1)Τι συμβολίζει το όνομα σας;
Mελάνι τα γραπτά μένουν..
2)Χρήμα ή δόξα;
Το χρήμα στην εποχή μας δείχνει αυτοσκοπός είναι όμως απλά το χρηστικό στοιχείο, χρειάζεται τόσο ώστε να αποφευχθεί ο πόνος και η μιζέρια, δε θα ήθελα ποτέ στη ζωή μου να με πλησιάσει κάποιος επειδή θα έχω κάνει πολλά λεφτά το θεωρώ τραγικό..Η δόξα από την άλλη και το κυνήγι της σημαίνει έλλειψη σε αγάπη, η επιδίωξή της είναι η ανάγκη για αποδοχή, αναγνώριση και αγάπη, αυτό πάντα στη βάση της. Όχι σίγουρα στη δόξα του εφήμερου και του εύκολου, ναι στην υστεροφημία για κάτι που άφησες και ήταν όντως καλό και προσέφερε με κάποιον τρόπο στο να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος.
3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;
Ιδιαίτερη
4) Σημείο μηδέν της μπάντας
Δε νομίζω πως ζήσαμε πολύ μεγάλη κρίση στις σχέσεις μας, τα δύο βασικά μέλη είναι τα ίδια πάνω από μια δεκαετία, μεγαλώνουμε και χωρίς να συμφωνούμε σε όλα δεν έχουμε πρόβλημα στη συνεργασία μας.
5) Τι μουσική μισείτε;
Τα σκυλάδικα και το ντισκομπούζουκο των ημερών..
6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;
Κατά της ανθρώπινης βλακείας
7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;
Δε θα μιλήσω για τους νεκρούς μου ήρωες, για τους εν ζωή Cult, Soundgarden, Tool, Pearl Jam η λίστα μπορεί να γίνει πολύ μεγάλη..
8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;
Τίποτα από τα δύο δεν πρόκειται να αλλάξουμε τον κόσμο, ούτε θέλω να πω σε κάποιον πως πρέπει να ζήσει, εμείς σαν καλλιτέχνες περνάμε το μήνυμα και μια άλλη οπτική της πραγματικότητας.
9) Οι επιρροές σας;
Tool, Alice in Chains, Doors, Tea Party, Cult, Faith No More
10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Ιδέα και φιλοσοφία, το όχημα έκφρασής των ιδεών μας.
11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Η μουσική είναι το οξυγόνο, χωρίς αυτό δεv ζούμε, ανάγκη ζωής θα έλεγα
12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;
Η αλαζονεία είναι η απόλυτη τιμωρία, οι Θεοί για να εκδικηθούν κάποιον τον κάνουν πρώτα αλαζόνα, από την άλλη η ταπεινοφροσύνη είναι καλή εώς έναν βαθμό, νομίζω πως το ταλέντο θα πρέπει απλά να βοηθά και να υποστηρίζει την αυτοεκτίμηση για να αποφευχθεί η αυτοκαταστροφή που είναι κοινό χαρακτηριστικό των ταλαντούχων και μη καλλιτεχνών.
13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;
Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ εγώ πάντως σαν ταύρος έχω μεγάλο πείσμα.
14) Μια ευχή για την μπάντα
Να συνεχίσουμε να γράφουμε μουσική για την οποία νοιώθουμε περήφανοι.
15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας;
Ο μεγάλος πόνος της ψυχής και η βαθειά θλίψη, αυτή που γεννά τέχνη αλλά δεν κατορθώνει να γιατρέψει και να απαλύνει τις πληγές της.
Το "Sailing" το
γνωρίσαμε οι περισσότεροι από την
εκτέλεση του Rod Stewart και με την δική του
βραχνή φωνή έγινε και μεγάλη επιτυχία,
κυρίως στο νησί της Μεγάλης Βρετανίας.
Η πατρότητα του τραγουδιού όμως ανήκει
στους The Sutherland Bros. Band και βρίσκεται στο
album τους, το 'Lifeboat' που κυκλοφόρησε την
χρονιά του 1972. Η δημιουργία του κομματιού
ανήκει στον μπασίστα τους, τον Gavin
Sutherland.
