Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thin Lizzy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thin Lizzy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Celtic Rock

 Δεν υπάρχει τίποτα που δεν έχει κάποιου είδους ρίζες είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά

Celtic Rock

 

 

Πως ακούγεται: Σαν μια rock μπάντα προσπαθεί να βγάλει κανένα μεροκάματο σε κάποιο καλοκαιρινό πανηγύρι στην επαρχιακή Σκωτία ή Ιρλανδία και πρέπει να παίξει δικά τους τραγούδια. Αλλά πρέπει να δώσουν και παραδοσιακό χρώμα, αλλιώς δεν θα πληρωθούν. Ουσιαστικά είναι η folk rock, αλλά με καθαρά κελτικές προσμίξεις και με βιολιά, φλάουτα και οτιδήποτε μπορεί να βγάλει τους ήχους της κελτικής μουσικής παράδοσης.

Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί έχει βγάλει μπαντάρες, που έγιναν εμβληματικές και γενικά έδωσε ώθηση στην εξάπλωση της rock μουσικής. Είναι πολύ  μελωδικό και διηγείται πολλές ιστορίες από παλιά, δημιουργώντας παράλληλα κλασικά μουσικά κομμάτια.



Γιατί όχι: Όχιιιι άλλο folk!!!!! Δεν μπορεί να παίζεις συνέχεια αυτά που ακούγανε οι πρόγονοι σου σε ζωοπανήγυρη.

Που; Ιρλανδία.

Πότε; Δεκαετία του ‘60.

Ποιοι; Οι Horslips που δημιουργήθηκαν το 1970, ήταν το πρώτο ιρλανδικό συγκρότημα που χρησιμοποίησε τους όρους “Celtic rock”.

Θεωρούνται σημαντικοί στην ιστορία του Celtic Rock καθώς ήταν το πρώτο μεγάλο συγκρότημα που γνώρισε επιτυχία χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλείψει την πατρίδα του.

Στους επιτυχημένους του είδους συγκαταλέγονται και οι Thin Lizzy.

Μεταξύ των πρωτοπόρων είναι και οι: JSD Band, Spencer's Feat, Five Hand Reel,  Capercaillie,  Wolfstone.



Αλλά ακόμα να ακούσεις: The Waterboys, Jethro Tull/ Ian Anderson, Rathkeltair, Alan Stivell, Gaelic Storm, Sinιad O'Connor, The Cranberries, The Proclaimers, Red Cardell, Peatbog Faeries, Lenahan, Lordryk, The Dreaming, Shooglenifty, Spirit of the West, the American Rogues, Homeland, Ashley MacIsaac, Mudmen, The Paperboys, Great Big Sea.

Μέρες δόξας:  Δεκαετία του 70’ και 80’ βγήκαν εμβληματικές μπάντες που πέρασαν στην σφαίρα του κλασικού. Δεν ήταν και λίγες φορές που σκαρφάλωσαν σε ψηλές θέσεις των charts.

Κόκκινη κάρτα: Βάλτωσε με τον καιρό και φάνηκε πως δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής. Το έντονο φλερτ με την progressive, στέρησε το ενδιαφέρον από οπαδούς πολλών συγκροτημάτων.

Με τι μπερδεύεται; Irish folk music, Rock music, folk rock, Scottish folk music, Celtic music

Τι λες στον άσχετο; Έχεις πάει σε σκωτσέζικο πανηγύρι στα μέσα Ιουλίου κάπου στα Highlands; Τι, όχι; Μπορείς να το φανταστείς; Ούτε; Σκέψου το BraveHeart με χίπηδες. 

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

Rock - e - pedia: Biker metal

 

Δεν έχει σημασία πως έζησες, αλλά πως πεθαίνεις.


