
Οι The Jesterdays απαντούν :1) Τι συμβολίζει το όνομα σας;"Ημέρες του γελωτοποιού" : μέρες χαράς και ελευθερίας, μέρες όπου δεν δεσπόζει πουθενά οποιαδήποτε μορφή εξουσίας μέρες για τις οποίες αξίζει να προσπαθήσεις.2) Χρήμα ή δόξα;Ούτε χρήμα, ούτε δόξα. Μόνο μουσική3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;Χωρίς μουσικά όρια4) Σημείο μηδέν της μπάντας20095) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου;Όλοι στη μπάντα έχουμε πολλά ίδια και διαφορετικά ακούσματα. Σε κάποια είδη συμφωνούμε, σε κάποια καθόλου. Προσπαθούμε να ανακαλύπτουμε συνεχώς καινούριες μουσικές και να μην προσκολλόμαστε στα παλιά και συνηθισμένα.6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;Αν η μουσική ήταν όπλο, δεν θα τη χρησιμοποιούσαμε. Θέλω να βλέπω τη μουσική σαν κλειδί που ανοίγει πολλές πόρτες. Εσύ επιλέγεις την πόρτα κι όποιος θέλει έρχεται μαζί σου. Με το ζόρι δεν μπορείς να τραβήξεις κανέναν. Αλλά και να μπορούσες δεν θα είχε καμιά αξία.7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;Εχθές ονειροπολούσα πως έπαιζα μουσική με την Bjork. Σήμερα έχω την επιθυμία να ανέβω στη σκηνή με τους Junip και αύριο με τους Iron & Wine. Μεθαύριο με τους Gavenhurst και η φαντασία δεν σταματάει πουθενά, οπότε ας σταματήσω εγώ.8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;Πολιτική. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο πέρα από πολιτική έκφραση ακόμα κι όταν αναφέρεται σε επιφανειακά συναισθήματα και χαζοχαρούμενες καταστάσεις. Η τέχνη ακόμα και κακή ενεργοποιεί την κριτική σκέψη. Μόνο η προπαγανδιστική τέχνη μπορεί να αποτελέσει θρησκευτική έκφραση.9) Οι επιρροές σας;Οποιοσδήποτε ήχος, ενοχλητικός και ευχάριστος.10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;Μέσον το συγκρότημα11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;Σκοπός η μουσική12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;
Κάτι για το οποίο δεν έχεις προσπαθήσει, δεν μπορεί να σε κάνει αλαζόνα από μόνο του. Αυτό που ονομάζουμε ταλέντο συνήθως είναι η αγάπη και η επιμονή κάποιου σε συνδυασμό με κάποια συγκεκριμένη αντίληψη στην αισθητική. Αλαζόνες είμαστε όλοι μας. Με ταλέντο ή χωρίς. Κάποιοι προσπαθούν να ναι λιγότερο, κάποιοι περισσότερο. Η αλαζονεία είναι απλά ένα κοινό ανθρώπινο κουσούρι που δεν έχει ανάγκη από συνοδεία.13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;Με γάτα που μόλις κατάπιε έναν βάτραχο. Ο βάτραχος ακούγεται ακόμα.14) Μια ευχή για την μπάνταΝα φτάσουμε σε σημείο να μπορούμε να παίζουμε 6 ώρες συνεχόμενα δικά μας κομμάτια....ε;;; τρομερή ιδέα!15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας;Δεν έχω νιώσει να υπάρχουν σκοτεινά σημεία στη μουσική δημιουργία. Ακόμα κι όταν είναι ζόρικο να εκφράσεις κάτι, τελικά καταλήγει να ναι απελευθερωτικό.Θα τους βρείτε εδώ: https://www.facebook.com/thejesterdaysΜπορείτε να προμηθευτείτε την μουσική τους εδω : http://thejesterdays.bandcamp.com/και να τους ακούσετε εδώ: https://soundcloud.com/the-jesterdays
Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013
Cactus
Ήταν μια
Αμερικάνικη μπάντα από το Long Island της
Νέας Υόρκης.Ιδρύθηκαν στα τέλη του 1969
και η αρχική ιδέα ήταν να
δημιουργηθεί ένα <Supergroup>, καθώς τα
μέλη ήταν ήδη καταξιωμένοι μουσικοί -
ο μπασίστας Tim Bogert
και ο ντράμερ Carmine Appice
από τους Vanilla Fudge,
ενώ στην κιθάρα ο μεγάλος Jeff
Beck με τον τότε τραγουδιστή
του Rod Stewart! Όμως δυστυχώς, ένα αυτοκινητιστικό
ατύχημα του Jeff Beck - το οποίο τον άφησε ανενεργό
για 18 μήνες - τους χάλασε τα σχέδια. Έτσι οι Bogert και Appice στράφηκαν στον κιθαρίστα
Jim McCarty και τον
τραγουδιστή Rusty Day, και οι δυο από τους
Ted Nugent’s Amboy Dukes. Με αυτήν τη σύνθεση
κατάφεραν να
κυκλοφορήσουν τρία άλμπουμ (Cactus, One Way…
Or Another, Restrictions). Κάποιες εσωτερικές τριβές
όμως οδήγησαν
στην αποχώρηση του Jim McCarty στα τέλη του
1971. Λίγο καιρό αργότερα εκδιώχθηκε και
ο Rusty Day.
Το τέταρτο
και τελευταίο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε
το 1972, με ονομασία 'Ot 'N' Sweaty, με τους Bogert
και Appice,
πλαισιωμένους από τον Werner
Fritzschings στην κιθάρα, τον
Duane Hitchings
στα πλήκτρα και τον Peter French
στα φωνητικά. Την ίδια χρονιά η μπάντα
διαλύθηκε οριστικά με τους Bogert και
Appice να συνυπάρχουν τελικά με
τον Jeff Beck, ιδρύοντας τους Beck, Bogert &
Appice, οι οποίοι κυκλοφόρησαν ένα στούντιο άλμπουμ, το ομώνυμο, και ένα ζωντανό,
το Live In Japan, αλλά κι αυτοί τελικά διαλύθηκαν
το 1974. Τα μέλη των Cactus συνέχισαν,
βέβαια, την μουσική τους καριέρα,
παίζοντας ανά τα χρόνια σε μεγάλες
μπάντες και ήρθε τελικά το πλήρωμα του
χρόνου για την επανένωσή τους το 2006, με
την αρχική σύνθεση, εκτός από τον Rusty
Day, ο οποίος
σκοτώθηκε σε ανταλλαγή
πυροβολισμών σε μια υπόθεση με κοκαΐνη,
το 1982. Στα φωνητικά τώρα έχουν πάρει τον Jimmy Kunes και
κυκλοφόρησαν μάλιστα το πέμπτο τους
άλμπουμ το 2006 με τίτλο Cactus V.
Αυτή ήταν εν
ολίγοις η ιστορία των Cactus, η οποία
συνεχίζεται τα τελευταία 7 χρόνια, και
όλοι εμείς ευελπιστούμε να τους δούμε,
ίσως, σε κάποια ζωντανή εμφάνιση, αφού
δεν τους προλάβαμε στις αρχές της
δεκαετίας του 70. Εδώ αξίζει
να αναφέρουμε ότι παρότι δεν έγιναν
ιδιαίτερα γνωστοί στην Ελλάδα και
γενικότερα στην Ευρώπη, στην άλλη άκρη
του Ατλαντικού γνώρισαν τεράστια
επιτυχία στην σύντομη καριέρα τους και
οι μουσικοκριτικοί της εποχής, τους
χαρακτήρισαν <οι Αμερικάνοι Led
Zeppelin!>. Ήταν σίγουρα μια από τις πρώτες
μπάντες που έπαιξαν Hard Rock, ενώ
επηρέασαν αρκετά, πολλούς μεταγενέστερους
μουσικούς του χώρου.
Ναούμ Αθ. Βάρκας
Ετικέτες
'70s,
'Ot 'N' Sweaty,
Παρουσίαση,
Cactus,
Carmine Appice,
Hard rock,
Jim McCarty,
One Way… Or Another,
Restrictions,
Rusty Day,
Tim Bogert
Golden Earring - Radar Love
Η μουσική μεταξύ τον άλλων είναι κίνηση. Και αν λάβουμε την θεωρεία κάποιων φυσικών ότι η κίνηση και η δόνηση είναι οι μόνες πραγματικές διαστάσεις, τότε το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι, η μουσική είναι η μόνη πραγματικότητα. Σίγουρα για πολλούς είναι και χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουν αυτήν την θεωρία. Αλλά η μουσική δεν είναι μόνο η καλύτερη συνοδός στα νοητικά ταξείδια, αλλά και στα πραγματικά. Το rock'n'roll είναι συνδεδεμένο με τον δρόμο από την γέννηση του. Ανήσυχο και με αδυναμία να στεριώσει κάπου, εκτός της καρδιάς των οπαδών του, αντλεί συχνά την θεματολογία του από ιστορίες δρόμου. Άλλωστε μια μπάντα συνέχεια ταξειδεύει και οι περισσότερες ώρες περνάει σε κάποιο αυτοκίνητο κατευθυνόμενο στην επόμενη πόλη, που θα παίξουν.
Κάπως έτσι γεννήθηκε ολόκληρη κατηγορία τραγουδιών μέσα στο rock, τα λεγόμενα driving songs. Τραγούδια που δεν είναι απλώς κατάλληλα για να τα ακούς στο αυτοκίνητο, αλλά μοιάζουν να έχουν γραφτεί για να συγχρονίζονται με τη μηχανή, με τις γραμμές του δρόμου, με τα φώτα που περνάνε από το παρμπρίζ και με αυτή την περίεργη αίσθηση ελευθερίας που έχεις όταν κινείσαι μέσα στη νύχτα. Και σε αυτή την κατηγορία, το Radar Love κατέχει σχεδόν μυθική θέση.
Ένα από τα πιο δημοφιλή ταξιδιάρικα τραγούδια, δηλαδή ιδανικό για να συνοδέψει κάθε οδηγό, είναι και το Radar Love, των Ολλανδών Golden Earring. Η δημιουργία των George Kooymans και Barry Hay βρίσκεται στο ένατο τους άλμπουμ, το Moontan του 1973, οποίο και χαρακτηρίστηκε σαν το καλύτερο Dutch rock άλμπουμ. Ο λόγος φυσικά είναι το συγκεκριμένο τραγούδι, που βρίσκεται και στις δύο πλευρές του δίσκου και σε διαφορετικές εκτελέσεις.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το Moontan έχει μια μικρή ιστορία από μόνο του, γιατί κυκλοφόρησε με διαφορετικά tracklists σε διαφορετικές αγορές. Η ευρωπαϊκή και η αμερικανική έκδοση δεν ήταν ακριβώς ίδιες, κάτι πολύ συνηθισμένο εκείνη την εποχή, όταν οι δισκογραφικές προσάρμοζαν τα άλμπουμ ανάλογα με το τι πίστευαν ότι θα «πιάσει» καλύτερα στο κοινό κάθε χώρας. Το Radar Love κυκλοφόρησε πρώτα στην Ευρώπη το 1973 και στη συνέχεια στις Η.Π.Α. το 1974, όπου έδωσε στο συγκρότημα τη μεγάλη διεθνή του αναγνώριση. Έφτασε στο Νο 13 του Billboard Hot 100, ενώ στη Βρετανία μπήκε στο Top 10, φτάνοντας στο Νο 7. Στην πατρίδα τους, την Ολλανδία, έγινε φυσικά τεράστια επιτυχία.
Οι Golden Earring δεν ήταν τυχαίο συγκρότημα. Ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη Χάγη, αρχικά ως The Tornados, και στη συνέχεια πήραν το όνομα The Golden Earrings, το οποίο αργότερα έγινε απλώς Golden Earring, όνομα παρμένο από ένα ολλανδικό ποίημα του 19ου αιώνα. Το 1969, όταν περιόδευαν με τους Led Zeppelin (πριν γίνουν τεράστιοι) και τον Fleetwood Mac (όταν ακόμα έπαιζαν blues με τον Peter Green), έκοψαν το "s" για να ακούγονται πιο "μοντέρνοι" και μπήκαν στην εποχή του hard rock, οδηγώντας στο Moontan. Υπήρξαν ένα από τα πιο μακρόβια rock συγκροτήματα της Ευρώπης, με πορεία που κράτησε έξι δεκαετίες. Αυτό από μόνο του λέει πολλά, γιατί ελάχιστες μπάντες κατάφεραν να μείνουν ενεργές τόσα χρόνια με τόσο σταθερό πυρήνα.
Ο μουσικοκριτικός Bill Lamb το κατατάσσει στα "top 10 driving songs". Και γιατί όχι; εφόσον το τραγούδι μιλάει από τη..... θέση του οδηγού. Το λυρικό μέρος αναφέρεται στην προσμονή κάποιου να συναντήσει τον έρωτά του. Δεν έχει κάποιο μέσο να επικοινωνήσει με το "μωρό" του και μόνο πατώντας γκάζι μπορεί πιο γρήγορα να να βρεθεί κοντα στην αγαπημένη του. Ακούγοντας το "Coming on Strong" της Brenda Lee, ο οδηγός ελπίζει το ίδιο τραγούδι να ακούει και αυτή.
Μια μικρή λεπτομέρεια αποτελεί η αναφορά στο λυρικό μέρος: "The radio's playing some forgotten song / Brenda Lee's 'Coming on Strong'". Η Brenda Lee ήταν ένα τεράστιο αστέρι της δεκαετίας του '60 (γνωστή και ως "Little Miss Dynamite"). Ο Barry Hay έχει παραδεχτεί αργότερα ότι απλώς τους άρεσε πώς ακουγόταν το όνομα της Brenda Lee σε συνδυασμό με τη φράση "Coming on Strong" και το έβαλαν χωρίς να γυρίσουν να δουν αν υπήρχε όντως τέτοιο τραγούδι της. Πάντως, η ατμόσφαιρα του στίχου περνάει τέλεια: ο οδηγός ακούει κάποιο παλιό σταθμό τα μεσάνυχτα να παίζει ξεχασμένα τραγούδια της δεκαετίας του '60. Το Coming on Strong ήταν πράγματι τραγούδι της Brenda Lee, κυκλοφορημένο το 1966. Η αναφορά αυτή δίνει στο Radar Love κάτι από παλιό αμερικανικό ραδιόφωνο, από μοναχική οδήγηση μέσα στη νύχτα, όταν ο οδηγός πιάνει έναν σταθμό και ένα τραγούδι γίνεται ξαφνικά μήνυμα, σημάδι ή ακόμα και επικοινωνία. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για εποχή χωρίς κινητά, χωρίς μηνύματα, χωρίς GPS. Η απόσταση τότε είχε άλλο βάρος. Αν ήθελες να βρεθείς κοντά σε κάποιον, δεν έστελνες απλώς ένα μήνυμα. Έμπαινες στο αυτοκίνητο και οδηγούσες.
Και αυτή η προσπάθεια ουσιαστικά ονομάζεται Radar Love. Αργότερα το τραγούδι αποτέλεσε έμπνευση για τον Λευτέρη Πανταζή για να γράψει το "Έρωτας με τηλεπάθεια" και ο Αντύπας το "Οδηγώ και σε σκέφτομαι"..... εεεεεεεεελα λίιιιγο.
Ο τίτλος είναι από μόνος του εξαιρετικός. Το «ραντάρ» δεν έχει εδώ την κυριολεκτική έννοια της συσκευής που εντοπίζει ταχύτητες ή αντικείμενα. Είναι κάτι σαν ερωτική κεραία, μια τηλεπαθητική σύνδεση. Ο οδηγός νιώθει ότι η γυναίκα που αγαπά τον καλεί χωρίς να χρειάζεται τηλέφωνο. Το τραγούδι πιάνει τέλεια αυτή την παράλογη αλλά γνώριμη αίσθηση ότι κάποιος σε σκέφτεται την ίδια στιγμή που τον σκέφτεσαι κι εσύ. Αυτό είναι το Radar Love. Ένας έρωτας που λειτουργεί σαν συχνότητα.
Αλλά ερχόμενοι στα γεγονότα, το τραγούδι έχει διασκευαστεί από πολλούς καλλιτέχνες, μεταξύ αυτών και U2, R.E.M., Ian Stuart Donaldson, Sun City Girls, White Lion, Blue Man Group, Def Leppard, αλλά και ο Carlos Santana. Συνολικά 250 φορές γνώρισε διαφορετική εκτέλεσή του.
Μία από τις πιο γνωστές διασκευές είναι αυτή των White Lion, το 1989, στο άλμπουμ Big Game. Η δική τους εκδοχή το έφερε ξανά στο προσκήνιο για ένα νεότερο hard rock και glam metal κοινό, σε μια εποχή όπου το MTV μπορούσε να ξανασυστήσει παλιά τραγούδια σε μια ολόκληρη γενιά. Σε διάφορες λίστες και βάσεις δεδομένων αναφέρονται ακόμη περισσότερες διασκευές, κάτι που δείχνει πως το Radar Love δεν έμεινε απλώς ένα hit της εποχής του, αλλά έγινε σχεδόν rock standard. Από hard rock μπάντες μέχρι πιο πειραματικά σχήματα, πολλοί θέλησαν να βάλουν το δικό τους χέρι σε αυτόν τον ασταμάτητο ρυθμό.
Αν και το συγκρότημα ήταν συνεχώς ενεργό, με τακτικές κυκλοφορίες μόλις 9 χρόνια αργότερα είδαν ένα τραγούδι τους να μπαίνει στα τσαρτς, το "Twilight Zone.". Το Twilight Zone, που κυκλοφόρησε το 1982, ήταν η δεύτερη μεγάλη διεθνής τους επιτυχία και ειδικά στην Αμερική τους ξαναέβαλε στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και στο MTV. Παρόλα αυτά, όσο αγαπημένο κι αν έγινε, ποτέ δεν ξεπέρασε στη συλλογική μνήμη το Radar Love. Για τους περισσότερους, όταν ακούνε Golden Earring, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι εκείνο το μπάσο που μοιάζει με κινητήρα που έχει ήδη πάρει μπροστά.