Η διασκευή του
τραγουδιού από τον Rod Stewart γίνεται το
1975 στα Muscle Shoals Sound Studio στο Muscle Shoals, της
Alabama, για το album του Atlantic Crossing. Το κομμάτι
αυτό σχετίζεται με την νοσταλγία του
για την πατρίδα του την Αγγλία ου είχε
αναγκαστεί να εγκαταλείψει Στο τραγούδι
επίσης συμμετέχει η χορωδία, που
δημιουργήθηκε ειδικά για το τραγούδι
από τον Bob Crewe, παραγωγό των the Four Seasons. Η
μεγάλη του αναγνώριση ήρθε στην γηραιά
Αλβιόνα, όταν χρησιμοποιήθηκε στην
σειρά ντοκιμαντέρ του BBC, Sailor, σαν
μουσικό θέμα της, έναν χρόνο μετά την
κυκλοφορία του. Είναι το σινγκλ του
καλλιτέχνη με τα τις μεγαλύτερες πωλήσεις
και έφτασε το αστρονομικό νούμερο των
955,111 κοπιών.
Το 2010 ο Stewart ομολόγησε
στο Sunday's Live Magazine, ότι πριν τραγουδήσει
σε ζωντανή εμφάνιση, αλλά ακόμα και σε
στούντιο πρέπει να πιει κάτι, δεν εννοώντας
σίγουρα το νερό ή γάλα, για να καθαρίσει
την φωνή του. Το στούντιο της Alabama, όμως
ήταν τελείως "ξηρό", μιας και
ηχογράφηση γινόταν στις 10 και μισή το
πρωί. Όπως συνεχίζει στην απολογία του,
είναι το μοναδικό κομμάτι που ηχογράφησε
τελείως "στεγνός", αλλά και το
μοναδικό που τραγούδησε χωρίς ίχνος
αλκοόλ στο αίμα του.
Προσωπικά χωρίζω
την μουσική σε δύο μέρη: αυτή που μ'
αρέσει και αυτήν που δεν μ' αρέσει. Το
δεύτερο μέρος το χωρίζω σε δύο
υποκατηγορίες: η επιτηδευμένη μουσική
και απλά μουσική ατάλαντων. Αλλά αυτά
είναι προσωπικές θεωρήσεις και τίποτα
παραπάνω και μια περισσότερο συναισθηματική
προσέγγιση, παρά μια νοητική εξήγηση.
Ωστόσο μια νοητική εξήγηση είναι
απαραίτητη και στην μουσική, μιας και
ο νους έχει ένα βασικό εργαλείο κατανόησης
των πραγμάτων την κατηγοριοποίηση. Και
η μουσική είναι, μαζί με πολλά άλλα,
μαθηματικά.
Αν και όλα είναι
rock'n'roll
και απλά
κάποια να είναι απλές διαφορετικές
προσεγγίσεις προς αυτό, όπως μας το
φανερώνει μέσα από τις νότες του Hey Hey
My My ο Neil Young. Μία από αυτές είναι το
progressive rock ή prog rock. Το είδος αυτό είναι
μια φυσική συνέχεια (ή και συνέπεια) του
psychedelic rock και ξεκίνησε στα τέλη της
δεκαετίας του '60 με αποκορύφωμα του τα
μέσα της δεκαετίας του '70, με το punk rock
να παίρνει τα πρωτεία, σαν πιο δημοφιλής
έκφραση του rock'n'roll,
αργότερα στην ίδια δεκαετία.
Η βασική φιλοδοξία
του progressive rock είναι να δώσει περισσότερη ποιότητα στην μουσική έκφραση του
rock'n'roll,
ανεβάζοντας το ένα σκαλί πάνω. Ουσιαστικά
στόχευε σε δημιουργία μιας "μουσικής"
κάστας, που αποτελούνταν από εκλεπτισμένους
μουσικούς και βιρτουόζους στο είδος
τους. Αν και μουσική του ευρύτητα είναι
τεράστια, έχει κάποια συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά:
- σπάσιμο του δεσμού
με το παραδοσιακό 3-λεπτο, δηλ. την
απαιτούμενη διάρκεια του τραγουδιού,
για να μπορεί να παίζεται και στο
ραδιόφωνο. Τα κομμάτια πολλές φορές
ξεπερνάνε το 10-λεπτο και φαντάζουν να
"χτίζονται πάνω σε στο intro του και να
αποτελούνται από συγκεκριμένα μέρη.
Πολλές φορές βασίζεται στο σχήμα μιας
σονάτας ή και σουίτας είτε κάποιας άλλης
κυκλικής μουσικής φόρμας.
- οι μουσικές φόρμες
είναι αρκετά πολύπλοκες με το τέμπο να
αλλάζει συχνά αλλά και το μουσικό σχήμα
ενός κομματιού
- συχνή δημιουργία
instrumental συνθέσεων, σε κλασικές ροκ φόρμες,
από κάποιον σολίστα μουσικό
- το στιχουργικό
μέρος είναι εξίσου πολύπλοκο και
καταπιάνεται με θέματα φιλοσοφικά,
θρησκευτικά, μυστικιστικά και με την
φανταστική λογοτεχνία να και αυτή,
βασικά έμπνευση
- στην χρήση των
κλασικών ηλεκτρικών μουσικών οργάνων προστίθεται και τα ηλεκτρονικά
- μεγάλες επιρροές
από την κλασική μουσική
-οι βιρτουόζοι του
είδους έχουν συνήθως μουσική παιδεία
βασισμένη στην κλασική μουσική
"I tried so hard and got so far, but in the end, it doesn't really matter." Αυτό έγραφε το σημείωμα που άφησε ο 15χρονος Charles Andrew Williams, αφού σκότωσε δύο συμμαθητές στο λύκειο της πόλης Santee, της California. Ήταν Μάρτιος του 2001. Οι στίχοι ανήκουν στο τραγούδι των Linkin Park, από ντεμπούτο τους άλμπουμ, το Hybrid Theory (2000). Το κομμάτι λέγεται "In the End" και είναι το τέταρτο και τελευταίο σινγκλ από αυτό το άλμπουμ. Η μεγαλύτερη επιτυχία της μπάντα και το πιο αναγνωρίσιμο τους τραγούδι, σίγουρα δεν ήταν ή αιτία για αυτό το άσχημο συμβάν. Αν και οι στίχοι του θα μπορούσαν να είναι αφορμή. Αν και το λυρικό μέρος του τραγουδιού είναι κάπως διφορούμενο, σε γενικές γραμμές μιλάει για την έννοια της προσωπικής αποτυχίας ενός ατόμου. Μια άλλη ερμηνεία είναι ότι ότι μιλάει για γκρεμισμένη εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις , φιλικές ή ερωτικές. Είναι γεγονός ότι, αν ένας στίχος επιτυγχάνει να έχει διφορούμενος έννοιες, πετυχαίνει το λυρικό του στόχο, να είναι μέρος της ψυχής του κάθε ακροατή. Η έμπνευση προήλθε από από την εμπειρίες του τραγουδιστή Chester Bennington και τον "αγώνα" του στο σχολείο. Μουσικά, το κομμάτι είναι "υβριδικό". Συνδυάζει κλασικό πιάνο, rap και σκληρό rock ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Η δημιουργία του τραγουδιού "χρεώνεται" σε όλη την μπάντα. Το βιντεοκλίπ γυρίστηκε στη έρημο της California, ανάμεσα στις εμφανίσεις της περιοδεία τους Ozzfest tour, από τους Nathan "Karma" Cox και τον DJ της Joe Hahn. Jacek Maniakowski
Όταν ακούσουμε για τσέλο και ροκ μουσική, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό κάθε οπαδού της σκληρής μουσικής είναι οι Apocalyptica να διασκευάζουν τους Metallica. Αλλά αν και αυτό τους καθιέρωσε και φαινόταν πρωτοπόρο, στην πραγματικότητα ήταν .... δευτεροπόρο. Το εγχείρημα αυτό, να διασκευάζοντα με εγχορδα κλασικής μουσικής, ροκ ήχοι ξεκίνησε καμιά πενταετία πριν από αυτούς. Και μάλιστα σε μια χώρα που η παιδεία πάνω στη κλασική μουσική είναι σαφώς υποδεέστερη των Σκανδηναβικών χωρών. Οι πραγματικοί πρωτοπόροι είναι οι Balanescu Quartet, ένα δημιούργημα του Ρουμάνου Alexander Bălănescu. Το ταλέντο του του επέτρεψε να σπάσει το "σιδηρούν παραπέτασμα" και να σπουδάσει από το νωρίς εκτός της, αυταρχικής τότε, Ρουμανίας. Την περίοδο του 1975-1979, σπουδάζει στη Νέα Υόρκη στην Juilliard School, μαζί με Pinchas Zukerman, Itzhak Perlman, Felix Galimir και Robert Mann. Μετά την αpoφοίτησή του ξεκινάει μια 15 ετή περιοδεία ανά τον κόσμο με τους Michael Nyman Ensemble, σαν ηγέτης μουσικός. Παράλληλα συμμετάσχει και στους Gavin Bryars Ensemble. Μετά από 4 χρόνια σtους Arditti Quartet, το 1987 κάνει δικού του κουαρτέτο, τους Balanescu Quartet. Οι εμφανίσεις τους ξεκινούν από πολιτιστικούς συλλόγους και φτάνουν μέχρι τα στάδια. Οι συνεργασίες τους πολλές, , αλλά αυτό που τους ξεχωρίζει, είναι ο τρόπος και η επιλογή των συνθετών που διασκευάζει το κουαρτέτο, John Lurie, David Byrne, Keith Tippett, Carla Bley, Rabih Abou Khalil Spiritualized, και τους Pet Shop Boys. Το 1992 κυκλοφορούν την πρώτη τους δουλειά, το Possessed. Παίζουν με έγχορδα κομμάτια των Kraftwerk, εγχείρημα μοναδικό και σίγουρα πρωτοπόρο Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει άλλα 5 άλμπουμ. Ο Alexander Bălănescu, ενδιάμεσα των υποχρεώσεων της μπάντας έχει συνθέσει μουσική για σχεδόν τα πάντα. Αλλά και με την μπάντα του έχουν ντύσει μουσικά και ταινίες. Ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό εγχείρημα, που δείχνει ότι τα μουσικά όρια είναι μια απλή φαντασίωση και απλά αναγκαίο κακό, ορισμένο από τις δισκογραφικές εταιρίες, για τα ράφια των δισκοπωλείων. Jacek Maniakowski
Υπάρχει μια κινεζική
ρήση που λέει πως μια εικόνα αξίζει όσο 1000 λέξεις, ίσως στη σημερινή εποχή
μπορεί να θεωρηθεί και προφητική κιόλας, καθώς έχουμε περάσει στην εποχή της
εικόνας εδώ και δεκαετίες και ίσως στην αντεξέλιξη του ανθρώπου, που από homosapiensέχει γίνει homovidems, ανθρωπος κοιτάζει δηλαδή άνθρωπος που κοιτάζει
χωρίς να βλέπει, πάντα παίζοντας με την αρχαία ελληνική γλώσσα όπου το βλέπω
σημαίνει και γνωρίζω. Αλλά αν υποθέσουμε προς μία νότα μπορεί να δημιουργήσει
1000 εικόνες, τότε η μουσική μπορεί να πάει την ανθρώπινη εξέλιξη πολλά βήματα
μπροστά. Σίγουρα σε ένα εμπειρικό πλαίσιο έχουν αποδεχτεί πως οι νότες μπορεί
να δημιουργήσουν εικόνες και για τον καθένα ξεχωριστές, αλλά ένα τραγουδισμένο
όνομα μπορεί να μας πάει σε μία συγκεκριμένη πηγή, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο
τραγούδι.
Ένα τέτοιο
όνομα είναι και το «Roxanne», που δεν αποτελεί απλά ένα τραγούδι, αλλά επίσης
το κλειδί για την πόρτα της επιτυχίας των The Police στην παγκόσμια σκηνή και
ένα τραγούδι ορόσημο της μπάντας. Επίσης, είναι από τα πιο τολμηρά
μουσικά πειράματα ύστερης δεκαετίας του 70, καθώς κατάφερε να συνδυάσει πολλά
μουσικά ρεύματα δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα καινούριο είδος.
