Πέμπτη 11 Απριλίου 2013
Iggy Pop and The Stooges
The Banditi
Steve Harley & Cockney Rebel.- Sebastian
Jacek Maniakowski
Ten Years After - I'd Love to Change the World
"I'd Love to Change the World", μια φράση και επιθυμία πολλών αλλά και τραγούδι σύμβολο μιας εποχής που όλα φάνταζαν δυνατά. Η δημιουργία του ανήκει στον Alvin Lee και πρώτη φορά που ακούστηκε ήταν την χρονιά του 1971 στο άλμπουμ A Space in Time των Βρετανών Ten Years After. Θεωρείται τραγούδι-σύμβολο της blues-rock μπάντας και το πιο επιτυχημένο κομμάτι τους.
Η σύνθεση αυτή του Alvin Lee αντανακλά την εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε καθώς και τα αιτήματα των νέων για ένα καλύτερο αύριο. Με στίχους όπως το "Tax the rich, feed the poor/ till there are no rich no more," παίρνει καθαρά πολιτική θέση. Αν και για κάποιους κριτικούς, οι στίχοι απλά προωθούν την πολιτική της ελεύθερης αγοράς. Στην ποίηση όμως ο καθένας μπορεί να δώσει την δική του ερμηνεία. Το ρεφρέν "I'd love to change the world/ but I don't know what to do/ so I'll leave it up to you," για κάποιους εκφράζει μια ειρωνεία αλλά σε μια δήλωση του ο τραγουδιστής, δήλωσε απόλυτα ειλικρινής με το περιεχόμενο του στίχου. Απλά πραγματικά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Προφανώς αντανακλά και την πεποίθηση μιας πολύ μεγάλης πλειοψηφίας, αλλά το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι ένα βήμα μπροστά..... το πρώτο βήμα είναι μισή διαδρομή.....
Jacek Maniakowski
Η ελληνική περιπέτεια του Eric Clapton
Ο Νίτσε είχε πει να μην φοβάσαι να σκάψεις βαθιά, εκεί θα βρεις και την πηγή. Και σε μια τέτοια αναζήτηση ανακαλύψαμε μια παράξενη ιστορία. Η ιστορία αφορά ένα μικρό πέρασμα του Eric Clapton από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1965, σε μια σκοτεινή εποχή, μουσικά και όχι μόνο. Μια εποχή λίγο πριν τη χούντα, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της ανάμεσα στο ελαφρό τραγούδι, τις μπουάτ και τα πρώτα ηλεκτρικά ξεσπάσματα.
Ο θρύλος της κιθάρας, φυσικά, δεν γεννήθηκε θρύλος... απλά έγινε με τα χρόνια. Και ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πρώτα από την κόλαση. Καμιά φορά δεν είναι μόνο μία η κόλαση. Η περιπέτεια του μεγάλου, μετέπειτα, κιθαρίστα ξεκινάει λίγο πριν καλοκαιριάσει στην βροχερή Αγγλία του ’65.
Οι Yardbirds, προηγούμενο του συγκρότημα,
προσπαθούν να παλέψουν με την επιτυχία του “For Your Love”, ενός κομματιού που
ο Clapton μισούσε γιατί το θεωρούσε πολύ “εμπορικό” και μακριά από το μπλουζ
που είχε στο κεφάλι του. Στο τελευταίο τους άλμπουμ παίζει σχεδόν με το ζόρι
και το υπόλοιπο γκρουπ τον ανέχεται περισσότερο λόγω έλλειψης κιθαρίστα παρά
από θαυμασμό. Φεύγει από τους Yardbirds απογοητευμένος και δοκιμάζει να
συνεργαστεί με τον John Mayall. Η συνεργασία όμως δεν αποδίδει αμέσως καρπούς·
το όνομά του δεν αναγράφεται καν σε κάποια πρώιμα singles του Mayall και η
αναγνώριση δεν έρχεται.
Έτσι αποφασίζει, μια που δεν έχει και τίποτα
να χάσει, μαζί με κάποιους μουσικούς να γυρίσουν την Ευρώπη. Όπου βρουν, να
σταματάνε και να παίζουν. Για να βγάλουν κάνα φράγκο. Για να συνεχίσουν το
ταξίδι. Γιατί κάπως πρέπει να συνεχίσει.
Το συγκρότημα ονομάστηκε Glands, αλλά στην
Ελλάδα παίξανε σαν ΦεΪσες (προφανώς Faces!) και The Greek Loon Band!!!! Όπως σε
κάθε καλοσχεδιασμένη καταστροφή, τα πρώτα προβλήματα δεν άργησαν. Στη Γερμανία,
πέφτουν πάνω στο φεστιβάλ μπύρας και πλακώνονται στο ξύλο μεταξύ τους, με
αφορμή την ευφυέστατη ιδέα του Bob Rae να ανάψει τσιγάρο με ένα πεντόλιρο. Όταν
τα λεφτά είναι λίγα, τέτοιες κινήσεις δεν συγχωρούνται.
