Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Classic Music. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Classic Music. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Giuseppe Tartini - The Devil’s Trill

 

Οι ρίζες ενός μουσικού είδους είναι πάντα θολές και δύσκολα ως ακατόρθωτα, μπορεί κανείς να πει ότι κάποιος συγκεκριμένος έπαιξε πρώτος ένα είδος. Άλλωστε οι μελωδίες είναι ξεχωριστές οντότητες και απλά χρησιμοποιούν τους ανθρώπους για να τις ενσαρκώσει. Έτσι η εξέλιξη των μουσικών ειδών μπορεί να είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξέλιξη  της τεχνολογίας και των μουσικών οργάνων, αλλά πάντα υπάρχει και ένα υπερφυσικό ή καλύτερα ανεξήγητο υπόβαθρο στην δημιουργία μιας σύνθεσης.



Η κλασική μουσική ή ακόμα και προγενέστερα είδη πάντα ήταν ένα Ελντοράντο έμπνευσης για τους δημιουργούς της ροκ. Τα παντρέματα με τις σκληρές εκφράσεις, συνήθως ήταν πετυχημένα, αλλά και δημιούργησαν νέα είδη. Ταυτόχρονα έδωσαν ευκαιρία σε κάθε επίδοξο πιτσιρικά ρόκερ να γνωρίσει τις ρίζες, της ευρωπαϊκής κυρίως, μουσικής. Άλλωστε οι εκκλησιαστικοί αφορισμοί της μουσικής έχουν μακρά ιστορία. Την θέση του βιολιού πριν λίγους αιώνες, στην σημερινή εποχή έχει πάρει η ηλεκτρική κιθάρα. Η ύπαρξη του μύθου πίσω από μια σύνθεση είναι αναγκαία για την είσοδό τη στην αιωνιότητα. Και ένας από τους πιο γνωστούς μύθους είναι αυτός γύρω από το The Devil’s Trill του προκλασικού Giuseppe Tartini (1692–1770).

Το The Devil’s Trill ή The “Devil’s Trill” Sonata ή Violin Sonata in G Minor μια μουσική  σύνθεση  σονάτα για βιολί και Basso continuo, όργανο σχεδόν απαραίτητο για μια τέτοια σύνθεση στην εποχή της Baroque (1600–1750). Αποτελούμενη από 3 μέρη : Larghetto affettuoso , Allegro moderato, Andante Allegro assai, ακολουθεί μια συνηθισμένη δομή για μια τέτοια σύνθεση. Αλλά άνετα στέκει σε μια ροκ σύνθεση, είτε σε αποσπάσματα είτε ακόμα και ολόκληρη, πάντα όμως με σύγχρονα ηλεκτρικά όργανα ερμηνευμένη. Το περίφημο Trill βρίσκεται στο στο Andante του τρίτου μέρους, πριν την γρήγορη coda, σβήσιμο και … ουρά στην κυριολεξία. Και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιο μουσικό κομμάτι που να ανήκει στην Symphonic metal.



Η καταπληκτική βιολίστρια Vanessa-Mae έκανε ευρεία γνωστό το μουσικό κομμάτι σε κοινό που δεν είναι οπαδοί της κλασικής μουσικής απαραίτητα. «Σέρβιρε» με περίσσια χάρη σε ποπ-ροκ κοινό απόσπασμα από την σονάτα μέσα το ένατο άλμπουμ της, το The Original Four Seasons and the Devil's Trill Sonata: The Classical Album 3, δίνοντας την  ευκαιρία σε πραγματικούς μουσικόφιλους για αναζήτηση της ιστορίας πίσω από την αυθεντική δημιουργία. Οποία χρονολογείται μεταξύ του 1740 και 1745,  περιγράφοντας το 1713 σαν έτος που έλαβε χώρα η αφήγηση. Αν και λανθασμένα μερικές φορές αναφέρεται αυτή η χρονολογία, αλλά η γραφή των διπλών φωνών και η ωριμότητα της αρμονίας ανήκουν στη μετέπειτα περίοδο του Tartini.

Ωστόσο ο μύθος ή ιστορία, που δημιούργησε ο ίδιος ο συνθέτης δεν αλλάζουν. Λέγεται ότι ο συνθέτης εκμυστηρεύτηκε ένα όνειρο που είδε, στον φίλο του αστρονόμο Jérôme Lalande. Συγκεκριμένα, εμφανίστηκε ο διάβολος στον ύπνο του και ζήτησε να γίνει υπηρέτης του. Αυτός τότε ξεκίνησε να του κάνει κάποια μουσικά μαθήματα και στο τέλος του έδωσε το βιολί του να δοκιμάσει τις ικανότητες στο παίξιμο. Μιας που το συγκεκριμένο όργανο έχει ταυτιστεί με τον ακατονόμαστο και δεν εννοώ τον Μητσοτ…. Γκουχ γκουχ , άρχισε να παίζει δαιμονισμένα και με τέτοια δεξιοτεχνία που κόπηκε η ανάσα του συνθέτη. Όλα αυτά φυσικά μέσα στο όνειρό του.

Αλλά ο ίδιος συνθέτης δεν το είχε αναφέρει ποτέ και καταγράφηκε από τον Γάλλο αστρονόμο Jérôme Lalande μετά από συνομιλία του με τον Tartini το 1765, σε ένα κείμενο, το Lalande's Voyage d'un François en Italie (1765 - 66): ένα βράδυ το έτος 1713, ονειρεύτηκε ότι έκανε μια συμφωνία με τον διάβολο με αντάλλαγμα την ψυχή του. Ο διάβολος αποδείχτηκε πρόθυμος να εκπληρώσει την κάθε του επιθυμία και μεταξύ άλλον του έδωσε και το βιολί του για να δει αν θα μπορούσε να παίξει. Η έκπληξη του ήταν μεγάλη, καθώς κατάφερε να συνθέσει την εν λόγω σονάτα. Μαγεμένος από την τεχνική και τον ευφυή τρόπο παιξίματος…. Ξέχασε να ανασάνει, μιας που δεν είχε συνηθίσει να αφήνει την φαντασία του ελεύθερη και να παρασυρθεί από αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν να ξυπνήσει, αλλά άρπαξε κατευθείαν το  βιολί και προσπάθησε να αποτυπώσεις, έστω εν μέρει, την μελωδία. Θεωρώντας και ο ίδιος το καλύτερο του δημιούργημα, δεν μπόρεσε να ξεχάσει την συγκίνηση που του δημιούργησε αυτό το όνειρο.

Σύγχρονη μουσικοψυχολογία ερμηνεύει το όνειρο ως υπναγωγική κατάσταση (hypnagogic state): μια φάση μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου όπου ο εγκέφαλος συνδυάζει ασυνείδητες μνήμες, τεχνικές δεξιότητες και συναισθηματική ένταση σε νέες μορφές. Πολλοί συνθέτες (από τον Tartini έως τον Stravinsky και τον Paul McCartney) έχουν αναφέρει παρόμοιες «αυτόματες» δημιουργικές εμπειρίες. Ουσιαστικά ήταν ένα μόνο μικρό μέρος από την σονάτα που έπαιξε ο ίδιος ο διάβολος. Και στην ενός τετάρτου περίπου σύνθεση, επαναλαμβάνει πολλές φορές το ίδιο μοτίβο, αλλάζοντας απλά το τέμπο και την ένταση.

Η σονάτα δεν εκδόθηκε όσο ζούσε ο συνθέτης. Κυκλοφόρησε μεταθανάτια το 1798 από τον οίκο Longman & Broderip στο Λονδίνο. Ο τίτλος «The Devil’s Trill» δεν τον έδωσε ο Tartini, αλλά μεταγενέστεροι εκδότες και κριτικοί, που εντυπωσιάστηκαν από την τεχνική δυσκολία και τη δραματική ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για ένα απλό trill, αλλά για σειρά ταχέων διπλών τριλιών (double-stop trills) σε εναλλασσόμενες νότες, που απαιτούν απόλυτη ανεξαρτησία των δαχτύλων του αριστερού χεριού, ακριβή κατανομή του δοξαριού και αλάνθαστη ευθυτονία ή intonazione.

Στο Baroque βιολί, οι χορδές ήταν από έντερο, το δοξάρι ελαφρύτερο και η τεχνική των διπλών τόνων, trill, βρισκόταν σε πειραματικό στάδιο. Ο Tartini τα ώθησε στα όρια, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό εφέ που ακούγεται σαν δύο βιολιά να παίζουν ταυτόχρονα. Σήμερα, το απόσπασμα αυτό θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα στην ιστορία της μουσική. Ερμηνευτές όπως ο Jascha Heifetz, ο Itzhak Perlman, η Hilary Hahn και η Viktoria Mullova το προσεγγίζουν διαφορετικά, άλλοι δίνουν έμφαση στην τεχνική ακρίβεια, άλλοι στη δραματική αφήγηση, αποδεικνύοντας ότι το «trill» δεν είναι απλώς επίδειξη, αλλά συναισθηματική κορύφωση.

Η σονάτα αποτελεί άμεσο πρόγονο του neoclassical metal. Κιθαρίστες όπως ο Yngwie Malmsteen, ο Marty Friedman και οι Dream Theater έχουν δηλώσει ότι η Baroque τεχνική του Tartini, του Bach και του Paganini τους δίδαξε πώς να μεταφέρουν την πολυφωνία, αρπέτζιο και τα trill στην ηλεκτρική κιθάρα.

Τεχνικές όπως το sweep picking, το legato, το tapping και τα γρήγορα εναλλασσόμενα μοτίβα στην κιθάρα είναι η ηλεκτρική μετάφραση των διπλών τριλιών και των πολυφωνικών γραμμών του βιολιού. Η σονάτα έχει διασκευαστεί ή δανειστεί από συγκροτήματα όπως οι Trans-Siberian Orchestra, οι Apocalyptica, οι Therion και οι Rhapsody of Fire, ενώ το «trill» εμφανίζεται ως μοτίβο σε prog-metal και symphonic rock συνθέσεις που αναζητούν τη δραματική ένταση του Baroque.

Η Vanessa-Mae, μπορεί να το έφερε στο ευρύ κοινό, αλλά η πραγματική «γέφυρα» με τη ροκ σκηνή χτίστηκε μέσω των κιθαριστικών διασκευών και της χρήσης του σε soundtracks ταινιών, σειρών και βιντεοπαιχνιδιών (π.χ. Assassin’s Creed, The Witcher 3 mods, κλασικά RPG).

Η σονάτα μελετάται σε πανεπιστημιακά τμήματα Ιστορικής Εκτελεστικής Πρακτικής (HIP) ως περίπτωση σύγκρισης μεταξύ μοντέρνου και Baroque βιολιού, όπως το διαφορετικό δοξάρι, χορδές, κούρδισμα, ορναμεντική και ρυθμική ελευθερία. Μουσικολόγοι όπως ο Peter Allsop (Giuseppe Tartini: Master of the Violin) και ο Daniel Leech-Wilkinson αναλύουν πώς ο μύθος λειτούργησε ως μηχανισμός αυτο-προβολής και πολιτισμικής νομιμοποίησης για έναν συνθέτη που ήθελε να τοποθετήσει την τεχνική του βιολιού στο ίδιο επίπεδο με τη φωνητική οπερατική παράδοση.

