry Cantrell, Kim Thayil, Mark Arm, Ben Shepherd κ.ά. Καθώς και άλλους θανάτους που σχετίζονται με άλλα είδη μουσικής και δεν μπήκαν στο ίδιο αφήγημα. Άρα μπορούμε εύκολα να πούμε και παραδείγματα καθημερινά τα οποία συμβαίνουν στο καθένα και απλά το θεωρεί ως δική του γκαντεμιά ή ατυχία.



Άλλο ένα στοιχείο ήπιο μπορεί να καταρρίψει εύκολα το μύθο της κατάρας η στατιστική καθώς και η ίδια ιστορική πραγματικότητα. Οι μελέτες που έγιναν και σχετίζονται με την κρισιμότητα των μουσικών, όπως για παράδειγμα από το BMJ το 2014 και το Journal of Epidemiology & Community Health το 2016, αναδεικνύουν το γεγονός πως οι καλλιτέχνες που ανήκουν στην ροκ και στην metal μουσική έχουν όντως υψηλότερο ποσοστό κίνδυνο για έναν πρόωρο θάνατο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, αλλά όχι υψηλότερα από τους άλλους καλλιτέχνες που ακολουθούν διαφορετικά είδη μουσικής και ανήκουν στην ίδια εποχή, όπως η punk, hip-hop, classic rock, jazz. Αυτό δείχνει πως γενικά η μουσική κινδυνεύουν περισσότερο με έναν πρόωρο θάνατο αλλά δεν έχει αυτό να κάνει με το είδος της μουσικής.

Στη περίπτωση της grunge, άμα αναλυθούν κάτι παράγοντες όπως η δεκαετία (1980s–1990s), το φύλο και η ηλικιακή ομάδα (άνδρες 25–45), η γεωγραφία (Βορειοδυτικός Ειρηνικός) και διαθεσιμότητα ναρκωτικών, τότε η υπερθνησιμότητα που καταλογίζεται στο είδος αυτός στατιστικά εξαφανίζεται. Και αντίληψη που έχει μείνει, ότι πεθαίνουν οι περισσότεροι, έχει ως την έντονη και συναισθηματικά φορτισμένη κάλυψη των media και όχι κάποια δημογραφική ανωμαλία.

Ένα σημαντικό κομμάτι που δεν πρέπει να παραλείπεται πρώτα να ασχοληθεί κάποιος με ένα τέτοιο ευαίσθητο θέμα είναι και αυτό των ναρκωτικών. Κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990 υπήρχε ουσιαστικά επιδημία ηρωίνης στο βορειοδυτικό ειρηνικό, τοποθετώντας το Σιάτλ ως το επίκεντρο αυτής της επιδημίας. Ουσιαστικά υπήρχε πρόσβαση σε μία φθηνή και υψηλής καθαρότητας ηρωίνη εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με αρχεία του CDC και αναλύσεις του Seattle Department of Public Health (1988–1995), η διαθεσιμότητα του ναρκωτικού μαζί με την οικονομική ύφεση καθώς και αποβιομηχάνιση της περιοχής, όλα αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη υποδομών για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, μπορούσαμε να δημιουργήσουν το πιο ιδανικό περιβάλλον για αυτή την επιδημία. Περισσότεροι από τους καλλιτέχνες και κυρίως τους μουσικούς ζούσαν σε κοινόχρηστα σπίτια με περιορισμένη πρόσβαση σε κλινική υποστήριξη. Και σε όλα αυτά προστίθεται το γεγονός πως η ηρωίνη εκείνη την εποχή ήταν φτηνή, εύκολα προσβάσιμη και το χειρότερο από όλα κοινωνικά κανονικοποιημένη τους κύκλους αυτούς. Ουσιαστικά ένας πρεζάκιας είχε ένα καλλιτεχνικό στάτους το οποίο ήταν αποδεκτό μες στους κύκλους του και εκτός αυτών. Και φυσικά είναι γνωστό η κατάληξη αυτής της κανονικοποιήσης το κάθε μουσικού.



Η ψυχική υγεία είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτού του μύθου. Σε ένα παλιότερο άρθρο, ασχοληθήκαμε με το κομμάτι της πίεσης που δέχεται ένας star την οποία δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί με την αυτονόητη κατάληξη. Έτσι ξαφνική παγκόσμια επιτυχία, μεταξύ του 1991 και 1994, έφερε έντονη έκθεση σε αυτή την πίεση μέσα από τις περιοδείες, τα συμβόλαια και οι υποχρεώσεις που αυτά απαιτούν, media scrutiny* και έλλειψη ψυχολογικής υποστήριξης, οδηγούσαν ουσιαστικά στην ύστατη κατάληξη. Μέσα από τις μελέτες που έχουν γίνει, όπως για παράδειγμα η Help Musicians UK του 2018 και η Psychology of Music του 2020, μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής αντιμετώπισαν πολύ συχνά την κατάθλιψη, την διπολική διαταραχή, και PTSD** και εξαρτήσεις χωρίς επαρκή κλινική ή θεσμική στήριξη. Πάντα με την κουλτούρα σκληρότητας μαζί με την ταύτηση με την punk ηθική, δηλαδή «είμαι σκληρός καριόλης και τα αντέχω όλα», από θαύμα την οποία αναζήτηση βοήθειας.

