Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Kiss - Destroyer


Οι Kiss είναι ένα από τα δημοφιλέστερα Rock συγκροτήματα όλων των εποχών στην Αμερική και γενικά παγκοσμίως..
Δημιουργήθηκαν κάπου στο 1973 στην Νέα Υόρκη από τους Paul Stanley,Gene Simmons,Ace Frehley & Peter Criss,το χαρακτηριστικό τους όλα αυτά τα χρόνια είναι το Make-up που έμοιαζε περισσότερο με μάσκες.
Ο καθένας είχε και έναν χαρακτήρα αναλόγως το βάψιμο στο πρόσωπο του, O Paul Stanley αποτύπωνε έναν Ροκ Αστέρα,ο Gene Simmons έναν δαίμονα,ο Ace Frehley μια διαστημική μορφή και ο Peter Criss είχε την όψη του άντρα-Γάτα.
Έτσι λοιπόν με αυτούς τους χαρακτήρες θα ξεκινήσουν και θα κυκλοφορήσουν τον πρώτο δίσκο τους το 1974,εκείνην την εποχή δίναν συναυλίες ως support band σε ένα άλλο μεγάλο Νεοϋορκέζικο συγκρότημα της εποχής τους Blue Oyster Cult που έτσι κι αλλιώς ήταν μια από τις βασικές μουσικές επιρροές των Kiss.
Ένα πραγματικά απίστευτο πράγμα είχε γίνει τότες που οι Kiss είχαν γίνει μεγάλο όνομα μέσα σε ένα χρόνο και με την κυκλοφορία 2 και μόνο albums ενδεικτικό αυτού είναι ότι εκεί που το 1973/74 ήταν η support μπάντα των Blue oyster Cult στο 1975-76 ήταν αυτοί το μεγάλο όνομα και οι Blue oyster cult το support..όσο και απίστευτο να ακούγεται είναι πραγματικότητα.
Πολλοί και επιτυχημένοι δίσκοι μαζεμένοι εκείνην την εποχή αλλά αυτός που θα ξεχωρίσει και θα γίνει ο αγαπημένος όλων των οπαδών τους θα είναι ο Destroyer του 1976.
Δίσκος που άμα πάρεις ένα ένα τα τραγούδια θα διαπιστώσεις ότι όλα είναι κλασικά και πολύ πετυχημένα.
Από που να ξεκινήσεις από το Detroit Rock City (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/kiss-detroit-rock-city.html )  που είναι ένας από τους ύμνους του group και θα αποτελέσει και τίτλος για μια ταινία που γυρίστηκε στην δεκαετία του 90' που είχε θέμα τους Kiss και μια παρέα παιδιών που πέρασαν διάφορες περιπέτειες για να τους δουν ζωντανά.

Υπάρχουν επίσης πολλά ακόμα μεγάλα κομμάτια στον δίσκο Destroyer όπως το God Of Thunder ένα επικό τραγούδι γραμμένο από τον Paul Stanley αλλά τραγουδάει ο Gene Simmons λόγω κυρίως του ύφους του τραγουδιού που ταίριαζε περισσότερο στην βαριά φωνή του Gene ..
Επίσης πολύ γνωστό τραγούδι το Beth (  http://echooadventures.blogspot.gr/2013/07/kiss-beth.html ) μια μπαλάντα ερωτική ίσως να χαρακτηρίζεται οπού στα φωνητικά ακούμε τον Peter Criss ...

Και αυτό είναι ένα από τα πολλά στοιχεία που έκανε τους Kiss τόσο ξεχωριστούς,στα τραγούδια τους τουλάχιστον μέχρι το 1980 όσο δηλαδή ήταν η καλή τους σύνθεση όποιος έγραφε το τραγούδι και αυτός το τραγουδούσε..
Οι Kiss φυσικά συνεχίζουν μέχρι και σήμερα κυκλοφορώντας πολύ συχνά δίσκους , με τους Gene Simmons & Paul Stanley τα μοναδικά ιδρυτικά μέλη αλλά σίγουρα πάντα να τους πλαισιώνουν σπουδαίοι μουσικοί.