Biker metal (γνωστό και σαν biker punk)

 

Πως ακούγεται: Σαν βρυχηθμός μιας chopper  που ζεσταίνεται σε μια έρημο, με τον αέρα να φυ… όχι όχι, δεν ακούγεται έτσι, αν και σαν εφέ χρησιμοποιείται ευρέως ο ήχος αυτός και όχι μόνο σε αυτό το είδος. Ουσιαστικά  είναι μια μείξη από punk rock, heavy metal, rock and roll και blues.

Γιατί να το ακούσουμε: μα γιατί η rock/metal είναι συνυφασμένη με τις μηχανές από τα γεννοφάσκια της. Και πέρα από αυτό έχουν γραφτεί «ύμνοι» από μπάντες του είδους



Γιατί όχι: για πιο άπειρα αυτιά ακούγεται ξεπερασμένο και υπερβολικά απλοϊκό.

Που; Η.Π.Α. και Ηνωμένο Βασίλειο

Πότε; Τέλη δεκαετίας ’70 με αρχές ‘80

Ποιοι; Μα οι Motörhead! Ουσιαστικά ο leader τους ο Lemmy ταύτισε την punk rock και heavy metal με την κουλτούρα των μηχανών. Αν και οι  μπάντες όπως οι Thin Lizzy, Lynyrd Skynyrd , Grateful Dead και Steppenwolf, τίμησαν τις μοτοσυκλέτες και με τους τελευταίους να γράφουν τον απόλυτο ύμνο των μηχανόβιων, που έγινε και νονός της heavy metal. Ακόμα και οι  Plasmatics, Anti-Nowhere League και Girlschool.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: The Almighty, Orange Goblin, Kïll Cheerleadër, Black Label Society, Black Moth



Μέρες δόξας:  Δεκαετία του ’80  κυρίως, αν και συνεχίζουν να έχουν φανατικό κοινό ως σήμερα.

Κόκκινη κάρτα: Η ταύτιση του είδους με με κοινότητες μηχανόβιων όπως οι Hells Angels και άλλα τοπικά και ανά χώρα κλαμπ, τα οποία δεν έχουν και ιδιαίτερη σχέση με νομιμότητα, αλλά είναι και πολύ «φιλικά» προς ρατσιστικές οργανώσεις.

Με τι μπερδεύεται; Με κλασικό heavy metal, stoner και πιο σπάνια με punk

Τι λες στον άσχετο; Σαν το Born to Be Wild, αλλά λίγο πιο βαρύ.


Jacek Henryk Maniakowski

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Thin Lizzy - Got to give it up


      


Η δόξα, το χρήμα, η δημοτικότητα, είναι κάποιες καταστάσεις, που όλοι οι καλλιτέχνες επιδιώκουν κι ονειρεύονται. Η διαχείρισή τους όμως, είναι αυτή που προκαλεί, δυστυχώς σε πάρα πολλούς από αυτούς, μια αναζήτηση σε αδιέξοδες διεξόδους. Το πρόβλημα των ναρκωτικών και του αλκοόλ, σε όλους αυτούς, έχει οδηγήσει πολλά μεγάλα κι αγαπημένα, ονόματα του χώρου, στο θάνατο.

                Ειδικά στην μεγάλη ιστορία του rock n’ roll, δεν ήταν λίγοι αυτοί που, είτε εν γνώσι τους είτε αθέλητα, μέσα από τραγούδια τους, προειδοποίησαν τους εαυτούς τους, για το πεπρωμένο που τους έζωνε, όπως το “Angel” του Jimi Hendrix, ή το “Milk It” των Nirvana.