Ο τρόπος δημιουργίας των τραγουδιών για το συγκρότημα ήταν βαρετά ίδιος. Πρώτα έβρισκαν τον τίτλο και γύρω από αυτό δημιουργούσαν τον μουσικό και λυρικό μέρος. Και αυτό το τραγούδι δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα τους. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η μπάντα δεν περίμενε τόση επιτυχία για αυτό το τραγούδι. Αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει μόνο μέσα στο άλμπουμ τους, το οποίο ήταν και πρώτο τους που κυκλοφορούσε στις Η.Π.Α.. Σε σινγκλ θα κυκλοφορούσε μόνο για τα ραδιόφωνα.
Η δομή του τραγουδιού είναι από τα μυστικά της επιτυχίας του. Δεν βασίζεται μόνο σε ένα δυνατό ρεφρέν, αλλά σε μια συνεχή κίνηση. Το μπάσο του Rinus Gerritsen λειτουργεί σαν παλμός μηχανής, τα τύμπανα του Cesar Zuiderwijk σπρώχνουν διαρκώς το κομμάτι μπροστά, ενώ οι κιθάρες του George Kooymans δίνουν αυτή την αίσθηση ανοιχτού δρόμου. Υπάρχουν επίσης πνευστά σε σημεία του τραγουδιού, κάτι που του δίνει μια σχεδόν κινηματογραφική ένταση. Δεν είναι απλώς rock κομμάτι. Είναι μικρή σκηνή καταδίωξης, ερωτικής αγωνίας και νυχτερινής διαδρομής.
Στις ζωντανές τους εμφανίσεις, εκμεταλλευόταν το τραγούδι για να κάνει εντυπωσιακό σόου ο ντράμερ τους Cesar Zuiderwijk. Στην πραγματικότητα έχει πολύ έξυπνη δομή, βασιζόμενη στα κρουστά και αυτό ήταν και ο λόγος για αυτό.
Ο Zuiderwijk έγινε γνωστός και για το θεαματικό του παίξιμο, αλλά και για τα σκηνικά του κόλπα. Δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που κρατούσε το ρυθμό. Στα live των Golden Earring ήταν κανονικός performer. Το Radar Love του έδινε χώρο να ξεδιπλώσει αυτή την ενέργεια, αφού το τραγούδι βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη ρυθμική του ένταση. Γι’ αυτό και στις συναυλίες συχνά μεγάλωνε σε διάρκεια, με αυτοσχεδιασμούς και εκτεταμένα μέρη που έκαναν το κοινό να περιμένει την έκρηξη του ρεφρέν.
Το 2011 ο ραδιοφωνικός σταθμός Planet Rock, το κατέταξε σαν το κορυφαίο τραγούδι που ακούγεται στο αυτοκίνητο, με τα "Highway Star" των Deep Purple και το "Highway To Hell" των AC/DC να ακολουθούν. Επίσης έντυσε μουσικά την ταινία Detroit Rock City, στην οποία 4 έφηβοι περνάνε διάφορες περιπέτειες για να δουν τους KISS να παίζουν ζωντανά.
Η παρουσία του στην ποπ κουλτούρα δεν σταμάτησε εκεί. Το Radar Love έχει ακουστεί σε ταινίες, σειρές, διαφημίσεις, ραδιοφωνικά αφιερώματα και βιντεοπαιχνίδια, πάντα με την ίδια σχεδόν χρήση: να δηλώσει δρόμο, ταχύτητα, νύχτα, ένταση και μια ανεξήγητη επιθυμία να συνεχίσεις. Η διασκευή των White Lion εμφανίστηκε και στο Guitar Hero Encore: Rocks the 80s, ενώ το αυθεντικό τραγούδι έχει βρει θέση και σε playlists κλασικού rock, σε ραδιοφωνικές λίστες με τα καλύτερα τραγούδια για οδήγηση και σε αμέτρητες συλλογές.
Το συγκρότημα έμεινε ενεργό για δεκαετίες, μέχρι που το 2021 ανακοίνωσε ουσιαστικά το τέλος του, μετά τη διάγνωση του George Kooymans με ALS. Έτσι έκλεισε μια από τις πιο μεγάλες διαδρομές στην ευρωπαϊκή rock ιστορία. Όμως το Radar Love συνεχίζει να κινείται. Και ίσως αυτό είναι το πιο ταιριαστό για ένα τέτοιο τραγούδι. Δεν ανήκει σε ένα δωμάτιο, ούτε σε μια εποχή. Ανήκει στον δρόμο. Σε εκείνη τη στιγμή που το ραδιόφωνο παίζει κάτι που μοιάζει να μιλάει μόνο σε σένα, τα φώτα χάνονται πίσω σου και κάπου μπροστά υπάρχει κάποιος που σε περιμένει.
Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013
Metallica - Turn the Page
Όπως λέει και το όνομά του, το rock 'n' roll είναι μία συνεχής κίνηση, και μάλιστα πολλές φορές μία ισοπεδωτική κίνηση. Είναι μία συνεχής ροή και εξέλιξη της μουσικής γενικά. Αλλά πέρα από τα χαρακτηριστικά ενός ποταμού, που από μερικές σταγόνες βροχής γίνεται ένας τεράστιος όγκος τρεχούμενου νερού, έχει και τα χαρακτηριστικά ενός βιβλίου, όπου καμιά φορά για να καταφέρεις να κατανοήσεις στοιχεία της πλοκής του, χρειάζεται να ανατρέξεις πίσω στον χώρο και τον χρόνο της «ιστορίας» γυρνώντας τις σελίδες προς τα πίσω! Έτσι και το rock 'n' roll στην 60-χρονη πορεία του, έχει γυρίσει πολλές φορές σελίδα, συχνά μάλιστα προς τα πίσω! Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τύχει να γνωρίσουμε έναν καλλιτέχνη ή ένα τραγούδι, όχι άμεσα, αλλά έμμεσα από τη διασκευή του, από κάποιον άλλο ήδη καταξιωμένο καλλιτέχνη ή συγκρότημα.