Gary Lexicondevil


Van Halen - Ice Cream Man


 Ένα τραγούδι αν και το ίδιο δεν φέρνει καμία ιστορία,μπορεί όμως μια καλή αφορμή για περαιτέρω αναζήτηση. Φυσικά, οι πρώτοι μπλουζίστες μετέφεραν με νότες εικόνες που έβλεπαν στην καθημερινή τους ζωή. Τώρα πίσω από μια εικόνα κρυβόταν κάποια ισρορία, κάποιος πόθος ή ακόμα και έρωτας. Αλλά, άμα ήσουν μαύρος και μπλουζίστας σε ένα πουριτανικό και ουκ ολίγες φορές ρατσιστικό κράτος έπρεπε  να κρύβεις τα λόγια σου. Έτσι απλές εικόνες και πολύ απλοϊκά θέματα ήταν βασική θεματολογία τους. 
Και σε όλα αυτά  υπάρχει και ένας κανόνας, αν θέλεις να γίνεις ένας καλός hard rocker πρέπει να μάθεις να παίζει καλά μπλουζ. Προφανώς το γνώριζα οι Van Halen, συμπεριλαμβάνοντας στο πολύ πετυχημένο ντεμπούτο άλμπουμ τους, συνθέσεις ryth'n'blues. Μία από αυτές είναι και το  "Ice Cream Man", μια σύνθεση του John Brim, ενός μπλουζ κιθαρίστα από το Σικάγο, τραγουδιστή και κυρίως τραγουδοποιού. Αν το κοιτάξει κανείς πονηρά το λυρικό μέρος, βρίθει από σεξιστικά υπονοούμενα, αλλά στην ουσία μιλάει για ένα παγωτατζή. 
Το τραγούδι που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1953 και στην εκτέλεση του δημιουργού του. Αλλά αυτό που σε πάει σε πονηρό μέρος του μυαλού το λυρικό μέρος του, είναι η επιμονή του  David Lee Roth να μπει στο άλμπουμ, καθώς ήταν και το αγαπημένο του. Ήταν μια από τις δύο διασκευές στο πρώτο τους άλμπουμ, η άλλη ήταν το "You Really Got Me," που ήταν και το πρώτο τους σινγκλ. 
Το τραγούδι συμπεριλαμβανόταν στο ντέμο τους, πριν υπογράψουν στην δισκογραφική εταιρία. Το είχαν αρχικά στείλει στο Gene Simmons, του οποίου δεν άρεσε ιδιαίτερα, αλλά τελικά τους κάλεσε στην Νέα Υόρκη να το ηχογραφήσουν. Τελικά ήταν η πηγή για τα δύο πρώτα τους άλμπουμ. Αλλά η εικόνα ενός λευκοντυμένου τύπου που γυρνούσε στις αμερικάνικες γειτονιές, προσφέροντας γευστική και δροσιστική χαρά στα παιδιά, είναι μια καλή αφορμή να μάθουμε και την ιστορία αυτού του παγωμένου γλυκίσματος. 
Το 1659 ο Σικελός  Francesco Procopia dei Coltelli τελειοποίησε το την κατασκευή του πρώτου παγωτού. Και 27 χρόνια αργότερα ο ίδιος, ανοίγει το  Le Procope, το πρώτο cafe που σερβίρει το συγκεκριμένο γλύκισμα. Με αυτήν την επιχειρηματική κίνηση το παγωτό έγινε πλέον διαθέσιμο στο ευρύ κοινό.
Jacek Maniakowski