Με τα πολλά συνεχίζουν. Στην Ιταλία χάνουν τον
ντράμερ τους, ο οποίος ερωτεύεται μια Ιταλίδα και τους αφήνει για τον έρωτα.
Στην τότε Γιουγκοσλαβία, διάσημη για το “πετρώδες” οδικό της δίκτυο, το
αυτοκίνητο σπάει κυριολεκτικά στη μέση. Το δένουν πρόχειρα και συνεχίζουν σαν
περιοδεύων θίασος επιβίωσης μέχρι να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, από την
πείνα τους, τρώνε ωμό κρέας που αγοράζουν από κρεοπώλη. Καμία ροκ λάμψη. Καμία
μυθοποίηση. Μόνο δρόμος, σκόνη και στομάχι που γουργουρίζει.
Τελικά φτάνουν στην Αθήνα τον Αύγουστο του
1965. Η πόλη τότε ζούσε σε μεταβατική φάση. Οι Juniors ήταν από τα ελάχιστα
ελληνικά γκρουπ που έπαιζαν καθαρόαιμο ροκ εν ρολ και rhythm & blues,
επηρεασμένοι από Beatles και Shadows. Οι ξένοι μουσικοί φάνταζαν εξωτικοί. Και
ο Clapton ήταν απλώς ένας ακόμα Άγγλος κιθαρίστας που έψαχνε δουλειά.
Βρίσκουν δουλειά στο Igloo, ένα από τα γνωστά
κλαμπ της εποχής, σαν support στους Juniors. Στο σχήμα τους μπαίνει στα ντραμς
ο Μάκης Σαλιάρης και οι εμφανίσεις έχουν αρκετή αποδοχή. Ο Clapton, με τον
βρώμικο blues ήχο του, ξεχωρίζει. Αρχίζει να τραβάει βλέμματα.
Τον Οκτώβριο, όμως, η ιστορία παίρνει άλλη
τροπή. Ο οργανίστας των Juniors, Θάνος Σουγιούλ (γιος του γνωστού συνθέτη),
σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς
τραυματίζεται σοβαρά. Το σοκ είναι μεγάλο. Το κλαμπ, όμως, πρέπει να συνεχίσει
να λειτουργεί. Ο ιδιοκτήτης, μην θέλοντας να σταματήσουν οι εμφανίσεις, ζητά
από τον Clapton να παίζει και με το δικό του συγκρότημα και με τους Juniors.
Έξι ώρες κάθε βράδυ. Διπλό πρόγραμμα. Διπλή εξάντληση.
Η αποθέωση έρχεται στον Πειραιά, σε συναυλία
προς τιμή του αδικοχαμένου Σουγιούλ, μπροστά σε περίπου 10.000 κόσμο – νούμερο
τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ο Άγγλος κιθαρίστας γίνεται το
κέντρο της βραδιάς. Για μια στιγμή, ίσως να ένιωσε ότι κάτι αλλάζει.
Αλλά οι συμπατριώτες του δεν αντέχουν. Η
ελληνική πραγματικότητα του ’65 δεν ήταν φτιαγμένη για ροκ σταρ. Οι γκρίνιες
αρχίζουν. Θέλουν να φύγουν. Και αποφασίζουν να το σκάσουν. Με τη βοήθεια του
Μάκη Σαλιάρη, φεύγουν κρυφά, γιατί ο ιδιοκτήτης του κλαμπ είχε πει – και το
εννοούσε – ότι αν φύγουν θα του κόψει τα χέρια.
Ο Clapton γλιτώνει τα χέρια του. Χάνει όμως
την κιθάρα και τον ενισχυτή του. Και η μόνη επαφή που ξαναείχε με τον προσωρινό
ντράμερ του γκρουπ ήταν όταν ένα άλλο μέλος έστειλε επιστολή στον σωτήρα τους,
ζητώντας χρήματα για την κιθάρα και τον ενισχυτή.
Λίγους μήνες αργότερα, θα βρεθεί ξανά στο
πλευρό του John Mayall. Το 1966 θα ηχογραφήσει το περίφημο Blues Breakers with Eric Clapton. Και τότε, σε έναν τοίχο
του Λονδίνου, κάποιος θα γράψει: “Clapton is God.”
Και όμως, πριν από τον Θεό της κιθάρας, υπήρχε
ο τύπος που έτρωγε ωμό κρέας στη Θεσσαλονίκη.