File:Thin Lizzy - Black Rose A Rock Legend.jpg                Όμως, ίσως η πιο εμφανής περίπτωση λυρικού προμηνύματος, να είναι το  “Got To Give It Up” των Thin Lizzy. Μαζί με το ταλέντο να γράφει ποιητικούς στίχους και ροκ ύμνους, ο ιδρυτής κι αρχηγός τους, Phil Lynott, ήταν επίσης γνωστός για τη σκληρή κι έκλυτη ζωή του. Μαζί με τη δόξα, όμως, ήρθαν και οι παγίδες, που τον έκαναν να εντρυφήσει σε αυτές, προς τα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν και βρισκόταν στην εμπορική τους αιχμή. Αν και δεν ήταν ακόμα, ιδιαίτερα εθισμένος στα ναρκωτικά, όπως στα μέσα της δεκαετίας του '80, είχε το μυαλό να καταλάβει, ότι αυτή η εξάρτηση, μεγάλωνε με πολύ ταχύ ρυθμό.

                Έτσι, αποφάσισε να γράψει μια έκκληση για βοήθεια, στο άλμπουμ Black Rose, του 1979, με τον τίτλο “Got To Give It Up”. Στο τραγούδι συνέβαλλε σημαντικά κι ο κιθαρίστας του, Scott Gorham, ο οποίος έδινε τη δική του μάχη, για τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Ο Lynott, "έντυσε" όμως τους στίχους, έτσι,  ώστε να μη φαίνονται σαν αυτοβιογραφικοί, όπως αποδεικνύεται από τις φράσεις: “Tell my mama and tell my pa that their fine young son didn't get far,” “Tell my brother I tried to write,” and “Tell my sister I'm sinking slow”, καθώς ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι και τον μεγάλωσε αποκλειστικά η μητέρα του με τους γονείς της. Ενώ σε κάποιους άλλους: “He tried hard but his spirit broke, he tried until he nearly choked, in the end he lost his battle drinking alcohol”, φαίνεται σαν να μιλάει για κάποιον, που ήδη έχει φτάσει στην άκρη του ολέθρου.

                Το τραγούδι αυτό, έγινε αμέσως ένα από τα βασικά στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Μάλιστα υπάρχει σε όλα τα λάιβ άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μετέπειτα, συγκαταλέγοντας και την εισαγωγή που έκανε πάντα ο Lynott προλογίζοντάς το, όπου σαν σε κήρυγμα, απέτρεπε τον κόσμο να πέσει στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ, τονίζοντας ότι αυτά μπορεί να σε σκοτώσουν. Δυστυχώς, αυτό το τραγούδι έμελλε να γίνει στοιχειωτικά προφητικό για τον ίδιο, καθώς μετά από χρόνια χρήση αυτών των ουσιών, υπέκυψε τελικά στις 4 Ιανουαρίου του 1986, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

                Ο Scott Gorham, αναφέρει σε κάποιο σημείο της βιογραφίας του Lynott "The Rocker", ότι κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων εκείνου του άλμπουμ, είχε αρχίσει να παίρνει πιο σκληρά ναρκωτικά και να πίνει περισσότερο. Επίσης αναφέρει πως όταν το έγραφαν, δεν είχαν φτάσει ακόμα στο μέγιστο σημείο εθισμού, αλλά ο ίδιος ο Lynott αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο και ήταν ειλικρινής όταν έλεγε:  'I've got to give this up. I've got to give this shit up or it's going to kill my ass.' Επίσης, υπάρχει ακόμη ένα τραγούδι - κραυγή βοήθειας, από τον Lynott, στο τελευταίο άλμπουμ των Thin Lizzy, Thunder And Lightning, με τον τίτλο "Heart Attack."
                Το τραγούδι μας καταδεικνύει έναν αγωνιώδη απολογισμό, της μάχης του Lynott, με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ και δείχνει πραγματικά γνώστης αυτού του γεγονότος, ενώ πέρα από την προσπάθειά του, είναι και μια αυτο-ευλογία στην πάλη με τα ακατανίκητα πάθη του. Δεδομένου, κιόλας, ότι τελικά πέθανε από αυτά, μας παρουσιάζεται σαν μια φιγούρα λυρική, της οποίας η ζωή εξελίχθηκε σαν ένα σενάριο, το οποίο έγραψε ο ίδιος.

Ναούμ Αθ. Βάρκας