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

White Hills - Concert


Οι κύριοι λόγοι να πάει κάποιος σε μια συναυλία είναι να ακούσει μια αγαπημένη του μπάντα και αν την γνωρίζει προσωπικά απλά να δει τους φίλους του να παίζουν. Δεν είναι λίγες φορές που και τα δύο πάνε και μαζί. Αν δεν την γνωρίζεις, με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, απλά κάνεις ένα ταχύρυθμο "φροντιστήριο" για να εμπεδώσεις στην μουσική της. Οι ελάχιστες φορές που πάει κάποιος "στα τυφλά" ή καλύτερα "στα κουφά", δοκιμάζει, την τύχη του, αλλά μπορεί και την υπομονή του. Ευτυχώς στο rock'n'roll, το πιο σύνηθες αποτέλεσμα είναι να ανακαλύψει κανείς ακόμα μια νέα αξιόλογη μπάντα και καμιά φορά και δύο, την support της σαν δεύτερη. 
Μια τέτοια συναυλία ήταν και των White Hills, με support τους This Is Nowhere, στον πιο γνωστό συναυλιακό χώρο της Θεσσαλονίκης. Η καθυστέρηση της ζωντανής όσο και εκνευριστική ήταν, άλλο τόσο συνηθισμένη. Η παρουσία της μπάντας από το  Manhattan της Νέας Υόρκης με την συμμετοχής της στο  soundtrack της νέας ταινίας του Jim Jarmusch "Only lovers left alive" , δεν τράβηξε ιδιαίτερα πολύ κόσμο, αν και το εισιτήριο ήταν μέσα στα λογικά πλαίσια. Η μπάντα που υπάρχει από το 2000, ουσιαστικά είναι το ντουέτο των Dave W. (guitar, vocals) και Ego Sensation (bass guitar, vocals), με κατά καιρούς διαφορετικούς ντράμερ. Από το 2005, κυκλοφορούν ανελλιπώς δισκογραφικές δουλειές, που έχουν φτάσει 12 άλμπουμ και 5 EP. Το πρόσφατο So You Are... So You'll Be ήταν η αιτία για την πανευρωπαϊκή τους περιοδεία. 


Η συναυλία ξεκίνησε με τους This Is Nowhere χωρίς πολλά πολλά, απλά άρχισαν να παίζουν, προφανώς από το νέο τους πόνημα Turn On Tune Down Drop d. Η εμφάνιση τους, αν και λίγο antisocial,  δεν έμεινε απαρατήρητη. Πολύ καλό δέσιμο τους αναδείκνυε τις space blues συνθέσεις τους. Σίγουρα θα ασχοληθώ εκτενέστερα στο μέλλον μαζί τους γιατί έδειξαν πως είναι αρκετά αξιόλογη μπάντα. Η σκηνική τους παρουσία ταίριαζε με τις συνθέσεις τους, αν και κάποια τεχνικά προβλήματα, κυρίως του ντράμερ (κυνηγούσε ένα του τύμπανο, μιας και τεχνικός δυσκολευόταν να το στερεώσει σωστά) δεν τους εμπόδισαν να δείξουν την αξία τους. Εντύπωση έκανα η τετράχορδη κιθάρα, κάτι σαν ηλεκτρικό Ukulele, παραδοσιακό όργανο της Χαβάη, δημιουργία όμως των Πορτογάλων αποίκων. Χειροκρότημα που εισέπραξαν απέδειξε την απήχηση που είχαν. 
Με τον ίδιο τρόπο ανέβηκα στην σκηνή και οι White Hills, απλά ξεκίνησαν να παίζουν. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με τον ήχο, μιας και τα φωνητικά ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, αλλά μάλλον μετά από την παρότρυνση της ίδιας της μπάντας, για να πετύχουν τον Fuzzed Out Motorik Spacerock ήχο τους. Ο ντράμερ έπαιζε σαν να ήθελε να εκδικηθεί τα τύμπανα, που ολοφάνερα ήταν υπερβολικά μπροστά. Περισσότερη προσοχή κέρδιζε η εντυπωσιακή εμφάνιση της μπασίστριας Ego Sensation, παρά ο ήχος της μπάντας, παρ' όλα που οι φαν τους, τους αποθέωναν. 
Πρώτη φορά που μίλησε στο κοινό ο Dave W, όταν κόπηκε το ρεύμα για τον ενισχυτή τους. Αν και ο βρώμικος Avant-garde  ήχος τους  δεν ήταν άσχημος στις συνθέσεις τους, το υπερβολικό  χρονικά "ξεχείλωμα' των συνθέσεων τους, σε στυλ post rock, μάλλον κούραζε. Η επαφή με το κοινό περιοριζόταν μόνο στα thank you και πιο πιθανόν δεν ήξεραν σε ποια πόλη έπαιζαν. Εμφανώς κουρασμένοι, απλά έπαιζαν στο "αυτόματο" με ανύπαρκτα οπτικά εφέ. Σίγουρα θα ήθελα να μου κλέψουν την προσοχή, κάτι που δεν κατάφεραν αν και μουσικά είναι αρκετά αξιόλογοι. Η ελληνική μπάντα που τους άνοιξε, οι This Is Nowhere, απέδειξε ότι, στην ελληνική μουσική έρημο υπάρχουν πολλές οάσεις. 
Jacek Maniakowski

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

City - Am Fenster

Η πορεία ενός ανθρώπου καθορίζεται από αμέτρητους εξωτερικούς παράγοντες και έναν εσωτερικό: τη βούλησή του να υπάρξει και να πορευτεί. Και τα τραγούδια, όπως οι άνθρωποι, είναι οντότητες. Ανεξάρτητες πολλές φορές από τον ίδιο τον δημιουργό τους, μοιάζουν να έχουν επιλέξει μια δική τους πορεία. Μια πορεία που δεν υπακούει σε δισκογραφικά πλάνα ή εμπορικές στρατηγικές, αλλά στη φυσική τους ανάγκη να φτάσουν σε όσο περισσότερα αυτιά γίνεται. Ίσως μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με τον επίλογο του Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, όπου κάθε άνθρωπος ενσαρκώνει ένα βιβλίο που το έχει μάθει απ’ έξω και το κουβαλάει σαν μνήμη, σαν αποστολή.

Το Am Fenster των City είναι ένα τέτοιο τραγούδι. Ένα κομμάτι που δεν γράφτηκε για να γίνει ύμνος, αλλά έγινε. Στην Ελλάδα, έγινε γνωστό το 1978, όταν ένας πειρατικός σταθμός της Αθήνας, ο «Moonflowers», το έπαιζε ξανά και ξανά, σαν σήμα έναρξης και λήξης. Μετά τη Γερμανία, η Ελλάδα είναι η χώρα όπου το τραγούδι βρήκε τη μεγαλύτερη ανταπόκριση. Και όμως, η ιστορία του ξεκινά λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Ανατολική Γερμανία, εκεί όπου μια μελωδία ήθελε να ενσαρκωθεί, και πολλοί παράγοντες συνωμότησαν για να γίνει αυτό.

Το τραγούδι δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1974, πολύ πριν την έλευση του Toni Krahl στο συγκρότημα. Ο Fritz Puppel (κιθάρα), ο Klaus Selmke (drums), ο Georgi Gogow (μπάσο και βιολί) και ο Emil Bogdanow (φωνητικά), οι τότε City ή αλλιώς City Band Berlin, είχαν ήδη 2–3 χρόνια στο ενεργητικό τους, παρά τις συνεχείς αλλαγές στα μέλη. Η ιστορία δεν θα γραφόταν αν ο θείος του Selmke δεν του έστελνε ένα σετ ντραμς και ένα βιολί από τη Δυτική Γερμανία, μια πράξη σχεδόν παράνομη για τα δεδομένα της εποχής.

Ένα απόγευμα, ο Gogow έφερε το βιολί στην πρόβα και άρχισε να παίζει μια μελωδία εμπνευσμένη από τους τσιγγάνους της Βουλγαρίας. Δύο μέρες αργότερα, ο Emil εμφανίστηκε με το ποίημα Am Fenster, της Γερμανίδας ποιήτριας Hildegard Maria Rauchfuß (1918–2000), από τη συλλογή Versuch es mit der kleinen Liebe. Το τραγούδησε με τη συνοδεία του γκρουπ, και όπως λέει ο Selmke: «Μας κυρίευσε μια ακατανίκητη έκσταση και πάθος, μια μαγεία! Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί πως αυτός ο μουσικός αυτοσχεδιασμός θα γινόταν εθνικός ύμνος της καταπιεσμένης νεολαίας της Ανατολικής Γερμανίας.»

Το ποίημα είναι γραμμένο με ατελείς φράσεις, σχεδόν υπερρεαλιστικές, που δεν ακολουθούν τους συντακτικούς κανόνες της γερμανικής γλώσσας. Μιλά για την βαθιά αγάπη, την επιθυμία, την ελευθερία, τον φόβο του αύριο. Είναι μια κραυγή που δεν φωνάζει, σιωπηλή σαν την Φωνή της Σιγής, απλώς κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο.

