Όλες πράξεις του ανθρώπου
έχουν να κάνουν με δυο κατευθύνσεις: την αναπαραγωγή του και την αναζήτηση
τροφής. Η τροφή δεν είναι μόνο η υλική, αλλά και νοητική, συναισθηματική και
πνευματική. Ουσιαστικά καλύπτοντας τις βασικές ανάγκες του προς επιβίωση, αναζητά
μια συναισθηματική κάλυψη, νοητικά ερεθίσματα και αργότερα μια κάποια πνευματικότητα, συνήθως με την
μορφή κάποια θεότητας. Ακριβώς όπως τα ορίζει η πυραμίδα των αναγκών του Maslow.
Στην δεκαετία του τίποτα,
όπως έχει ειπωθεί από μουσικούς κριτικούς για ‘80s,
κάτι καινούργιο ερχόταν στο προσκήνιο. Η Metal μουσική, άφηνε την νηπιακή της ηλικία και επίμονα ζητούσε την θέση της
στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Παρ’ όλη την στοχοποίηση από συντηρητικούς
κύκλους σε παγκόσμιο επίπεδο, χάρη στους οπαδούς της, δεν παρέδιδε … τις
κιθάρες. Οι νέες μπάντες ξεφύτρωναν σε όλες τις χώρες, μαζί με τα νέα της είδη.
Όμως στην μετα-χουντική Ελλάδα, πως μπορούσε κάποιος να μάθει για νέες
κυκλοφορίες ή και μπάντες.
Ο τύπος γύρω από αυτήν
μουσική σχεδόν ανύπαρκτος, με μοναδική πηγή το περιοδικό «Ποπ & Ροκ», το
οποίο ουσιαστικά «έθαβε» ουκ ολίγα αριστουργήματα κάποιων ονομάτων, οι οποία
ήταν καταξιωμένα μεν, αλλά σε άλλες χώρες. Ο λόγος γι αυτό, δεν είχε να κάνει
με δόλο, αλλά ουσιαστικά τις «δισκοκριτικές» τις έκανε ένας, οποίος δεν ήταν
και πολύ φίλος με την μουσική αυτή. Η προσθήκη του Στάθη Παναγιωτόπουλου στην
συντακτική ομάδα, βελτίωσε κάπως την κατάσταση. Στα μέσα της δεκαετίας όμως
εμφανίζεται το “Heavy Metal” μετέπειτα “Metal Hammer”, ουσιαστικά πρώτος μουσικός οδηγός στα
δύσκολα αυτά χρόνια στην Ελλάδα.
Όμως, για ένα διψασμένο
μεταλλά ούτε και αυτό ήταν αρκετό για τις μουσικές του αναζητήσεις. Έτσι
δημιούργησε αρκετούς τρόπους, ώστε να βρει κάποιο καινούργιο διαμαντάκι ή ακόμα
να ανακαλύψει κάποιο παλιό. Ας δούμε τους τρόπου με τους οποίου επέλεγε να
αγοράσει κάποιο άλμπουμ, στην φτωχή από metal,
μουσική αγορά.
-
Οι συγγενείς από το εξωτερικό: είτε με κάποια
επίσκεψη στην Δ. Γερμανία κυρίως είτε σαν παραγγελία, αν δεν είχαν φρίξει
βλέποντας μόνο το εξώφυλλο κάποιου άλμπουμ
-
Οι δίσκοι βινυλίου της metal ήταν κατά βάση εισαγωγής, αυτό
σήμαινε πως ήταν αρκετά ακριβοί, συνήθως 2-3 φορές ακριβότεροι από αυτούς των
ελληνικών εταιριών. Οι οποίες δεν προτιμούσαν την σκληρή μουσική. Άρα, τα
λιγοστά δισκάδικα, τα οποία είχαν άλμπουμ εισαγωγής της σκληρής μουσικής, τα
πουλούσαν υπερ-τιμολογημένα. Περιθώριο λάθος, μπορεί να στοίχιζε το χαρτζιλίκι
δυο εβδομάδων τουλάχιστον. Για να ακούσεις πριν τι αγόραζες, μάλλον απίθανο,
γιατί απλά όλα ήταν σε κλειστές συσκευασίες. Απλά καθόσουν δίπλα σε πιο
«πάλιουρες» για να κρυφο-ακούσεις τις απόψεις τους.