Ένα τραγούδι είναι πολλές φορές σαν το ρόδο της Ιεριχούς, διασχίζει την έρημο, κινούμενο από τον ξηρό αέρα, μέχρι να βρει λίγο νερό και να ανοίξει τα φύλλα του. Έτσι και ένα τραγούδι, από την στιγμή της δημιουργίας του μέχρι την ώρα της αναγνώρισής του, «περιμένει» να φτάσει στον κατάλληλο ερμηνευτή για να ανοίξει τα φύλλα της δόξας του. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι και το “Turn the Page”, δημιούργημα του country-rock μουσικού Bob Seger που το βρίσκουμε στο έκτο άλμπουμ του, το “Back in '72”. Αν και το τραγούδι αυτό δεν ήταν τελείως άγνωστο στην εποχή του, ουσιαστικά έγινε παγκοσμίως γνωστό από την ερμηνεία των Metallica. Και είναι από αυτές τις περιπτώσεις τραγουδιών, των οποίων η διασκευή είναι «καλύτερη» από την αυθεντική και πρώτη εκτέλεση, αν σκεφτεί κανείς πως το τραγούδι έγινε το μεγαλύτερο hit του συγκροτήματος φτάνοντας στην κορυφή του Billboard Hot Mainstream Rock Tracks chart. Παρέμεινε εκεί για 11 συνεχόμενες εβδομάδες μέσα στο 1998, την χρονιά που κυκλοφόρησε και το “Garage Inc”, το άλμπουμ που το συμπεριλάμβανε.
Ο Lars Ulrich άκουσε για πρώτη φορά το τραγούδι όταν διέσχιζε την “Golden Gate Bridge” και η πρώτη του σκέψη ήταν το ότι, ο James απλά «το 'χει» το τραγούδι. Η εκτέλεσή τους δεν αλλάζει το τέμπο, αλλά το κάνει πιο «βαρύ» αντικαθιστώντας το σαξόφωνο της αρχικής εκτέλεσης με την κιθάρα του Kirk Hammett. Το βιντεοκλίπ αναφέρεται στη ζωή μιας μητέρας, που για να ζήσει αναγκάζεται να δουλεύει ως χορεύτρια σε στριπτιζάδικο και τη νύχτα ως πόρνη. Η άρνηση του MTV να το μεταδώσει οφείλεται σε σκηνές, που δείχνουν τη βίαιη συμπεριφορά ενός πελάτη προς αυτήν. Αλλά η ιστορία που αναπαριστά το βιντεοκλίπ των Metallica δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην αρχική σημασία των στίχων.
Όταν ο Bob Seger έγραψε το τραγούδι βρισκόταν σε περιοδεία μαζί με τους Teegarden & Van Winkle. Ο ντράμερ David Teegarden θυμάται πως βρίσκονταν κάπου στις μεσοδυτικές πολιτείες, στον δρόμο προς την Νότια ή Βόρεια Ντακότα. Η μπάντα είχε ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα από το Detroit, όπου είχε παίξει. Μέσα σε μια χιονοθύελλα γύρω στις 3 τα ξημερώματα σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο με πάρκινγκ και για φορτηγά, για να γεμίσουν το ρεζερβουάρ τους. Η εποχή των χίπις το 1972 και όλα τα μέλη είχαν μακριά μαλλιά. Ο Bob Seger μαζί με ένα άλλο μέλος της μπάντας μπήκαν μέσα στο χώρο, όπου υπήρχε και καφετέρια με αρκετούς φορτηγατζήδες. Ήταν η εποχή των χίπις στα 1972 και φυσικά όλα τα μέλη της μπάντας είχαν μακριά μαλλιά! Μόλις, λοιπόν, οι μουσικοί βγάλανε τα καπέλα τους, το οποία φορούσαν έχοντας κρυμμένο το μακρύ μαλλί τους, το οποίο και λύθηκε, οι φορτηγατζήδες γελώντας έκαναν την πιο κλισέ ερώτηση... "Is that a girl or man?". Την επόμενη μέρα, μετά από τη συναυλία τους στο Mitchell της Νότιας Ντακότα, ο Seger έπαιξε το τραγούδι σε ακουστική κιθάρα, με τους στίχους "Oh, the same old cliches / 'Is that a woman or a man?” να ντύνουν τη μελωδία. Αν και στο λυρικό μέρος του τραγουδιού το συγκεκριμένο δίστιχο δεν υπάρχει, ωστόσο, ήταν το “Turn the Page”.
Η ατυχής αυτή συνάντηση δημιούργησε μία ροή γεγονότων, ώστε να δημιουργηθεί ένα πολύ όμορφο τραγούδι. Οι στίχοι μιλάνε κυρίως για τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα ενός ροκ μουσικού, που βρίσκεται συνεχώς στον δρόμο! Και αυτά, μεταξύ άλλων, προκαλούνται και από τα συνεχόμενα επικριτικά κλισέ σχόλια που έχει την ατυχία ή μάλλον την τύχη, από μουσική τουλάχιστον άποψη, να ακούει ένας μουσικός του δρόμου...
Jacek Maniakowski
διόρθωση κειμένου ! Maria Florokapi
Playground Theory - Echo-λόγιο
Οι Playground Theory απαντούν:
1)
Τι συμβολίζει το όνομα σας;
Η
παιδική χαρά είναι ουσιαστικά ένας
μικρόκοσμος της κοινωνίας μας. Παρατηρείς
ακριβώς
τις ίδιες λειτουργίες. Παιδιά που είναι
πιο κοινωνικά και κάνουν πιο εύκολα
παρέες,
παιδιά λιγότερο κοινωνικά με σαφώς
μικρότερες παρέες, παιδιά αντικοινωνικά
με
καθόλου παρέες, παιδιά με μεγαλύτερη
επιρροή που ηγούνται των υπολοίπων ή
με
μικρότερη επιρροή που απλά ακολουθούν,
βλέπεις πηγαδάκια, κλίκες, συμπάθειες-
αντιπάθειες,
χαρά-λύπη, χαμόγελο-κλάμα και γενικότερα
όλα τα ανθρώπινα
συναισθήματα
σε μικρότερη έκφανση. Υπάρχει άλλωστε
μια ολόκληρη κοινωνιολογική
θεωρία που έχει
αναπτυχθεί βασισμένη σε αυτές τις
παρατηρήσεις. Η
δική
μας μπάντα αντλεί ένα μεγάλο μέρος των
ερεθισμάτων της από τα παιδικά της
βιώματα
και κυρίως από αντίστοιχες βόλτες σε
παιδικές χαρές, όπου μπαίναμε και
εμείς
σε αυτόν το μικρόκοσμο δημιουργώντας
παρέες και φτιάχνοντας φανταστικούς
“κόσμους”
και «διαστάσεις”, κάτι που εξακολουθούμε
να το κάνουμε και τώρα με τις
μουσικές
μας.