Το τραγούδι είχε και τις περιπέτειές του. Ο Emil Bogdanow αυτομόλησε στη Σουηδία. Η δισκογραφική εταιρεία Amiga αρνήθηκε να το ηχογραφήσει λόγω της μεγάλης διάρκειας (7:20) και της χρήσης βιολιού, κάτι που ήταν ασυνήθιστο για την εποχή. Το 1976, ηχογραφήθηκε με τον νέο τραγουδιστή Toni Krahl, ο οποίος από το άγχος του ξέχασε τη δεύτερη στροφή και επανέλαβε την πρώτη. Η κασέτα έφτασε στα χέρια του Peter Schimmelpfennig, μουσικού συντάκτη της εκπομπής Stimme der DDR, και το τραγούδι απογειώθηκε.

Το Am Fenster κυκλοφόρησε τελικά το 1977 ως single και το 1978 ως maxi single. Έγινε χρυσός δίσκος στην Ελλάδα και τη Γερμανία, και θεωρείται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κομμάτια της ανατολικογερμανικής ροκ. Στην Ελλάδα, έγινε σύμβολο μιας γενιάς που έψαχνε κάτι πέρα από τα σύνορα, κάτι που να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο.

Η μουσική δομή του κομματιού έχει μια ιδιαιτερότητα στον ήχο, ίσως σε αυτό οφείλεται και η μοναδικότητά του. Το Am Fenster ξεχωρίζει για την τριμερής του δομή, κάτι σπάνιο για ροκ τραγούδι της εποχής.

Εισαγωγή: Ένα σχεδόν μινιμαλιστικό, ατμοσφαιρικό βιολί, που παίζει ο Γεωργιανός μουσικός Georgi Gogow. Η μελωδία βασίζεται σε βαλκανικά και τσιγγάνικα μοτίβα, με έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Φωνητικό μέρος: Ο Toni Krahl τραγουδά το ποίημα της Rauchfuß με εσωτερικότητα και ένταση. Η ενορχήστρωση παραμένει λιτή, με έμφαση στη φωνή και το βιολί.

Ορχηστρική κορύφωση: Το τραγούδι μετατρέπεται σε ένα σχεδόν συμφωνικό crescendo, με το βιολί να οδηγεί σε μια έκρηξη συναισθήματος και να τολμήσουμε να πούμε, σαν μια κραυγή αναζήτησης της ελευθερίας. Το τρίπτυχο αυτό, δηλαδή η εισαγωγή, η αφήγηση και τελικά το ξέσπασμα που οδηγεί σε μια έκσταση, ουσιαστικά κάνει το τραγούδι αυτό να μοιάζει με ένα μουσικό ποίημα παρά με ένα συμβατικό τραγούδι.

Η Rauchfuß ήταν συγγραφέας, ποιήτρια και δημοσιογράφος από τη Λειψία, της οποίας το έργο πολλές φορές επικεντρωνόταν σε υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα. Το συγκεκριμένο αυτό ποίημα, το Am Fenster, γράφτηκε στη δεκαετία του 60 και δημοσιεύτηκε σε μια συλλογή που κυκλοφόρησε το 1973. Ο στόχος του δεν ήταν να μελοποιηθεί, αλλά η δύναμη των εικόνων που είχε, ως ένα είδος λεκτικού παραθύρου με βλέμμα προς το έξω και αίσθημα αναμονής και σιωπηλής ελπίδας, το έκανε ιδανικό για να μεταφερθεί και να ενσαρκωθεί σε κάποιο τραγούδι.

Η ίδια η Rauchfuß, όταν άκουσε το τραγούδι, συγκινήθηκε βαθιά και το χαρακτήρισε “μια από τις πιο όμορφες μεταγραφές ποίησης σε μουσική που είχε ποτέ φανταστεί”.