Γραμμένo αποκλειστικά από τον Sting, κυκλοφόρησε ως single τον Απρίλιο του 1978 και
εντάχθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ Outlandos d’Amour τον Οκτώβριο της ίδιας
χρονιάς. Ακολουθώντας το τραγούδι ένα μοτίβο που θέλει τα πιο εμβληματικά
τραγούδια να αντιμετωπίζονται αρχικά με αδιαφορία, κατάφερα να αναδειχθεί σε
παγκόσμιο hit φτάνοντας στο Νο 12 του UK Singles Chart το 1979, στο Νο 32 του
Billboard Hot 100 και σε δεκάδες Top 10 σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η πηγή της
έμπνευσης για το τραγούδι ήταν το Παρίσι, κατά τη διάρκεια πιθανόν της πρώτης
διεθνής περιοδείας και όπως ορίζει ο κανόνας του rock n roll, η μπάντα διέμενε
σε ένα πολύ φτηνό ξενοδοχείο κοντά στην περιοχή Pigalle, γνωστή για τη
νυχτερινή της ζωή στην οποία κυριαρχούσαν κυρίως γυναίκες όπου έρωτας είχε το
χρώμα του χρήματος, δηλαδή εκεί που υπήρχαν πολλά πορνεία. Ο Sting, ένας κλασικός
παρατηρητικός καλλιτέχνης έβλεπε την καθημερινή πραγματικότητα του δρόμου
εκείνου και σκέφτηκε να συνθέσει ένα τραγούδι το οποίο δεν καταδικάζει τίποτα
και κανένα, αλλά συμπάσχει και δείχνει συμπόνια.
Ο στίχος «Youdon’thavetoputontheredlight» δεν στοχεύει σε κάποια ηθικολογία, αλλά απευθύνεται
προς μια γυναίκα η οποία όπως θεωρεί ο ίδιος ο τραγουδιστής, έχει παράγει
δεχτεί σε έναν φαύλο κύκλο της εμπορευματοποίησης, ένας κύκλος που ισχύει ακόμα
και σήμερα και χωρίς καν να υπάρχουν κόκκινα φωτάκια ούτε περιθωριακός
χαρακτηρισμός, αλλά μεταφράζεται σε έναν «επιτυχημένο» γάμο.
Το όνομα
«Roxanne» δεν επιλέχθηκε τυχαία, προήλθε από μια θεατρική αφίσα του Cyrano de
Bergerac που κρεμόταν στην είσοδο του ξενοδοχείου όπου διέμενε η μπάντα. Η
ειρωνεία που εκφράζει το τραγούδι, δεν μπω δηλαδή μια τυχαία επιλογή αν είναι
ξεκάθαρα σκόπινη καθώς το όνομα του τραγουδιού και της θεατρικής ηρωίδας
συμβολίζει την αγνή, ιδεατή αγάπη στο θεατρικό δράμα ενώ στο τραγούδι, ορίζει
μία σκληρή καθαρά υλική πλευρά της ανθρώπινης επαφής.
Από πλευράς
μουσικής,το
«Roxanne» ήταν ξεκάθαρα επαναστατικό για την εποχή του Το τραγούδι ηχογραφήθηκε
στα Surrey Sound Studios με προϋπολογισμό μόλις 1.500 λιρών και χωρίς εξωτερικό
παραγωγό (η παραγωγή πιστώνεται στους ίδιους τους Police, με μηχανικό ήχου τον
Nigel Gray).Αρχικά,
ο Sting το φαντάστηκε σε ρυθμό bossa nova, αλλά ο ντράμερ Stewart Copeland το
μετέτρεψε σε έναν υβριδικό παλμό που συνδύαζε reggae offbeats, syncopated
αποχρώσεις τάνγκο και λατινική ρυθμική και ότι κατέβαζε η κούτρα του σε τέμπο,
αλλά μάλλον περιορίστηκε στα παραπάνω. Σε όλο αυτό ήδη μεγάλο μπέρδεμα ο
κιθαρίστας Andy Summers εφάρμοσε reggae upstrokes με ελαφριά παραμόρφωση, ενώ
το μπάσο του Sting κινείται μελωδικά, λειτουργώντας ως δεύτερη φωνή. Αλλά ακόμα
και η ίδια η δομή του τραγουδιού παρακάμπτει τους γνωστούς κανόνες και το
παραδοσιακό τύπο τύπο verse-chorus-verse και βασίζεται σε επαναλαμβανόμενες
στροφές με κλιμακούμενη δραματική ένταση, καθιστώντας το ένα από τα πρώτα
παραδείγματα «αφηγηματικού rock». Αλλά ακόμα και introτου τραγουδιού είναι εμβληματικό και
δημιουργήθηκε με ένα ελαφρώς ξεκούρδιστο upright piano και ένα απότομο drum
fill, δημιουργώντας παράλληλα την άμεση αναγνωρισιμότητα του τραγουδιού από το
πρώτο δευτερόλεπτο.