-
Κάποια βιβλιοπωλεία είχαν «Ξένο Τύπο», όπου
μερικές φορές έβρισκες περιοδικά για μουσική, αλλά κανένα για metal. Ειδικά το γερμανικό 15-ημερο Bravo,
που και που είχε κάποιες αναφορές στις νέες κυκλοφορίες. Μέσα από τις
γερμανικές λέξεις, μπορούσες να ξεχωρίσεις κάποιους αγγλικού τίτλους.
-
Με την εμφάνιση του περιοδικού “Heavy Metal”,
άρχισαν να εμφανίζονται πρώτες αγγελίες για ανταλλαγή κασετών. Ουσιαστικά ήταν
ο πιο σίγουρος και τίμιος τρόπος για ανταλλαγή μουσικών απόψεων και αναζήτησης
νέων ειδών, που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια μετά την βροχή. Η παραγωγή φυσικά ήταν
από κακή ως άθλια, αλλά μας έφτανε.
-
Αργότερα, κάποια δισκάδικα είχαν κασέτες ντέμο,
συνήθως τοπικών συγκροτημάτων, αλλά και αντιγραφές από μπάντες του εξωτερικού.
Η υπερ-τιμολογούμενη κασέτα ήταν σαν να έπαιζες σε «πειραγμένη» λοταρία κάποιου
πανηγυριού. Οι πιθανότητες να βρεις κάτι αξιόλογο ήταν 1 προς 10. Ωστόσο,
υπήρχαν διαμαντάκια όπως αυτό των Deceptor.
-
Οι δισκοκριτικές ήταν επίσης κορώνα-γράμματα,
καθώς ο τομέας της μουσικής αρθρογραφίας ήταν στα επίπεδα του… γραφικού. Ακόμα
κλαίω τα 5000 δρχ που έδωσα για δίσκο των Mentors,
μοναδικών αντιπροσώπων και βασιλιάδων της Porn Metal. Φυσικά υποψίες για χρηματισμό κάποιων
συντακτών, πάντα πλανιόνταν πάνω από τα κεφάλια μας.
- Καθώς τα ερεθίσματα λίγα, προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε στα «πάντα» καινούργιες μπάντες. Ακόμα και παρατηρώντας τα μπλουζάκια των ειδώλων μας. Για παράδειγμα οι Misfits έγιναν γνωστοί χάρη στο μπλουζάκι που φορούσε ο James Hetfield των Metallica. Αλλά και πολλά ακόμα ονόματα ανακαλύφθηκα από μπλούζες, που φορούσαν μέλη άλλων συγκροτημάτων
-
Φυσικά, η ανταλλαγή ιδεών μεταξύ άλλων
μεταλλάδων ήταν η βασική πηγή γνώσης, αλλά κατά βάση συνομήλικων, καθώς οι
μεγαλύτεροι δεν ήταν ιδιαίτερα διαθέσιμοι για μια μουσική συζήτηση με
μικρότερους.
Σίγουρα, σε κάποιες άλλες χώρες τα πράγματα
ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Αλλά βλέπουμε πως και σήμερα η αναπαραγωγή και το
άκουσμα της metal μπορεί να
στοιχίσει και την ζωή κάποιου. Ίσως κάποιοι θα δουν έναν ρομαντισμό μέσα από
αυτήν την υπενθύμιση, ωστόσο τα πράγματα
ήταν αρκετά δύσκολα για μεταλλάδες της εποχής εκείνης, καθώς ήταν εισπράκτορες
κάθε στερεοτυπικής προκατάληψης. Οι νεότεροι δεν μπορούν να φανταστούν καν πως
ήταν η μουσική αναζήτηση χωρίς διαδίκτυο και τις μουσικές πλατφόρμες.
Ευχαριστώ ιδιαίτερα το Δημήτρη Μάλαμα για την
κουβέντα αυτήν, αλλά και για τις κασέτες που μου έγραφε τότε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου