Δεν είναι λίγες οι φορές, που ένα τραγούδι παίρνει άλλη μορφή και μπαίνει στο κόσμο του κλασικού, μέσα από μια διασκευή. Αλλά, συνεχίζει να κουβαλά μια ιστορία μέσα του. Και δεν είναι και λίγες φορές που αυτή ιστορία είναι απλά κρυμμένη σε κάποιο όνομα, που σαν σύμβολο, που πρέπει να αποκωδικοποίησεις, εμπεριέχει πολλές πληροφορίες. Το Laléna είναι ένα από αυτά τα τραγούδια. Αν και πρώτη μου επαφή ήταν από μια διασκευή, των Deep Purple, από το ομώνυμο άλμπουμ του 1969, είχε ήδη γνωρίσει επιτυχία και με την εκτέλεση του δημιουργού, του Donovan έναν χρόνο νωρίτερα. Απλά θεωρώ την εκτέλεση των Hard Rockers, πιο μεγαλοπρεπή και είναι αυτή που έμεινε αμετάβλητη και το ίδιο ζωντανή μέσα από τον χρόνο. Το τραγούδι πρώτη φορά κυκλοφόρησε μέσα από το άλμπουμ The Hurdy Gurdy Man του Donovan, την άνοιξη του 1968 και σαν σινγκλ το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Η Laléna δεν είναι άλλη από την Lotte Lenya, τραγουδίστρια, ηθοποιός και δραματική αφηγήτρια. Η Karoline Wilhelmine Charlotte Blamauer, όπως είναι πλήρες το όνομα της, ήταν σύζυγος του Kurt Weill και πρωταγωνίστρια σε πολλά από τα έργα του. Το ντεμπούτο της έγινε στην The Threepenny Opera των Bertolt Brecht και Kurt Weill. Αυτό το έργο στάθηκε και η έμπνευση για τον Donovan. Και συγκεκριμένα, από τον ρόλο της, την Jenny Diver. Η γοητεία που άσκησε ο ρόλος της πόρνης στον δημιουργό του τραγουδιού, είχε βάση στην πολλαπλότητα της γυναικείας φύσης και την ανάγκη να της να παίρνει διαφόρους ρόλους από την ανάγκη επιβίωσης. Ο ίδιος λέει πως έχει συναντήσει τους πιο πολλούς και αυτού ερμηνεύει και η Αυστριακή τραγουδίστρια και ηθοποιός. Πρώτη φορά που άκουσε γι αυτήν ήταν μέσα από την βερσιόν της όπερας από τον Bobby Darin και το τραγούδι "Mack The Knife" Ουσιαστικά είναι ύμνος για την γυναίκα γενικά..... 'That's your lot in life, Lalena/Can't blame ya, Lalena.' και οι στίχοι αυτοί απλά επιβεβαιώνουν την κατανόηση προς την φύση της.
Ο ήρωας ενός μυθιστορήματος είναι ουσιαστικά παγωμένος
στο χρόνο. Δεν αλλάζει, δεν εξελίσσεται, δεν μετουσιάζεται ούτε καν αλλάζει
προοπτική ή επιδιώξεις. Είναι σταθερός σ όλο το μυθιστόρημα και κατά την
διάρκεια όλης της αφήγησης. Ουσιαστικά ο συγγραφέας παίρνει μια στιγμή,
ανεξάρτητα από το εύρος αυτής, και γύρω από αυτήν πλέκει την αφήγησή του. Άρα,
χάρη της συγγραφής ο χαρακτήρας τον οποίο επέλεξε ο συγγραφέας πρέπει να είναι
σταθερός. Για ένα τραγούδι κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο, καθώς η διάρκεια του
δεν επιτρέπει να αναφερθεί η εξέλιξη του ή έστω κάποια αλλαγή στο χαρακτήρα
του. Παρ όλα αυτά, μπορεί να αφήσει μια υπόνοια εξέλιξη ή διαφοροποίησης,
αφήνοντας τη φαντασία του αναγνώστη ή ακροατή να πλέξει αυτή τη δικιά της
εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείται ένα μυθιστόρημα ή ένα τραγούδι.
Οι Nits είναι μια μπάντα, που σαν σύγχρονοι βάρδοι
μετατρέπουν τις εμπειρίες τους σε τραγούδια. Σαν Progressive rock συγκρότημα,
οι επιτυχίες τους είναι ελάχιστες, αλλά πάντα υπάρχει ένα τραγούδι που τους
γνωρίζει στο ευρύ κοινό. Η πρώτη επιτυχία τους, τους έκανε διάσημους εντός των
συνόρων τους, το 1983, 9 χρόνια μετά την δημιουργία τους. Το "Nescio"
τους χάρισε και το πρώτο βραβείο Edison, μεγαλύτερο μουσικό βραβείο της χώρας
τους, για το άλμπουμ τους Omsk — ένα όνομα που δεν είναι τυχαίο, καθώς
παραπέμπει στην ομώνυμη πόλη της Σιβηρίας, συμβολίζοντας την απομόνωση, το
ψύχος και την αίσθηση του "εξόριστου" που βιώνουν οι χαρακτήρες του
Nescio, αλλά και η ίδια η μπάντα που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της έξω από
τα στενά όρια της εμπορικής μουσικής σκηνής. Αν και το In The Dutch Mountains
είναι πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι τους, το "Nescio" παραμένει η
μεγαλύτερη επιτυχία τους ως τώρα, φτάνοντας στο Νο. 8 του Dutch Top 40 το 1983
και παραμένοντας στα charts για αρκετές εβδομάδες. Θεωρείται πλέον κλασικό
κομμάτι και συμπεριλαμβάνεται συχνά στη λίστα Top 2000 του ολλανδικού
ραδιοφώνου, που ψηφίζεται από το κοινό ως τα καλύτερα τραγούδια όλων των
εποχών.
Το λυρικό μέρος των τραγουδιών είναι αποκλειστικότητα του
Henk Hofstede και η θεματολογία είναι οι εμπειρίες του, αλλά και πρόσωπα της
τέχνης ή των γραμμάτων. Το δραματικό "Nescio", που σημαίνει στα
λατινικά δεν ξέρω, είναι το προσωνύμιο του Ολλανδού συγγραφέα Jan Hendrik
Frederik Grönloh. Το έργο του αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατο το 1961. Άρχισε να
γράφει χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο του, αλλά μάλλον δεν το βοήθησε ιδιαίτερα.
Μόλις υπέγραψε τα βιβλία του με το πραγματικό του όνομα, τότε κέρδισε κάποια
προσοχή από τους κριτικούς. Ο Grönloh ζούσε μια έντονη διπλή ζωή: εργαζόταν ως
διευθυντικό στέλεχος σε μια μεγάλη εμπορική εταιρεία (η Holland-Bombay Trading
Company) και ήταν ένα απόλυτα "καθωσπρέπει" μέλος της αστικής τάξης,
ενώ τα βράδια έγραφε ως Nescio για τους αλήτες και τους ονειροπόλους που
απέρριπταν αυτόν ακριβώς τον τρόπο ζωής. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση
αντανακλάται και στο τραγούδι, όπου ο Hofstede φαίνεται να συμπάσχει με την
ανάγκη του ήρωα να δραπετεύσει από τα κοινωνικά πρότυπα. Ο Nescio εστιάζει σε
αδύναμους χαρακτήρες, όπως στο De uitvreter. Και αυτός είναι ουσιαστικός
χαρακτήρας και του τραγουδιού των Nits.
Η λέξη uitvreter σημαίνει αργόσχολος, αλλά δηλώνει και
κάποιον που ζει με τα λεφτά άλλων. Ο ήρωας θέλει να ζει σαν μποέμ, αλλά τα δικά
του ιδανικά είναι αντίθετα με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Αφού δεν μπορούσε
να βρει τον παράδεισο του, αποφασίζει να αυτοκτονήσει σε ένα όμορφο μέρος,
πηδώντας από μια γέφυρα. Ο χαρακτήρας του Japi δεν είναι αποκλειστικά
φανταστικός· βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον J.A. Keizer, φίλο του Grönloh
από τα φοιτητικά του χρόνια. Ο Keizer ήταν ένας μποέμ που ζούσε εις βάρος των
φίλων του και τελικά αυτοκτόνησε πραγματικά πέφτοντας από γέφυρα. Ο Grönloh
έγραψε την ιστορία ως έναν τρόπο να διαχειριστεί τον θάνατο του φίλου του και
την ενοχή που ένιωθε που δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει.
Το λυρικό μέρος είναι μια συνέχεια του βιβλίου του
Ολλανδού συγγραφέα και διαδραματίζεται σε κάποια παραδεισένια ιταλική πόλη, γι
αυτό και το τραγούδι είναι γραμμένο και στα ιταλικά και στα αγγλικά. Ο
κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Japi, όπως και του τραγουδιού. Το
όνομα Nescio, που ακούγεται στους στίχους, είναι κάλεσμα στον συγγραφέα. Ο Henk
Hofstede έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις ότι ήθελε να γράψει έναν ύμνο στον
Nescio, τον συγγραφέα που λάτρευε. Το βιβλίο τελειώνει με το Japi να πηδάει από
μια γέφυρα, στους στίχους των Nits ο ήρωας δεν παθαίνει τίποτα πηδώντας από την
γέφυρα και δηλώνει την ευτυχία του σε αυτόν τον ιταλικό παράδεισο.... Nescio/
Questo paradiso. Επιλέγοντας να δώσει στον Japi ένα happy end στην Ιταλία, ο
Hofstede ουσιαστικά συνομιλεί με το φάντασμα του συγγραφέα, λέγοντάς του:
"Εσύ δεν μπόρεσες να σώσεις τον ήρωά σου, αλλά εμείς μέσω της μουσικής
μπορούμε να του χαρίσουμε τον παράδεισο που αναζητούσε". Η φράση
"Nescio" που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν λειτουργεί σαν ξόρκι ή
προσευχή προς τον δημιουργό.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των Nits, που φαίνεται έντονα
στο "Nescio", είναι η αντίθεση ανάμεσα στη μουσική και τους στίχους.
Ενώ οι στίχοι μιλούν για αυτοκτονία, απόγνωση και κοινωνικό αποκλεισμό, η
μουσική είναι ρυθμική, σχεδόν χορευτική και φωτεινή, με έντονα πλήκτρα και
μελωδικές γραμμές. Αυτή η επιλογή τονίζει την ειρωνεία: ο ήρωας βρίσκει τελικά
την ευτυχία εκεί που το βιβλίο τον οδηγούσε στον θάνατο. Η μουσική
"δικαιώνει" την επιλογή του Japi να ζήσει.
Το τραγούδι έχει διασκευαστεί από αρκετούς Ολλανδούς
καλλιτέχνες, κυρίως σε tribute συναυλίες και συλλογές αφιερωμένες στους Nits,
ενώ η ίδια η μπάντα το έχει παρουσιάσει σε διαφορετικές εκδοχές κατά τη
διάρκεια των ζωντανών τους εμφανίσεων, προσθέτοντας συχνά νέες ενορχηστρώσεις
και επεκτείνοντας το κομμάτι πέρα από τη στούντιο εκδοχή του. Το
"Nescio" παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του ολλανδικού
ροκ ρεπερτορίου και ένα σπάνιο παράδειγμα τραγουδιού που δεν απλώς αναφέρεται
σε ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά το συνεχίζει και το ολοκληρώνει με τον δικό του
τρόπο.
Δεν είναι λίγες φορές που ένα τραγούδι σώζει ζωές και
ακόμα περισσότερες που ένα τραγούδι σώζει ψυχές. Αλλά πρέπει να είναι η
μοναδική ή από τις ελάχιστες, που ένα τραγούδι καταφέρνει να σώσει έναν
φανταστικό χαρακτήρα, αλλά και την ψυχή του.
Ένα από τα πιο
αναγνωρίσιμα τραγούδια των Καναδών
Rush, είναι το Tom Sawyer. Το τραγούδι, που ο
τίτλος του είναι παρμένος από τον
λογοτεχνικό χαρακτήρα του Mark Twain.
Κυκλοφόρησε μέσα από το όγδοο άλμπουμ
τους το Moving Pictures. Η δημιουργία των Geddy
Lee, Neil Peart, Alex Lifeson, Pye Dubois, είναι από τις
μεγαλύτερες επιτυχίες τους, αλλά και
ένα από τα πέντε τους τραγούδια που
βρίσκονται στο Canadian Songwriters Hall of Fame.
Η μουσική του, που
γράφτηκε και από τα τρία μέλη του γκρουπ,
πάνω σε ένα ποίημα του Pye Dubois, βασικού
στιχουργού των Max Webster. Μουσικά βασίζεται
στο πολύ τεχνικό παίξιμο στα ντραμς του
Neil Peart και με διακριτική συνοδεία του
αρμονίου του Geddy Lee. Φυσικά το τέμπο
αλλάζει στο τραγούδι και η ικανότητα
του ντράμερ το πάει όπου θέλει, χωρίς
αυτό να είναι εις βάρος του τραγουδιού.
Ξεκινάει στα 4/4, μετά το πάει στα 7/8 για
να φτάσει στα 15/16 στα instrumental μέρη του
και μετά ξαναγυρίζει στα 4/4.
Η συνεργασία του
στιχουργού Pye Dubois με το συγκρότημα δεν
είναι πρώτη, καθώς έχει γράψει τους και
για τα "Force Ten," "Between Sun and Moon,"
και "Test For Echo." Η ιδέα για την
δημιουργία του μουσικού κομματιού ήρθε,
όταν όλοι τους βρισκόταν στο κτήμα
Ronnie Hawkins, έξω από το Τορόντο. Ο σκοπός
της παραμονής τους ήταν να κάνουν κάποιες
πρόβες για την ηχογράφηση του άλμπουμ
τους, του Moving Pictures. Ο Peart τους παρουσίασε
ένα ποίημα του Dubois με τίτλο "Louis the
Lawyer".
Σε μια συνέντευξη
ο ντράμερ, αναφέρει πως ήταν μια συνεργασία
του με τον Pye Dubois. Οι μοναδικοί του στίχοι
σκιαγραφούν το πορτρέτο ενός επαναστάτη,
ενός ανθρώπου με ελεύθερο πνεύμα και
ενός παιδιού και άνδρα σε μια μορφή.
Ένα από τα πιο κλασικά άλμπουμ της Hard Rock είναι το Blackout των Γερμανών Scorpions, το όγδοο τους άλμπουμ του 1982. Το άλμπουμ αυτό ξεκινά με το ομώνυμο τραγούδι, την μουσική του οποίου έγραψε ο κιθαρίστας της μπάντας Rudolf Schenker, όπως και όλου του δίσκου. Το Blackout, που έδωσε το όνομα και στον δίσκο, ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα πολλών άτυχων γεγονότων. Η έμπνευση για το τραγούδι είναι μια "συνεργασία" του Rudolf Schenker, του κιθαριστικού δίδυμου των Judas Priest K.K. Downing και Glenn Tipton και ..... μπόλικου αλκοόλ. Ο τόπος έμπνευσης ήταν το Cleveland, όπου παίζανε μαζί οι δύο μπάντες μαζί με τους Def Leppard το 1980. Όταν ο K.K. Downing έδωσε μια μπύρα στον Γερμανό κιθαρίστα, αυτός απλά του απάντησε πως πρέπει να ανακατευτεί με ουίσκι και κρασί για να έχει αποτέλεσμα. Ατό ήταν και το ξεκίνημα των άτυχων γεγονότων που ακολούθησαν. Το επόμενο βήμα ήταν να επισκεφτεί το διπλανό δωμάτιο των πιτσιρικάδων τότε, Def Leppard, που απλά βλέπανε τηλεόραση. Ο Rudolf Schenker, προφανώς νοιαζόμενος για την νοητική τους εξέλιξη και θέλοντας να τους αποτρέψει από την αποβλάκωση που δημιουργεί αυτή η συσκευή πέταξε το ποτό του πάνω της. Αποτέλεσμα ήταν ένα "πουφ" που συνόδευσε τον θάνατο της συσκευής. Την άλλη μέρα η διήγηση των γεγονότων από των Herman δεν συμφωνούσε με την μνήμη του Schenker. Βασικά δεν υπήρχε μνήμη για τα γεγονότα. Με την φράση 'You know what you had? You had a blackout.' του Herman, δεν επανήλθε μνήμη, αλλά δημιουργήθηκε η έμπνευση. Την ίδια μέρα έγραψε την μουσική και απλά ο Klaus Meine του έφερε έτοιμους στίχους. Το τραγούδι παραλίγο, να μην το τραγουδήσει ο τραγουδιστής της μπάντας, αλλά ο Don Dokken. Ο λόγος ήταν ότι ο Γερμανός τραγουδιστή είχε κάνει εγχείρηση για την αφαίρεση ενός πολύποδα στον λάρυγγα. Ευτυχώς η συνεργασία με τον Αμερικανό κράτησε μερικά δευτερόλεπτα και η μπάντα αποφάσισε να περιμένει μέχρι να γιάνει ο Klaus Meine. Jacek Maniakowski
Η ιστορία της ροκ
έχει πολλές επαναλαμβονώμενες καταστάσεις.
Η μία, από τις πιο συχνές, είναι όταν μια
μπάντα ταυτίζεται με μια μόνο επιτυχία.
Αλλά και σε αυτό υπάρχει ένας διαχωρισμός.
Άλλο μια one
hit band και
άλλο μια μπάντα που, απλά ένα τραγούδι
της αναγνωρίστηκε εμπορικά. Οι Mazzy Star,
αποτελούν μια παράξενη περίπτωση.
Ουσιαστικά είναι γνωστοί για "Fade into
You", αλλά πέρα αυτού αποτελούν μια
αξιόλογη μπάντα.
Οι μπάντα είναι ένα
γνήσιο θρέμμα και άξια αντιπρόσωπος
της Paisley Underground, μιας μουσικής κίνησης
της California, που ξεκίνησε στα μέσα της
δεκαετίας του '80. Δημιουργήθηκαν από
του David Roback, πρώην ιδρυτικό μέλος των
Rain Parade και την Kendra Smith, πρώην -Dream Syndicate.
Μετά την πρώτη κυκλοφορία τους, ενός
σινγκλ "Fell From the Sun"/"All Souls", ο
Clay Allison, τους δίνει το όνομα Opal και με
αυτό κυκλοφορούν το Happy Nightmare Baby on Rough
Trade, πρώτο τους άλμπουμ, στα τέλη του
1987. Η μπάντα αυτή ήταν και πρόδρομος των
Mazzy Star.
Η γνωριμία του
Roback, με την Hope
Sandoval, έγινε
όταν η μετέπειτα φωνή της μπάντας είχε
κάνει, στο λύκειο ακόμα, ένα ντουέτο με
την Sylvia Gomez, τους Going Home. Βρέθηκαν σε μια
συναυλία των Rain Parade και στα παρασκήνια
έδωσε ένα ντέμο στον κιθαρίστα, που
υποσχέθηκε να κάνει παραγωγή στο επόμενο
άλμπουμ του ντουέτου. Όταν στην μέση
μιας περιοδείας με τους The Jesus & Mary Chain,
η Smith εγκαταλείπει τους Opal, υπάρχει
έτοιμη αντικαταστάτρια.
Λόγω του συμβολαίου,
η νέα μπάντα αναγκάζεται να συνεχίσει
σαν Opal και να κυκλοφορήσει ακόμα ένα
δίσκο με αυτό το όνομα, με τίτλο Highway
Ghost. Δυο χρόνια αργότερα, μετά από
διαπραγμάτευση με την δισκογραφική
τους αλλάζουν όνομα σε Mazzy Star. Το όνομα
προήλθε από το ένα ιδίωμα, το Mazzy, που
δηλώνει το μοναδικό και η Sandoval
πρόσθεσε την λέξη Star. Το 1990 το πρώτο τους
άλμπουμ είναι γεγονός, το She Hangs Brightly. Τα
περισσότερα τραγούδια είναι πιο παλιές
συνθέσεις των δυο βασικών μελών της
μπάντας, David Roback και Hope
Sandoval.
Η προηγούμενη τους
δισκογραφική εταιρία φαληρεί και
μετακομίζουν στην Capitol. Το 1993 βγαίνει
στην κυκλοφορία το So Tonight That I Might See, που
περιέχει το πιο διάσημο τους τραγούδι.
Το άλμπουμ γίνεται χρυσό και η μπάντα
γνωρίζει παγκόσμια αναγνώριση. Το 1996
κυκλοφορούν το τρίτο και τελευταίο τους
άλμπουμ, το Among My Swan. Αν και δεν φτάνει
στην επιτυχία του προηγούμενου, έχει
αρκετή ανταπόκριση από το κοινό. Οι
πιέσεις όμως, της δισκογραφικής για πιο
επιτηδευμένη μουσική, για πιο μεγάλες
πωλήσεις τους φέρνει σε ρήξη μαζί της
την μπάντα, αναγκάζοντας τους να διαλυθούν.
Μετά από κάποιες
επανανεώσεις για μίνι περιοδείες, το
2012 ανακοινώνουν ότι ξεκινάνε μια μεγάλη
περιοδεία και ετοιμάζουν νέο δίσκο.
Τελικά το TBA κυκλοφορεί το 2013.
Tο
όνομα της μπάντας (Ellinator) Έλληνμε την
αγγλική κατάληξη ator
. Δεν συμβολίζει κάτι...άπλα είμαι εγώ
...
2)
Χρήμα ή δόξα;
Έχω
γράψει πολλά cd
και δεν
σκέφτηκα να βγάλω λεφτά από αυτά..το
χρήμα αν και χρειάζεται πάρα πολύ(όσο
τα χρειάζομαι εγώ τα χρειάζονται και
άλλοι) δεν ήταν ποτέ στις προτεραιότητες
μου.
3)
Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση
την μπάντα σου;
ellinator...one
man band...Δεν
ξερω πως αλλιως να το περιγραψω.
4)
Σημείο μηδέν της μπάντας...
Ο πρώτος
δίσκος το 1999, αλλά πολύ χάλια
ήχος. .Επανα-ηχογραφήθηκαν το 2005 .
Οι Beatles, δεν έγραψαν μόνο ιστορία στην ροκ μουσική, ουσιαστικά την δημιούργησαν με τα τραγούδια τους. Αλλά σχεδόν όλα τα τραγούδια τους έχουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, πίσω από την δημιουργία τους. Άλλωστε σχεδόν κάθε τραγούδι τους ήταν ένα ιστορικό γεγονός, πάντα στον κόσμο της μουσικής. Το "Don't Let Me Down" βρίσκεται στο Let It Be, δωδέκατο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ τους του 1969. Σαν σινγκλ κυκλοφόρησε σαν B-side στο "Get Back". Αν και είναι δημιουργία του John Lennon, αναγράφεται το δίδυμο Lennon-McCartney, σαν δημιουργοί του. Ουσιαστικά είναι το πρώτο τραγούδι, απόδειξη της χοντρής καψούρας του Lennon, για την Yoko Ono. Το τραγούδι, εκτός των άλλων είναι και προμήνυμα για την διάλυση της μπάντας και οι κραυγές του τραγουδιστή, προϊδεάζουν για το επερχόμενο John Lennon/Plastic Ono Band, άλμπουμ με την Ono. Ο Richie Unterberger από Allmusic, χαρακτήρισε το τραγούδι, το πιο δυνατό ερωτικό τραγούδι της μπάντας. Αλλά και πολλοί μουσικοί αρθρογράφοι το χαρακτήριζαν σαν το πιο αδικημένο τους, μιας που δεν είχε αρκετή ανταπόκριση από το κοινό, πάντα σε σχέση με τα υπόλοιπα τραγούδια τους. Δεν ήταν να μπει αρχικά στο άλμπουμ, αλλά μόλις το άκουσε ο Phil Spector, έδωσε να συμπεριληφθεί στο άλμπουμ. Επίσης είναι από τα ελάχιστα τραγούδια, που συμμετέχει μουσικός που δεν άνηκε στα σκαθάρια, ο Billy Preston. Συγκεκριμένα, προστέθηκαν τα πλήκτρα του στο τραγούδι. Ο οργανίστας, γνωρίστηκε με την μπάντα, όταν περιόδευε με τον Little Richard το 1962.