Όπως σε κάθε
γέννηση, ειδικά τη γέννηση κάτι σημαντικού, η κυκλοφορία του δεν είχε τίποτα να
κάνει με ομαλότητα. Η A&M Records το απέρριψε αρχικά ως «μη εμπορικό» και
«πολύ σκοτεινό για το ραδιόφωνο». Το πίστευε και το κυκλοφόρησε ανεξάρτητα,
χωρίς όμως κάποια θετική ανταπόκριση από τους κριτικούς και το κοινό κάτι που
ανάγκασα αργότερα την δισκογραφική να το επανεκδώσω το 1979. Το BBC το
απαγόρευσε προσωρινά εξαιτίας της θεματολογίας του τραγουδιού που είχε να κάνει
με την πορνεία, μια κίνηση που τελικά το εκτόξευσε το τραγούδι στην κορυφή και
όπως γίνεται συνήθως αντί να το θάψει, του έδωσε underground αίγλη και ώθησε
τις πωλήσεις. Η ομορφιά της ροκ μουσικής είναι πως η λογοκρισία, για κάποιο
παράδοξο λόγο λειτουργεί πάντα ως καλύτερος μηχανισμός προώθησης είτε της
μπάντας είτε του τραγουδιού, κάτι που λειτουργεί ακόμα και στην τέχνη γενικά.
Το πολιτισμικό
στίγμα που άφησε το τραγούδι «Roxanne» elie κατάφερε να ξεπεράσει κατά πολύ τα
όρια της δεκαετίας του 70 φτάνοντας ο σύμβολο στη δεκαετία του 80 και κρατώντας
ακόμα το χαρακτήρα του και τη φρεσκάδα του ως σήμερα. Η διασκευή του τραγουδιού
έχει γίνει άπειρες φορές και με διάφορα τέμπο και εκδοχές, από τη θεατρική,
tango-can-can εκδοχή της ταινίας Moulin Rouge! (2001) μέχρι jazz, gypsy,
symphonic και acoustic ερμηνείες. Χρησιμοποιήθηκε σε ταινίες (The Full Monty, Love
Actually, 50 First Dates), τηλεοπτικές σειρές, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια,
ενώ παραμένει σταθερό στοιχείο των live εμφανίσεων της μπάντας ή του προσωπικού
πρότζεκτ του δημιουργού του, συχνά επεκταμένο με reggae και jazz
αυτοσχεδιασμούς. Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στη λίστα «500
Greatest Songs of All Time», ενώ το NME το ανακήρυξε «οριστικό κομμάτι της
post-punk εποχής».
Αλλά και από
την μεριά της ακαδημαϊκής ματιάς ως και την μουσικολογία, το τραγούδι δεν
έμεινα αδιάφορα και έχει μελετηθεί η περίπτωση του ως μια σπάνια πολιτισμική
υβριδικότητα η οποία κατάφερε να συνδυάσει τοτζαμαϊκανό reggae, τη βρετανική rock, τους λατινικούς
ρυθμούς και τη γαλλική θεατρική αναφορά σε ένα ενιαίο αφήγημα.