Όπως ήταν φυσικό, το τραγούδι αυτό έγινε ένα σύμβολο της αντίστασης και της εσωτερικής ελευθερίας για την νεολαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Σε μια χώρα όπου η λογοκρισία και η κρατική επιτήρηση ήταν μια συνηθισμένη καθημερινότητα, το τραγούδι αυτό, χωρίς να έχει πολιτική διάθεση, ουσιαστικά παρότρυνε να μιλήσει κάποιος για την ανάγκη να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο, να μπορέσεις να ονειρευτείς, να νιώσεις και να υπάρξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το Am Fenster θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, και συχνά περιλαμβάνεται σε λίστες με τα “100 τραγούδια που διαμόρφωσαν την DDR”.

Το τραγούδι μας δείχνει το γεγονός όπως κάθε επανάσταση χρειάζεται καταρχήν έναν επαναστάτη, όπως η ελευθερία χρειάζεται ένα τραγούδι για να της το δείξει. Ότι δεν καταφέρνουν τα όπλα, μπορεί να καταφέρει η πένα και οι νότες. Προφανώς η πτώση του τείχους άργησε μια δεκαετία, αλλά ήταν ένα μικρό λιθαράκι στην απομυθοποίηση μιας ακόμα δικτατορίας. Γι αυτό πολλοί δικτάτορες ή οι κυβερνήσεις προσπαθούν να φιμώσουν και να σιωπήσουν τα μουσικά όργανα. 


Jacek Henryk Maniakowski


Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Audioslave - Be Yourself


Όπου υπάρχει πρόβλημα,υπάρχει και η λύση. Είναι ένα δίπολο πανταχού παρόν στην καθημερινότητα μας και το μόνο μου μας εμποδίζει να εξισώσουμε αυτό είναι ο φόβος να κοιτάξουμε μέσα μας, για να βρούμε πρώτα τον εαυτό μας. Αλλά για να βρει το πρόβλημα το έτερον του, που είναι η λύση του,  ένας καλός συμπαραστάτης  είναι η φιλοσοφία. Όμως οι φιλοσοφία διακατέχεται από έναν "ελιτισμό", όχι με την ακριβής του έννοια, αλλά σαν νοητική προσέγγιση, τότε η τέχνη αναλαμβάνει τον ρόλο του συμπαραστάτη. Και το rock'n'roll, έχει την δυνατότητα με ένα τραγούδι, να κάνει ερωτική εξομολόγηση ως και να δώσει λύση σε πιο βαθύ πρόβλημα, ακόμα και με έναν τίτλο. 
Το "Be Yourself" δεν είναι μόνο η πρόταση του supergroup των Audioslave, αλλά και η πρώτη απάντηση σε κάθε πρόβλημα από κάθε φιλόσοφο, με την φράση, γνώρισε το εαυτό σου πρώτα, να την συνοδεύει. Η δημιουργία όλης της μπάντας, με τον Chris Cornell να αναλαμβάνει πλήρως το λυρικό μέρος, βρίσκεται στο δεύτερο τους άλμπουμ, το Out of Exile. Το λυρικό μέρος είναι ουσιαστικά, μια απολογία του frontman της μπάντας για τα δικά του λάθη του στο παρελθόν. Αλλά και τις τραγωδίες που προήλθαν από αυτά τα λάθη. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο δημιουργός των στίχων, δέκα χρόνια πριν την δημιουργία του, από την στεναχώρια του δεν θα μπορούσε να κάνει έναν τέτοιο απολογισμό. 
Η ιδέα για το βιντεοκλίπ ήρθε στον  Chris Cornell, αφού είδε την ταινία  Let It Be των The Beatles. Το γεγονός ότι  τα πάντα,η κάθε λήψη, σε αυτήν φαίνονται σαν το πιο σημαντικό γεγονός. Αυτή την παιδική ματιά, όπου τα κάθε τι καινούργιο είναι γεγονός, ήθελε να αποτυπώσει και στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού. Αυτό ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο σκηνοθέτης Francis Lawrence, γνωστός για τις συνεργασίες του με πολλούς ροκ καλλιτέχνες, αλλά και για το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το  Constantine. Γυρίστηκε σε ένα παλιό ξενοδοχείο στο κέντρο του  Los Angeles και οι ομοιότητες του με το Like a Stone είναι οφθαλμοφανέστα.
Το απλό μήνυμα του τίτλου του τραγουδιού, χρησιμοποιήθηκε και  από την  World Wrestling Entertainment (WWE) στο Raw Diva Search 2005 για την είσοδο της νικήτριας Ashley Massaro. Αλλά και σε κάποιες άλλες δραστηριότητες της εν λόγω ομοσπονδίας. 
 Jacek Maniakowski

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

King Crimson - Epitaph


Το rock'n'roll δεν είναι κάποιο είδος μουσικής απλά και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μια οργανική ανάπτυξη.  Όπως ένα δέντρο με τις διακλαδομένες ρίζες, που καταλήγουν σε έναν κορμό και αυτός με την σειρά του εξελίσσεται σε πολλά κλαδιά και παρακλάδια. Και αυτά με την σειρά τους, δίνουν τους καρπούς τους, πέρα από την μουσική, που είναι βασικό ζητούμενο και ο κορμός. Τα "φρούτα" αυτά είναι αρκετά και διαφορετικά μεταξύ τους, από συναίσθημα που δημιουργεί μια κάποια ερωτική ιστορία, ως σοβαρές πληροφορίες για γεγονότα του παρελθόντος, αλλά και τροφή για σκέψη με φιλοσοφικούς προβληματισμούς.
Από τα απλά ακόρντα στα πρώτα του βήματα, άρχισε να γίνεται πιο πολύπλοκη, σε αναζήτηση νέων μουσικών εμπειριών. Η αρχή έγινε με το Psychedelic rock, που αργότερα  εξελίσσεται σε Progressive rock. Το λυρικό μέρος άρχισε να καταπιάνεται με θέματα που ξεφεύγουν από το πλαίσιο της προσωπική εμπειρίας του δημιουργού. Από τα πρώτα συγκροτήματα ήταν και οι  King Crimson και το ντεμπούτο άλμπουμ τους  In the Court of the Crimson King του του 1969, έδωσε και το πιο γνωστό τους δημιούργημα, το Epitaph. Η δημιουργία των Robert Fripp, Ian McDonald, Greg Lake και Michael Giles, στο λυρικό της μέρος είναι μια φιλοσοφική ελεγεία για την δυστοπία. Είναι η περιγραφή ενός φανταστικού κόσμου  απόλυτης δυστυχίας. 
Στην τέχνη το έχουμε συναντήσει κυρίως στην λογοτεχνία με τα «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ (1726), ο «Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ, το «1984» του Τζορτζ Όργουελ (1949). Στο κινηματογράφο τέτοιους κόσμους είδαμε στο Blade Runner καθώς και την τριλογία Μάτριξ. Το τραγούδι αναφέρεται στο επιτάφιο, το μήνυμα που γράφεται στην ταφόπλακα. Απλά η αναφορά είναι στην ανθρωπότητα  κι όχι σε έναν άνθρωπο. Η βασική αιτία είναι η σύγχυση και το "confusion."  ακούγεται σαν μια σπαρακτική κραυγή, που μένει στον ακροατή. Ο μπασίστα Greg Lake, που έπαιξε μαζί τους μόνο στο πρώτο  άλμπουμ, αναφέρει ότι η μπάντα είχε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να προβλέπει μελλοντικές καταστάσεις. Τα τραγούδια τους είναι πιο επίκαιρα τώρα, παρά την εποχή που γράφτηκαν. Και δυστυχώς ισχύει. 
Όμως, τα προφητικά οράματα του Peter Sinfield, που είναι υπεύθυνος για το λυρικό μέρος ήταν αποτέλεσμα και ενός "ταξειδιού" στα οράματα που προσέφερε το  LSD, ναρκωτικό πολύ δημοφιλές εκείνη την εποχή, στους μουσικούς κύκλους. Οι τακτικές επισκέψεις σε κάποιο γκουρού έδωσαν ακόμα περισσότερες πηγές έμπνευσης για τους στίχους του. Στην ουσία, οι στίχοι δεν έχουν ερμηνευτεί πλήρως. Η βαριά χρήση του μέλοτρον, είναι η πιο κατάλληλη συνοδός στους πεσιμιστικούς στίχους. 
 Jacek Maniakowski

Cat Stevens - Wild World


Oh baby baby it's a wild world, 
It's hard to get by just upon a smile. 
Oh baby baby it's a wild world. 
Οι στίχοι αυτοί δεν αποτελούν καμιά απροσδόκητη δήλωση, ούτε έχουν κάποια στοιχειώδης πρωτοτυπία. Είναι γεγονός ότι η άγρια ζούγκλα έχει μεταφερθεί στις πόλεις και τα ζωώδη ένστικτα απλά στάθηκαν στα δύο πόδια και φόρεσαν πολύχρωμα ρούχα, ενίοτε και μονόχρωμα. Αλλά η βία και αγριότητα, σταματά να είναι απλά μια φυσιολογικά αυτόματη και μη παρατηρήσιμη κατάσταση, όταν η δημιουργικότητα ή έρωτας μπαίνουν στο καθημερινό πρόγραμμα του ανθρώπου. Τότε βλέπει τον παραλογισμό γύρω του και αν είναι καλλιτέχνης, έχει την δυνατότητα να το εκφράσει. 
Στον κόσμο της μουσική όταν ακούμε για Wild World, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό, είναι η δημιουργία του  Cat Stevens, αργότερα Yusuf Islam και γεννημένου σαν Steven Demetre Georgiou. Το τραγούδι βρίσκεται στο τέταρτο του άλμπουμ, το  Tea for the Tillerman του 1970. Όπως και στο προηγούμενο άλμπουμ του, το Mona Bone Jakon, ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός,μετουσιώνει τα προβλήματα του παρελθόντος σε τραγούδια. Εισπράττει επιτυχία και παγκόσμια αναγνώριση, δημιουργώντας μερικές από τις πιο αρχετυπικές μουσικές συνθέσεις στην ιστορία της rock και pop μουσικής. Η παραγωγή του  With Samwell-Smith προσδίδει έναν folk rock, ουσιαστικά δημιουργώντας έναν νέο ήχο. 
Αλλά ως συνήθως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στρέφεται στο λυρικό μέρος, μιας και πάντα οι λίγοι στίχοι μπορούν να διηγηθούν πολλές ιστορίες. Και κάθε γνήσιος ποιητής έχει και μια μούσα, που ο έρωτας γι αυτή αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας. Για τον Σουηδό-Κύπριο η πηγή αυτή λεγόταν  Patti D'Arbanville, η διετή σχέση με την Αμερικανίδα ηθοποιό πρόσφερε μουσικά αριστουργήματα στο μουσικόφιλο κοινό ανά τη υφήλιο. Το Wild World είναι ένα ακόμα τραγούδι που γράφτηκε γι αυτήν. Ουσιαστικά σηματοδοτεί την λήξη της ρομαντικής προσέγγισης στην σχέση τους και την έξοδο προς τον πραγματικό κόσμο, χωρίς τα γυαλιά της εξιδανίκευσης. Η συνοδεία μουσικών ακόρντων,κοινών στην ισπανική μουσική, λειτουργεί αρμονικά μαζί τους, επιτείνοντας τους. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την δημιουργία του, ο ίδιος παραδέχεται ότι, ουσιαστικά προειδοποιεί τον εαυτό του για τα επακόλουθα της επιστροφής του στην πραγματικότητα. Το τραγούδι μιλάει για το χάσιμο της επαφής με την πραγματικότητα και κυρίως με το σπίτι του, καταλήγει. 
Η πορεία του του τραγουδιού συνεχίζεται ως σήμερα, που ήταν και το πρώτο του, που μπήκε σε Αμερικάνικο  chart. Όμως, το ταξείδι του ξεκίνησε με κάποια παρανόηση, καθώς πρώτα κυκλοφόρησε το cover του από τον Jimmy Cliff, τρεις μήνες πριν την κυκλοφορία της αυθεντικής εκτέλεσης και μάλιστα με πολύ επιτυχία, καθώς έφτασε ως το νούμερο 8 του Βρετανικού chart. Έτσι με τη κυκλοφορία της κανονικής εκτέλεσης οι περισσότεροι είχαν την εντύπωση, πως αυτή ήταν η διασκευή. Επίσης η διασκευή των Mr. Big, μέσα από το τρίτο τους άλμπουμ, το Bump Ahead,  ανέβηκα αρκετά ψηλά στα Αμερικάνικα chart. 
Jacek Maniakowski