2)
Χρήμα ή δόξα;
Γιατί
όχι και τα δύο .Πέραν της πλάκας θα
μπορούσαμε να πούμε ότι η δόξα
εξασφαλίζει
την υστεροφημία ενώ η καλή οικονομική
κατάσταση είναι κάτι πολύ
προσωρινό
ειδικά στις μέρες μας. Επομένως είναι
επιλογή του καθενός ανάλογα και
με
τις προσωπικές επιδιώξεις, σίγουρα όμως
όσον αφορά στην μπάντα και τα μέλη
μας
προτιμήσαμε "να αφήσουμε κάτι πίσω
μας" και αυτός είναι και ο λόγος που
κυκλοφορήσαμε
το ντεμπούτο album μας "Speaking of Secrets",
αδιαφορώντας για το
οικονομικό
κόστος.
3)
Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση
την μπάντα σου;
"Κατάδυση"
σε πολλαπλά όνειρα όπως στην ταινία
Inception
4)
Σημείο μηδέν της μπάντας
Πίσω
στο 2009 όταν προσπαθούσαμε να κατασταλάξουμε
στην σύνθεση της
μπάντας,
στον ήχο και την γενικότερη "φιλοσοφία"
των κομματιών μας.
5)
Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή
καθόλου;
Δεν
θα αναφερόμασταν σε κάποιο συγκεκριμένο
μουσικό είδος, διότι δεν είμαστε
προκατειλημμένοι.
Πιο πολύ αποφεύγουμε μουσικές οι οποίες
δεν εκφράζουν
ανθρώπινα
συναισθήματα, είναι στείρες από νέες
ιδέες και δημιουργικότητα ή έχουν
δημιουργηθεί
αποκλειστικά για χρηματοθηρία.
Από αυτές που μένουν υπάρχει ένα χάος
δυνατοτήτων
για
να διαλέξεις το soundtrack της κάθε μέρας.
6)
Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την
χρησιμοποιούσατε;
Τί
εννοείτε “αν”;
Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα,
μεταδίδει αναγνωρίσιμα μηνύματα και
συναισθήματα παντού και αυτό την καθιστά
υπερόπλο. Είμαστε ευτυχισμένοι που
είμαστε «οπλισμένοι».
7)
Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην
σκηνή;
Με
το
John Squire από
Stone Roses και
τον
Marcus Miller(Miles Davis, session
Bass
guitarist) και
επίσης
με
τους
Sigur Ros, Atoms for Peace,
τον
Mike Patton
την
Liz Fraser, τους
Portishead. Επειδή
όμως θα
μέναμε μάλλον ακίνητοι και
αποσβολωμένοι να
τους παρακολουθούμε πάνω στο stage, θα
διαλέξουμε την έτερη
(και λίγο πιο εύκολα
υλοποιήσιμη) ευχή “με όλους μας τους
φίλους
μουσικούς,
για ένα jam χωρίς περιορισμούς”.
8
) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική
έκφραση;
Τίποτα
από τα δύο. Η θρησκευτική έκφραση είναι
κάτι πολύ προσωπικό, δεν
επιθυμούμε
να την ανακατεύουμε με τη μουσική μας.
Όσο για την πολιτική, το κάθε
μέλος
της μπάντας έχει την δική του “κοσμοθεωρία”
που αρκετές φορές συμπίπτει
με
τις θεωρίες των υπολοίπων αλλά σίγουρα
διαφέρει παρασάγγας από την
πολιτική
ή τις πολιτικές που βλέπουμε σήμερα
ιδίως στη χώρα μας, χωρίς όμως αυτό
να
μεταφέρεται άμεσα και στις μουσικές
μας. Η
μουσική είναι ένα από τα μεγαλύτερα
δώρα
και είναι μάλλον λάθος να συγχέεται με
μη καλλιτεχνικές εκφράσεις.
9)
Οι επιρροές σας;
Ποικίλουν
ανάλογα. Ο καθένας μας έχει διαφορετικά
ακούσματα, σίγουρα όμως
κυριαρχούν
μουσικές από 90΄s,δεκαετία στην οποία
μεγαλώσαμε. Ενδεικτικά
αναφέρουμε
από
είδη
μουσικής
electro pop, trip hop, dream pop, Brit pop, alternative
rock,
classic rock, fusion και
από
μπάντες
Radiohead, Portishead, Orbital, Massive
Attack,
Uncle, Cure, Stone Roses, Inspiral Carpets, Sonic Youth κ.α
10)
Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Σε
πρώτο στάδιο αποτελεί μέσο για να
δημιουργούμε, άλλωστε αυτό είναι
το
αρχικό ζητούμενο. Στη συνέχεια όμως
εφόσον επιθυμία των μελών της
μπάντας
είναι να ακουστεί η μουσική τους σε όσο
το δυνατόν πιο πολυάριθμο
κοινό,
αναγκαστικά αυτό πραγματοποιείται μόνο
μέσω της αρτιότερης οργάνωσης
του
συγκροτήματος. Κατά συνέπεια σε αυτή
την περίπτωση το συγκρότημα
«χρησιμοποιείται»
με σκοπό την προβολή αυτής της μουσικής.
11)
Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Σίγουρα
μέσον για να εκφράζουμε τις ανησυχίες
μας και κυρίως να ξεφεύγουμε
δημιουργώντας
μια "εικονική πραγματικότητα"
12)
Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή
την ταπεινοφροσύνη;
Το
ταλέντο είναι σαν ένα ακατέργαστο
διαμάντι, μόνο με τη διαδικασία της
τριβής μπορεί
η
λάμψη του να φτάσει πραγματικά στο
μέγιστο, για το οποίο δημιουργήθηκε
Υπό
φυσιολογικές συνθήκες το βρίσκεις και
στις δύο περιπτώσεις. Το ζητούμενο
είναι
πως το χειρίζεται ο καθένας προσωπικά,
κάτι που έχει να κάνει με τις αξίες, τις
απόψεις,
τα βιώματα, τη γενικότερη φιλοσοφία που
τον αντιπροσωπεύει και
οπωσδήποτε
με τον χαρακτήρα του.
13)
Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε
την μπάντα;
Είμαστε
μια μπάντα που μας αρέσει να ταξιδεύουμε
μεταφορικά και
κυριολεκτικά.
Ίσως ένα αποδημητικό πουλί να αντιπροσώπευε
τη φιλοσοφία μας
αυτή,
όπως ο αρκτικός γλάρος που ταξιδεύει
ετησίως 80.000 χλμ. από την Αρκτική
στην
Ανταρκτική και τούμπαλιν!!
14)
Μια ευχή για την μπάντα
Πάνω
από όλα να είμαστε υγιείς. Όσο τετριμμένη
κι αν ακούγεται αυτή η ευχή, δε
νομίζουμε
ότι υπάρχει καλύτερη για οποιοδήποτε
έμβιο όν πάνω στον πλανήτη....Από εκεί
και
πέρα το πιο σημαντικό κομμάτι σε μια
ενεργή μπάντα είναι η δημιουργικότητα,
οπότε οι
ευχές
όλων μας επικεντρώνονται στην αέναη
μουσική δημιουργία, η οποία θα συνοδεύεται
ίσως
και από ένα δεύτερο album της μπάντας στο
εγγύς ή απώτερο μέλλον.
15)
Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της
μουσικής δημιουργίας;
Εντοπίζουμε
δύο:
Μέσα
από τη δημιουργία στίχων και μελωδιών
ανακαλύπτεις και έρχεσαι αντιμέτωπος
με πτυχές του εαυτού σου καλά κρυμμένες
ή ξεχασμένες. Αυτό που μπορεί να σε
τρομάξει πιο πολύ είναι ο ίδιος σου ο
εαυτός.
Επίσης,
το σημείο στο οποίο - αναδυόμενη από
συναισθηματική φόρτιση του δημιουργού
-
έρχεται
στην επιφάνεια μια ανεπεξέργαστη μουσική
ιδέα. Όταν η φόρτιση καταλαγιάσει,
ψάχνεις
να βρεις τις ομορφότερες νότες που
κρύβονται επιμελώς στην πρώτη αυτή
ιδέα,
αφήνοντας
για πάντα πίσω το 100% του πώς ένιωσες
εκείνη τη μέρα.
Θα τους βρείτε εδώ: https://www.facebook.com/pages/Playground-Theory/121612344573144
Θα τους ακούσετε εδώ: http://soundcloud.com/playground-theory
και θα τους δείτε εδώ: https://www.youtube.com/user/PlaygroundTheory
Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013
Bloodrock
Οι Bloodrock ήταν μια Αμερικάνικη Hard Rock μπάντα, από το Fort Worth του Texas. Είχαν μια σχετική επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του '70 και ήταν η πρώτη από πολλές και μεγάλες μπάντες που ξεκίνησαν την καριέρα τους από το κλαμπ του Fort Worth. Στην ουσία ιδρύθηκαν το 1963 με το όνομα, The Naturals, με το οποίο κυκλοφόρησαν τρία singles. Το 1965 άλλαξαν το όνομά τους σε Crowd + 1 και κυκλοφόρησαν άλλα τρία singles. Τελικά άλλαξαν το όνομά τους σε Bloodrock, το 1969, με αρχικά μέλη τους: RICK COBB στα τύμπανα, ED GRUNDY στο μπάσο, STEVE HILL στα πλήκτρα, LEE PICKENS πρώτη κιθάρα, JIM RUTLEDGE φωνητικά και NICK TAYLOR ρυθμική κιθάρα.
Το πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ θεωρείται το δεύτερο, κυρίως λόγω του τραγουδιού DOA (Dead On Arrival). Ένα ατμοσφαιρικό τραγούδι, που εκφράζει τις τελευταίες σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, το οποίο εμπνεύστηκε ο Lee Pickens από ένα ατύχημα με ένα μονοθέσιο αεροπλάνο που είδε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν τέσσερα άλμπουμ. Το 1972 αποχώρησαν οι Lee Pickens και Jim Rutledge, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Warren Ham. Ηχογράφησαν το πέμπτο τους άλμπουμ, Passage και αμέσως μετά αποχώρησε και ο Rick Cobb, που αντικαταστάθηκε από τον Randy Reader. Το 1974 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Whirlwind Tongues, που στην ουσία ήταν το τελευταίο που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή.
Το 1975 το συγκρότημα διαλύθηκε όταν αποχώρησε και ο Randy Reader, ενώ είχαν ολοκληρώσει την ηχογράφηση ενός ακόμη άλμπουμ με τον τίτλο Unspoken Words, το οποίο όμως δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο το 2000, σε μια τριλογία του συγκροτήματος που περιλάμβανε τις τρεις τελευταίες τους δουλειές.
Οι Bloodrock ήταν μια μπάντα που κατόρθωσε να αφήσει πίσω της έξι πολύ αξιόλογα άλμπουμ, συν το Unspoken Words, μέσα σε ένα διάστημα έξι χρόνων μόνο. Ο ήχος τους ήταν αρκετά βαρύς και τραχύς για την εποχή, αλλά παρά την καλή ποιότητα της δουλειάς τους, δεν κατόρθωσαν ποτέ να γίνουν το μεγάλο όνομα. Άνοιξαν κάποιες συναυλίες των Black Sabbath στην Αμερική και συμμετείχαν σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ.
Ναούμ Αθ. Βάρκας
Ετικέτες
'70s,
Παρουσίαση,
Bloodrock,
ED GRUNDY,
Hard rock,
Lee Pickens,
NICK TAYLOR,
Randy Reader,
Rick Cobb,
STEVE HILL
Tears for Fears - Shout
Η μουσική πέρα από την συντροφικότητα που προσφέρει, είναι ένα είδος ένα είδος ψυχοθεραπείας. Γενικά οι νότες είναι ψυχοτρόπα και εύκολα μπορούν αλλάξουν, να κατευθύνουν και να διογκώσουν την ανθρώπινη διάθεση, αλλά όχι μόνο αυτήν. Και ο στόχος της είναι κατά κύριο λόγο ο ανθρώπινος ψυχισμός. Αλλά δεν είναι και λίγες φορές, που η μουσική, μέσα από τα τραγούδι ή και ονόματα συγκροτημάτων αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική οδό. Ακόμα υπάρχουν μπάντες που το όνομα τους αναφέρεται σε κάποιον ψυχολόγο ή κάποια μέθοδο. Αλλά μια μια θεωρία έχει την τιμητική της, η Primal Therapy του Arthur Janov.
Το όνομα του ντουέτου των Tears for Fears προέρχεται από αυτήν την προαναφερθήσα θεωρία του Αμερικανού ψυχολόγου και συγκεκριμένα από το βιβλίο του, το Prisoners Of Pain. Η δημιουργία των και των δύο μελών του ντουέτου, των Roland Orzabal και Ian Stanley, ορίζει ένα μέρος της θεραπείας που ορίζει η θεωρεία του Janov και απλά Shout. Προφανώς η κραυγή τους αυτή ήταν πολύ δυνατή, γιατί το τραγούδι έφτασε σε πολλές κορυφές των ευρωπαϊκών και όχι μόνο, τσαρτς και το σινγκλ έγινε πολυπλατινένιο, όπως και το άλμπουμ Songs from the Big Chair του 1984 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται. Η θεραπεία, την οποία είχε ακολουθήσει μεταξύ των άλλων και ο John Lennon, αν μη τι άλλο είχε αποτέλεσμα και για την τσέπη τους.
Το όνομα του άλμπουμ, που σχετίζεται και αυτό με την ψυχιατρική, εμπνεύστηκαν από την ταινία Sybil, όπου η ομώνυμη ηρωίδα έχει 16 προσωπικότητες. Μια ψύχωση που έχουν και οι Έλληνες πολιτικοί. Όμως η θεραπεία αυτή δεν απέδωσε μόνο στην τσέπη τους, αλλά το Shout όρισε και έναν πιο εξωστρεφή τρόπο σύνθεσης για το ντουέτο. Αν και το τραγούδι δημιουργήθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο και με την συμβολή ενός μικρού synthesizer και μιας drum machine, είναι η πρώτη σύνθεση τους που εμπεριέχει και bass σόλο. Μαζί με τα δυνατά κρουστά διασχίζει με πολύ άνεση τα σύνορα ανάμεσα στη pop και την rock, κάνοντας το ένα τραγούδι σύμβολο της synth-rock. Τα γυναικεία backing vocals, απλά προσθέτουν περισσότερη γοητεία, δημιουργώντας έναν διακριτικό συνδυασμό με τα δυνατά ακόρντα και αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο άψογη παραγωγή.
Η αρχική του μορφή περιλάμβανε μόνο το ρεφρέν, που επαναλαμβανόταν σαν μάντρα, μιας και τα δύο μέλη είχαν αρκετή συμπάθεια προς ανατολικές φιλοσοφίες. Ακούγοντας το σε αυτήν την μορφή ο παραγωγός τους Chris Hughes, μυρίστηκε επιτυχία και το σουλούπωσε με τον τρόπο που γνωρίσαμε. Ο Roland Orzabal, αναφέρει πως οι πρώτες του τραγουδιού δημιουργήθηκαν όταν ηχογραφούσαν το πρώτο σινγκλ του άλμπουμ το Mothers Talk. Αν και μπορούμε να δούμε πολλούς συμβολισμούς σε αύτην σύμπτωση, ουσιαστικά οι τελικές ιδέες πάρθηκαν μερικές εβδομάδες αργότερα στο γενέθλιο πάρτυ του Roland. Όπου, ο παραγωγός του, ρωτώντας την γνώμη των τεσσάρων παρεβρισκομένων για την αρχική μελωδία του τραγουδιού, πήρες 4 διαφορετικές και άσχετες μεταξύ τους απαντήσεις, όμως πολύ χρήσιμες στην ολοκλήρωση του τραγουδιού.
Οι ίδιοι οι δημιουργοί του τραγουδιού έχουν μια ένσταση σχετικά με την άποψη, που θέλει το λυρικό μέρος να είναι ακόμα μια αναφορά στην "primal scream theory". Συγκεκριμένα, η θεωρία αυτή ήταν απλά η αφορμή, το βασικό νόημα των στίχων είναι να μην δέχονται αδιαμαρτύρητα ό,τι τους "σερβίρουν" οι κυβερνήσεις σε γενικό πλαίσιο και κατ' επέκταση οποιοσδήποτε χειραγωγός. Είναι ένα πολιτικό τραγούδι διαμαρτυρίας, μιας που γράφτηκε κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ουσιαστικά ενθαρρύνει ανθρώπους να μην αποδέχονται αυτά που αμφισβητούν.
Το τραγούδι όμως, το αποδέχτηκαν μουσικόφιλοι χωρίς δεύτερη κουβέντα, αλλά και DJ's. Από το πιο ρεμιξαρισμένα τραγούδια, αλλά και πολλές μπάντες της σκληρής πλευράς του ροκ, το έχουν διασκευάσει, με αυτή των Disturbed να ξεχωρίζει.
Jacek Maniakowski
Ετικέτες
Ian Stanley,
Roland Orzabal,
Shout,
Songs from the Big Chair,
songstory,
synth-rock,
Tears for Fears
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