Ακόμα και
σήμερα το «Roxanne» παραμένει συνεχίζει να ήταν ζωντανό, όχι απλά ως υπενθύμιση
του παρελθόντος αλλά είναι ένας ενεργός πολιτισμικός κώδικας ακόμα και στους
νέους της εποχής. Είναι απόδειξη πώς μια απλή σπίτια μπορεί να γίνει μια
τεράστια φωτιά, πώς μπορεί ένα τραγούδι να γεννηθεί από μια μικρή βόλτα στο
Παρίσι, να ηχογραφηθεί με ελάχιστα χρήματα, ακόμα και να λογοκριθεί από την
τηλεόραση και τελικά να γίνει ήχος μιας ολόκληρης γενιάς και ξεπερνώντας την
παράλληλα. Και αυτό μπορεί να φαντάζει ένα μεγάλο μυστήριο της μουσικής, δηλαδή
ότι η πιο σκληρή πραγματικότητα η οποία καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ρυθμό και
στίχους μπορεί να γίνει αθάνατη, αλλά στη μουσική κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κοινότυπο.
Σαν συνέχεια του
αφιερώματος στην αδικημένη HARD ROCK –
HEAVY METAL ελληνική σκηνή από το ντίρι-ντάχτα
μουσικό κατεστημένο θα αναφερθούμε
στους Spitfire. Ίσως γίνουμε γραφικοί
επαναλαμβάνοντας ότι, αν η μουσική τους
δράση είχε σαν βάση μια χώρα όπως Αγγλία,
θα μιλούσαμε τώρα απλά για μια μεγάλη
μπάντα και όχι σαν νοσταλγική αναφορά.
Αν και οι Spitfire επανήλθαν πολύ δυναμικά,
σίγουρα στέρησαν πολλά δημιουργικά
τους χρόνια από φαν του είδους.
Η ιστορία ξεκινάει
γι αυτούς το πριν 28 χρόνια, το 1984. Οι Ντίνος
Κωστάκης, Γιώργος Βελέντζας, Θάνος
Κρεμμύδας, Κώστας Κυριακίδης και ο
Ηλίας Λογγινίδης δουλεύουν πάνω σε
δικές τους συνθέσεις, όχι με κάποιον
απώτερο σκοπό, άλλα απλά για το γούστο
τους και ελπίζοντας σε κάποιες ζωντανές εμφανίσεις μιας και η δημιουργία και
κυκλοφορία ενός δίσκου εκείνη την εποχή
ούτε σαν όνειρο φάνταζε. Μετά από έναν
χρόνο και μετά από πολλές εμφανίσεις και πάντα με δικός υλικό, παίρνουν μέρος
σε φεστιβάλ, που γίνεται στο Αμερικάνικο Κολέγιο Αθηνών. Εκεί αποσπούν την
προσοχή του Γιάννη Κουτουβού, που εκείνη
τη εποχή εργαζόταν για την ΕΜΙ. Το ντέμο
τους παρουσιάζεται στη δισκογραφική
εταιρία, ενώ συγχρόνως τα τραγούδια τους ακούγονται ακούγονται για πρώτη
φορά στο ραδιόφωνο. Ανοίγουν την συναυλία
των SAXON στην Ριζούπολη με ένα συμβόλαιο
στις αποσκευές τους, το πρώτο για ελληνική
heavy
metal
μπάντα σε πολυεθνική. Λίγο πριν την
κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου
“First Attack”, ο τραγουδιστής τους μένει
σε κώμα μετά από ατύχημα. Ο Ντίνος
Κωστάκης αντικαθίσταται από τον CORNELIUS
(Douglas) για την πρώτη τους συναυλία στην
Κύπρο.
Η δισκογραφική
τους πορεία δεν ήταν η αναμενόμενη μιας
και το 1990 κυκλοφόρησαν από μια μικρή
εταιρία (Μολών Λαβέ) ένα live με τίτλο
“100% Live”. Ξανά εμφανίζονται μόλις το
2009 με το “Die Fighting” που είχε αρκετή
ανταπόκριση από το κοινό. Ο Klaus Meine τους
καλεί να παίξουν σαν support
στις
εμφανίσεις των scorpions.
Επίσης μοιράζονται την σκηνή με τους W.A.S.P και
Orange Goblin στις εμφανίσεις τους ανά την
Ελλάδα. Επίσης δημιουργήθηκε ένα
ντοκιμαντέρ για τις μέρες των Spitfire: Back
to Zero. Τη σκηνοθεσία έχει κάνει ο Βαγγέλης
Ρήγας και το μοντάζ ο Γιώργος Ταμπακάκης.