Σε λίστες «δυσκολότερων κομματιών για βιολί» (π.χ. Gramophone, Strings Magazine), το «Devil’s Trill» κατατάσσεται σταθερά στην πρώτη δεκάδα, όχι μόνο για τεχνικούς λόγους, αλλά γιατί απαιτεί συναισθηματική ωριμότητα, δηλαδή η τεχνική πρέπει να υπηρετεί την αφήγηση, όχι το αντίστροφο.

Το χειρόγραφο της σονάτας δεν σώζεται. Γνωρίζουμε το έργο μόνο μέσω των πρώτων εκδόσεων του 1798 και μεταγενέστερων αντιγράφων. Ο μύθος έχει εμπνεύσει λογοτεχνία, κόμικς, ακόμη και επιστημονικές μελέτες για τη δημιουργικότητα στον ύπνο, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη και η επιστήμη συχνά συναντιούνται στο ίδιο όνειρο.


Jacek Henryk Maniakowski

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Trans-Siberian Orchestra




Κάποιες φορές, όταν προσπαθείς να γράψεις για κάτι που αγγίζει την τελειότητα, τα λόγια περιττεύουν. Όλοι οι χαρακτήρες του πληκτρολογίου, θαρρείς ότι χορεύουν και κινούνται συνεχώς, στους ρυθμούς και στις μελωδίες που έχεις μέσα σου και σπας το μυαλό σου για να χωρέσεις, σε πέντε αράδες, τα άπειρα συναισθήματα που σου έχουν δημιουργηθεί. Κάτι τέτοιο ένοιωσα, κάθοντας να γράψω κάτι, μετά από ένα διήμερο άκουσμα, όλων των άλμπουμ των Trans-Siberian Orchestra (TSO). Φείδου λόγος, λοιπόν και παρουσίαση του συγκεκριμένου συγκροτήματος.                     
 

            Εν αρχή, ήταν ο Paul O'Neill (συνθέτης, στιχουργός, παραγωγός και μάνατζερ), γέννημα θρέμμα, της Νέας Υόρκης και από πολύ νεαρή ηλικία μέσα στα πράγματα του ροκ και της μουσικής γενικότερα. Όπως ομολογεί και ο ίδιος η αρχική του ιδέα, που του στροβίλιζε το μυαλό για πολλά χρόνια, ήταν να δημιουργήσει μια progressive rock μπάντα, που θα έσπρωχνε τα όρια πέρα από ότι είχε καταφέρει οποιοδήποτε ανάλογο συγκρότημα στο παρελθόν. Ήθελε να παντρέψει το στυλ της ροκ όπερας που είχαν γράψει οι Who, τις κλασσικές επιρροές συγκροτημάτων όπως οι Emerson, Lake & Palmer και Queen και τα μεγαλειώδη σόου των Pink Floyd, αλλά όλα αυτά, να τα πάει πολύ μακρύτερα. Πάντα ονειρευόταν, να δημιουργήσει μια ροκ όπερα με μια progressive μπάντα, που θα αποτελούνταν από 18, τουλάχιστον, τραγουδιστές.

                Αυτό το ασύλληπτο, αρχικά, όνειρό του, είδε να πλησιάζει πιο κοντά, όταν ανέλαβε την παραγωγή των Savatage. Αρχικά η φωνή του Jon Oliva, που μπορούσε να πιάσει όλες τις οκτάβες και είχε τη χροιά των μπλουζ, αλλά και η τεχνική ολόκληρης της μπάντας, τον έκανε να πειραματιστεί, κατά κάποιο τρόπο μαζί τους, βοηθώντας στη σύνθεση σε κάποια από τα άλμπουμ τους, με μεγάλη επιτυχία.

                Τότε συζήτησε την ιδέα του με τους Jon Oliva και τον κιθαρίστα Al Pitrelli, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν και έμελλαν να γίνουν οι βασικοί συνοδοιπόροι του σε αυτή την προσπάθεια. Αρχικά δήλωσε ότι, ήθελε να γράψουν έξι ροκ όπερες, οι τρεις με περιεχόμενο τα Χριστούγεννα και οι υπόλοιπες με άλλα θέματα. Έτσι, στρώθηκαν στη δουλειά, απόρροια της οποίας ήταν το πρώτο τους έργο, με τον τίτλο "Romanov".

             Το επόμενο βήμα, όμως, που ίσως να ήταν και το πιο δύσκολο, ήταν να βρει μια δισκογραφική εταιρεία, που θα τολμούσε να κυκλοφορήσει ένα τέτοιο έργο. Μετά από συνεχείς απορρίψεις, βρήκαν στέγη στην Atlantic Records, κάτι το οποίο εξέπληξε και τον ίδιο τον Paul O'Neill, καθώς δέχτηκαν όλη την ιδέα χωρίς κάποια παρέμβαση.


                          
Το "Romanov", όμως, τέθηκε στην άκρη κι έτσι έκαναν ντεμπούτο με το "Christmas Eve and Other Stories", βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο για τη Χριστουγεννιάτικη τριλογία τους. Το άλμπουμ έγινε δυο φορές πλατινένιο και ακολούθησαν τα "The Christmas Attic" και "The Lost Christmas Eve", συμπληρώνοντας αυτήν την τριλογία. Ενδιάμεσα όμως είχαν κυκλοφορήσει και το μη Χριστουγεννιάτικο "Beethoven's Last Night". Το τελευταίο, μέχρι στιγμής, άλμπουμ τους, είναι το "Night Castle".                                                

                Το μεγαλύτερο, όμως, όπλο τους, ήταν και παραμένει, οι ζωντανές τους εμφανίσεις. Όλες οι περιοδείες, όπου κι αν παίζουν, είναι "sold out", πολλούς μήνες πριν. Χρησιμοποιούν δυο σκηνές, με φωτιές, φώτα και λέιζερ και στις δυο πλευρές των χώρων που παίζουν. Έτσι, δεν υπάρχουν θέσεις "δεύτερης σειράς" και όπως λέει ο ίδιος ο Paul O'Neill, "θέλω ο κόσμος να φεύγει από τις συναυλίες μας άφωνος, χωρίς να μπορούν ακόμα να πιστέψουν, ότι αυτό που είδαν ήταν δυνατόν".
                Το πνεύμα των TSO, όπως λέει ο Paul O'Neill, είναι ένα συγκρότημα, που συνεχώς μορφοποιείται, από εξαιρετικά ταλαντούχους και δημιουργικούς καλλιτέχνες, που πάντα προσπαθούν να σηκώσουν τον πήχη, ακόμα περισσότερο, ακουστικά, οπτικά και συναισθηματικά. Με αυτό σαν δεδομένο, οι προοπτικές του γκρουπ είναι απεριόριστες.

                Με πωλήσεις που αγγίζουν τα δέκα εκατομμύρια, συναυλίες που έχουν παρακολουθήσει πάνω από οκτώ εκατομμύρια κόσμου και περιοδείες που έχουν ένα κόστος παραγωγής 20 εκατομμυρίων δολαρίων, τίποτα δε φαντάζει απραγματοποίητο πια.

                Το μόνο που μένει σε εμάς, τους απλούς θνητούς, είναι να ακούμε ξανά και ξανά τα έργα τους, ρουφώντας την κάθε νότα, τον κάθε στίχο και το κάθε συναίσθημα που μας προκαλούν, με θρησκευτική ευλάβεια. Και αν ποτέ αξιωθούμε, να μπορέσουμε να τους δούμε και επί σκηνής, ή όπως λέω εγώ, ένα βήμα πριν από τον παράδεισο......

  

                Δισκογραφία:

Christmas Eve and Other Stories (1996) 

The Christmas Attic (1998)

Beethoven's Last Night (2000)

The Lost Christmas Eve (2004)
Night Castle (2009)



Ναούμ Αθ. Βάρκας