Επίσης ένα σημαντικό σημείο είναι οι γνώστικες προκαταλήψεις καθώς και η στατιστική ψευδαίσθηση. Η illusory correlation*** και η confirmation bias**** χειραγωγούν τη μνήμη με τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να θυμάται μόνο τους θανάτους οι οποίοι ταιριάζουν σε ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Όμως αγνοεί αυτούς που έχουν επιζήσει, θανάτους από άλλα είδη, όπως για παράδειγμα η hip-hop της ίδιας εποχής, punk, classic rock. Αλλά επίσης ένα άλλο σημαντικό και γεγονός το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη είναι πως η θνησιμότητα ανδρών μεταξύ 25 και 45 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 90 ήταν ήδη υψηλή εξαιτίας των τροχαίων ατυχημάτων, των ναρκωτικών καθώς και των αυτοκτονιών, κάτι που αναφέρεται συγκεκριμένα στη έρευνα του CDC WISQARS, 1990–1999.

Εύκολο μπορούμε να διαπιστώσουμε πως και εδώ ισχύει η αρχή, όπου υπάρχει γνωστικό κενό καλύπτεται πάντα με έναν μύθο ή ακόμα μία συνωμοσιολογία. Άρα και σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει κάποια κατάρα, απλά υπάρχει ιστορική στιγμή κατά την οποία η οικονομική ύφεση, η επιδημία στη χρήση ναρκωτικών μαζί με την έλλειψη κάποιες ψυχιατρικής υποστήριξης και επιπρόσθετα μία ξαφνική παγκοσμιοποίηση μιας τοπικής σκηνής συνέπεσαν με την ευαισθησία νεαρών καλλιτεχνών. Η κατάρα ορίζεται από το γεγονός πως η κουλτούρα μετατρέπει μία στατιστική σύνδεση σε ένα μοιραίο αφήγημα είτε για εμπορικούς λόγους είτε από καθαρή σύμπτωση. Η μουσική δεν φέρνει καμία κατάρα πώς θα δημιουργεί, απλά ζει και καταγράφει την ίδια την ιστορία αλλά μέσα από την οπτική των καθημερινών ανθρώπων.

 Jacek Henryk Maniakowski

 

* Media Scrutiny (Εξονυχιστική παρακολούθηση από τα μέσα):

Αναφέρεται στην έντονη, συχνά αδιάκοπη και κριτική εξέταση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής ενός καλλιτέχνη από τον Τύπο, την τηλεόραση και τα ψηφιακά μέσα. Στη μουσική βιομηχανία λειτουργεί ως μηχανισμός που μεγεθύνει την πίεση, διαμορφώνει την εικόνα του καλλιτέχνη και συχνά επιβαρύνει την ψυχολογική του ισορροπία.

** PTSD (Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες):

Είναι μια κλινικά αναγνωρισμένη ψυχιατρική διαταραχή που αναπτύσσεται μετά την έκθεση σε τραυματικό γεγονός και χαρακτηρίζεται από επαναβίωση του τραύματος, αποφυγή ερεθισμάτων, αρνητικές αλλαγές στη διάθεση και χρόνια υπερεγρήγορση. Στον χώρο της μουσικής, μπορεί να πυροδοτηθεί ή να επιδεινωθεί από ξαφνική παγκόσμια έκθεση, απώλειες, βιομηχανική εκμετάλλευση ή συνεχή δημόσια έκθεση χωρίς επαρκή ψυχολογική στήριξη.

*** Illusory Correlation (Ψευδής Συσχέτιση)

Η γνωστική τάση να αντιλαμβανόμαστε μια σχέση μεταξύ δύο γεγονότων ή χαρακτηριστικών όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ή είναι πολύ ασθενέστερη. Προκύπτει συχνά όταν ο νους συνδέει σπάνια ή συναισθηματικά φορτισμένα περιστατικά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση αιτιότητας εκεί που υπάρχει απλή στατιστική σύμπτωση.

**** Confirmation Bias (Προκατάληψη Επιβεβαίωσης)

Η τάση να αναζητούμε, ερμηνεύουμε και θυμόμαστε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, ενώ αγνοούμε ή υποτιμούμε ό,τι τις αντιφάσεις. Στη διαμόρφωση πολιτισμικών μύθων, οδηγεί το κοινό να εστιάζει μόνο στα περιστατικά που ταιριάζουν στο αφήγημα και να παραβλέπει όσα το ανατρέπουν.

 

Πηγές :

Robert Entman (1993) Framing: Toward clarification of a fractured paradigm

Erving Goffman (1974) Frame Analysis

Todd Gitlin (1980) The Whole World Is Watching

McCombs & Shaw (1972/2004) Agenda-Setting Theory

Κούτρας, Α. (2010) Επικοινωνία και Κοινή Γνώμη

BMJ (2014) «Mortality of famous rock and pop musicians»

CDC & Seattle Dept. of Public Health (1988–1995)

Azerrad, M. (1993). Come as You Are

Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture

Tversky & Kahneman (1973). «Availability: A Heuristic for Judging Frequency»

CDC WISQARS (1990–1999)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου