Ο κύκλος της μέρας και της νύχτας,
κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά έχει μια κάποια σκοπιμότητα, να αναδείξει τις δύο
αυτές τις καταστάσεις. Σε ένα πιο διευρυμένο πεδίο αυτό θα μπορούσε να
παρομοιαστεί σε με μεσαίωνες και τους χρυσούς αιώνες του γνωστού, αλλά και
άγνωστου ανθρώπινου πολιτισμού. Η νύχτα κρύβει κάποια πράγματα και η μέρα
φανερώνει, μιλώντας πάντα αλληγορικά. Αλλά το κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε
ανατολή είναι το ίδιο όμορφα, όπως η γέννηση σε όλες τις εκφράσεις της. Για μια rock’n’rollμπάντα
αυτή η ανατολή συνήθως είναι κάποιο τραγούδι ή και ολόκληρο το άλμπουμ. Με την
διαφορά ότι δεν είναι απαραίτητα κάτι όμορφο, αλλά σίγουρα είναι αγνό.
Οι Anvilείναι
ορισμός της καθαρής και αγνής έκφρασης, χωρίς εμπορικές σκοπιμότητες με μόνο
οδηγό την πίστη τους στο HeavyMetal.
Και μπορεί η μουσική αυτή να ασχολείται με σκοτεινά θέματα, αλλά πάντα η
θεματολογία της περισσότερο φανερώνει, παρά κρύβει. Και η ιερά εξέταση και ο
σκοτεινός μεσαίωνας είναι από τα πιο δημοφιλή θέματα στην πιο κλασική του έκφραση.
Οι Καναδοί δεν ξέφυγαν από αυτόν τον κανόνα και η μουσική τους δημιουργία ξεκίνησε
με το Thumb Hang, κάπου στην δεκαετία του ’70, μαθητές ακόμα. Όπως αναφέρει ο Steve
"Lips" Kudlow στο
rockumentary Anvil! TheStoryofAnvil, έκαναν μάθημα ιστορίας
στο σχολείο για την ιερά εξέταση και τις μεθόδους της για προσηλυτισμό. Η μία
από αυτές τις πιο μακάβριες ήταν το κρέμασμα από τους αντίχειρες, μέχρι το θύμα
να ομολογήσει την πίστη του στον
Χριστιανισμό. Ακούγοντας το μάθημα ο κιθαρίστας απλά σκέφτηκε ότι είναι «γαμάτο
θέμα» και έτσι γεννήθηκε το πρώτο το τραγούδι του συγκροτήματος που έμελλε να
γίνει η επιτομή της ψυχής του, αν όχι η ίδια η ψυχή, του Heavy Metal.
Όμως το τραγούδι ποτέ δεν
κυκλοφόρησε ως την στιγμή που γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ για αυτούς από το Sacha
Gervasi. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων τέθηκε το θέμα να ξαναηχογραφηθεί το
τραγούδι για το επικείμενο άλμπουμ τους This
Is Thirteen. Όμως το τραγούδι μπήκε στην
έξτρα έκδοση του 13ου τους δίσκου, μιας που δεν χώρεσε στα 13
τραγούδια του, τα οποία είχαν προγραμματιστεί να μπουν σε αυτό. Ο συγκεκριμένος
δίσκος κυκλοφόρησε σχεδόν μαζί με το ντοκιμαντέρ, το οποίο διαπραγματεύεται και
την ηχογράφησή του. Ουσιαστικά ήταν η νέα «ανατολή» της μπάντας μετά από μια
τραγική περιοδεία και καμιά 20-ετία λήθης και απαξίωσης της μπάντας κυρίως από τις
δισκογραφικές εταιρίες. Παρ’ όλα αυτά η επιστροφή του Chris Tsangarides στην παραγωγή μετά από τα
πρώτα και κλασικά τους άλμπουμ, τους ξεκρέμεσε από το Thumb Hang στο οποίο
βρισκόταν χρόνια. Οι ίδιοι παρέμειναν πιστοί στον ήχο τους αγνοώντας την ιερά
εξέταση των δισκογραφικών εταιριών.
Η ζωή δεν είναι πάντοτε δίκαιη, ή
καλύτερα φαίνεται πάντα άδικη. Αλλά αυτό είναι πάντα από προσωπική ή γενικά
υποκειμενική οπτική. Με μια πιο ολιστική σκέψη, όλα είναι μια ισορροπία και μέσα από το δίπολο του δίκαιου-άδικου
δημιουργείται μια συνεχής κινητικότητα, που σταθερά οδηγεί στην εξέλιξη. Αλλά,
με μια πιο ηθική ματιά, ίσως τα πράγματα δεν φαντάζουν τόσο ισορροπημένα και ο
ρομαντισμός είναι το μοναδικό σημείο στήριξης του αδικημένου, μέσα σε έναν
τελείως κυνικό πολιτισμό. Και ο ρομαντισμός είναι αυτός που λείπει από τον
επιτυχημένο, τον αναγνωρισμένο και γενικά αυτόν που η ζωή του έχει χαμογελάσει.
Έτσι προσπαθεί να μεταλλάξει αυτή την ιδέα σε κάτι γλυκανάλατο, αργοκίνητο και
χωρίς πολλές αλλαγές, σαν μια μύγα κολλημένη στο μέλι. Αλλά ο ρομαντισμός,
επειδή βρίσκεται πάντα στα άκρα και σε δύσκολες συνθήκες, έχει μια καρδιά που
χτυπάει σαν αυτήν του ερωτευμένου και φτιαγμένη από μέταλλο, σκληρό μέταλλο, για
να μπορεί να αποκρούσει κάθε χτύπημα της ζωής. Κάτι σαν ένα αμόνι, που είναι
φτιαγμένο για να σμιλεύονται πάνω του ακόμα πιο όμορφα πράγματα, αλλά πάντα
μακριά από την δόξα και την αναγνώριση.
Και αυτός ο πρόλογος δεν θα
μπορούσε να ταιριάζει καλύτερα, παρά μόνο στους Καναδούς Anvil, στις νότες των οποίων σμιλεύτηκαν
γενιές μεταλλάδων. Και η αφορμή για ένα άρθρο γι αυτούς υπήρξε το rockumentary Anvil!
The Story of Anvil, που πραγματικά θα μπορούσε να αφορά πολλές heavymetalμπάντες,
αλλά το συγκρότημα από την παγωμένη μεριά της Βόρειας Αμερικής ήταν πραγματικά
πρωτοπόρο. Η ζωή είναι γεμάτη από τραγική ειρωνεία και μια τέτοια διάθεση
ξεκινάει και αυτό το ντοκιμαντέρ. Από μια εικόνα ενός γεμάτου σταδίου και
ανάμεσα στα τέρατα του χώρου της σκληρής μουσική να παίζουν και οι Καναδοί Anvil. Η ειρωνεία ξεκινάει με την αναφορά για
τις πωλήσεις δίσκων των υπόλοιπων συγκροτημάτων σε σχέση με τις ανύπαρκτες
σχεδόν των Καναδών. Συνεχίζει με ύμνους των πιο επιτυχημένων μουσικών του χώρου
προς αυτούς και με την εικόνα μιας παγωμένης πόλης και έναν τύπο με ένα τελείως
γελοίο σκούφο να κάνει έναν ακατανόητο μονόλογο. Η εικόνα του κιθαρίστα και
τραγουδιστή της μπάντας Steve "Lips" Kudlow, να παίζει σε ένα γεμάτο
στάδιο το 1984, αλλάζει με αυτή ενός υπαλλήλου της Children's Choice Catering,
πνιγμένου σε ανούσια καθημερινότητα. Και πρόκειται για το ίδιο και αυτό
πρόσωπο.
Η εμφάνιση του δεύτερου μέλους του
κεντρικού άξονα των Anvil, του Robb (twob’splease)
Reiner, ντράμερ της μπάντας και έτερο ιδρυτικό μέλος της, να εργάζεται στον
τομέα των κατασκευών προσθέτει ακόμα περισσότερη ειρωνεία στην ιστορία τους.
Αλλά μια δήλωσή του, ότι η αναμονή της επιτυχίας και επιμονή να κρατήσουν το
συγκρότημα ζωντανό, απομακρύνει τον μουσικό από τον κόσμο της τρέλας,
δημιουργεί αρκετά ερωτήματα για την συνέχεια του ντοκιμαντέρ. Το παράλογο
σύμμαχος της λογικής; Για τους Anvil όλα είναι και ήταν δυνατά. Η καταστροφή
συνοδεύεται από την δημιουργία, όπως σε
ένα σενάριο αμερικάνικης ταινίας με έφηβους και για τους έφηβους. Οι εικόνες
ενός φαινομενικά δοξασμένου παρελθόντος τους, εναλλάσσονται με αυτές της
χρονικής στιγμής που γυριζόταν η ταινία, στα 50στα γενέθλια του τραγουδιστή Lips.
Η εμφάνιση μιας ατζέντη, της Tiziana Arrigoni, ένας Θεός
ξέρει από ποιο κομμάτι της Ευρώπης, αλλά fanτης μπάντας, είναι το στοιχείο που
πρόσθεσε πλοκή στο ντοκιμαντέρ. Η διάρκειας 5 εβδομάδων περιοδεία, που οργάνωσε
η εν λόγω μάνατζερ, αν και ξεκίνησε με τα καλύτερα σημάδια, συνοδεύτηκε με
κωμικοτραγικές καταστάσεις που έχει βιώσει σχεδόν κάθε μπάντα της σκληρής
μουσικής. Η εφηβική αγνότητα και τιμιότητα των μελών της, αλλά και από τα πιο
τραγικά μανατζαρίσματα στην ιστορία της μουσικής, προκαλούν από γέλιο ως λύπηση,
αλλά στο τέλος μια γεύση λύπης. Αλλά πάνω απ’ όλα έναν βαθύ προβληματισμό για
την συμμετοχή των πανταχού παρόντων στην μουσική βιομηχανία άμουσων ανθρώπων.
Οι κουβέντες των αιώνια εφήβων μουσικών είναι ξεκάθαρες και εύστοχες, χωρίς
καμιά υποκρισία, αποτυπώνουν μια μουσική πραγματικότητα, που μόνο οι ρομαντικοί
μπορούν να αντέξουν. Και κάθε φύσης απατεώνες να εκμεταλλευτούν….
Ένα ντοκιμαντέρ που πρέπει να δει
ο κάθε επίδοξος πιτσιρικάς ρόκερ, αλλά και αυτός που έχει ξεχάσει τα μεταλλικά
του εφηβικά χρόνια και όνειρα. Ο κάθε μουσικόφιλος, που αντιλαμβάνεται ότι κάτι
δεν πάει καλά στην καθημερινότητά του. Αλλά στην πραγματικότητα το ντοκιμαντέρ
του Sacha Gervasi, αποκαλύπτει τις πραγματικές αξίες της rock’n’roll.
Την φιλία πάνω απ’ όλα και την πίστη σε αυτό που κάνουν, χωρίς στολίσματα και
μάσκες. Το συνεχές αυτής της μουσικής και ότι η βάση της είναι οι οπαδοί της
και όχι οι κάθε είδους promoters.
Το γεγονός ότι η λήθη είναι μια προσωρινή κατάσταση για κάθε τι αξιόλογο. Αλλά
πάνω απ’ όλα ότι η ανθρωπιά, με τα στραβά της, είναι η ψυχή αυτής της μουσικής.
Οι Anvil, για μας τους
οπαδούς τους, είναι οι πραγματικοί rockstars, που πιθανόν να μην γοητεύουν κάποιο πλήθος όμορφων
υπάρξεων, αλλά είναι το απόλυτο θεμέλιο αυτής της μουσικής…..
Το φιλμ προβλήθηκε για πρώτη φορά
στο Sundance Film Festival, στις 18 Ιανουαρίου του 2008 και έναν χρόνο αργότερα
βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α.. Η ιστορία όμως, που διαπραγματεύεται συνεχίζεται,
με το συγκρότημα να ξαναβγαίνει στο προσκήνιο, στελεχωμένο από καλύτερους
συνεργάτες πλέον. Και σίγουρα κάπου ξαναγράφεται, με άλλους πρωταγωνιστές και
άλλα ονόματα, αλλά με ίδιο επίκεντρο…. Την αγάπη για την μουσική.
Μια από τις αναμφισβήτητες
διαστάσεις είναι η δόνηση, τα πάντα
πάλλονται. Μπορεί οι φυσικοί να προσαρμόζουν τις θεωρίες αυτής της βασικής
επιστήμης και να αμφισβητούν τις ανθρώπινες αισθήσεις, που αντιλαμβάνονται τις
διαστάσεις, αλλά ανακαλύπτουν ακόμα περισσότερες δυνάμεις-δυνατότητες της
δόνησης. Η κατάλληλη μπορεί να επηρεάσει
από την ανθρώπινη διάθεση ως και ολόκληρο τον ψυχισμό του. Η μουσική
είναι από του πιο αρχαίους φορείς αυτής της διάστασης, αλλά και ο πιο όμορφος.
Και βασικός παράγοντας, που μπορεί να ενώσει, αλλά και αποδεικνύει το αδιαίρετο
της τέχνης και της επιστήμης . Η καθημερινότητα ενός ανθρώπου είναι το βασικό
πεδίο δράσης μια επιστήμης και απόδειξη της βασιμότητάς της. Και οι
μουσική δεν λείπει ούτε μια μέρα από την
ζωή του καθενός μας. Είτε αφυπνίζοντας μας είτε το αντίθετο, αλλά ακόμα και
μαγεύοντας μας, μας ρίχνει αμαχητί και
«αφοπλισμένους» στην αδίστακτη αγκαλιά του Έρωτα. Και αυτός με την σειρά του
απλά μας ναρκώνει, δημιουργώντας από ευφορία ως και παραισθήσεις.
Με μια φράση ο πρόλογος μπορεί να
μεταφραστεί σε έναν τίτλο τραγουδιού, LoveIstheDrug. Οι RoxyMusic έδωσαν άλλο νόημα σε
ερωτικό τραγούδι, που δεν αφηγούταν μόνο μια ερωτική ιστορία, αλλά την
δημιουργούσε κιόλας, σαν ένα ναρκωτικό φτιαγμένο με νότες. Η παρουσία του BryanFerry, μαζί με την ιδιαίτερη
φωνή του και πάντα συνοδευόμενη από μουσική σήμα κατατεθέν της μπάντας, έχουν
δημιουργήσει πολλές ταχυπαλμίες….. και όχι μόνο σε εφήβους. Το προαναφερθέν
κομμάτι βρίσκεται στο πέμπτο άλμπουμ τους, το Siren του 1975. Ουσιαστικά ήταν μια instrumental δημιουργία του
AndyMacKay,
στην οποία πρόσθεσε στίχους ο τραγουδιστής της μπάντας. Συγκεκριμένα θυμάται
την πρόοδο σύνθεση του τραγουδιού.. . Οι Andy (Mackay)
και ο Phil (Manzanera) παρουσίαζαν ιδέες
στο «τραπέζι» και ο Ferry
απλά συμφωνούσε αν μπορούσε να τις δουλέψει, δημιουργώντας ένα τραγούδι. Αλλά
στην συγκεκριμένη περίπτωση ήθελε και ο ίδιος να γράψει την μελωδία, αλλά τελικά
η δημιουργία του σαξοφωνίστα τον γοήτευσε και απλά πρόσθεσε τους στίχους.
Το λυρικό μέρος αναφέρεται
προφητικά στο πρόσωπο που απεικονίζεται στο άλμπουμ, το μοντέλο JerryHall. Η γνωριμία τους γίνεται
κατά την διάρκεια της φωτογράφηση για το
εξώφυλλο, όταν το μοντέλο ζήτησε από τον τραγουδιστή να την βοηθήσει να
αφαιρέσει το μπλε χρώμα από πάνω της. Η «σειρήνα» τον έθισε μάλλον, γιατί το
γεγονός στάθηκε σαν απαρχή μια μακροχρόνιας σχέσης, αλλά και επαγγελματικής
συνεργασίας. Η έμπνευση για την μουσική συνάντησε τον Mackay, όταν ένα φθινόπωρο κλωτσούσε τα
πεσμένα φύλλα στο HydePark
του Λονδίνου. Αλλά ο έρωτας και η παρθενογένεση είναι άκρως αντίθετα πράγματα,
άρα και σε ένα ερωτικό τραγούδι η
μελωδία βασίστηκε και κάπου. Έτσι και εδώ κάπου η μουσική εισαγωγή του "Duel", ταινίας του StevenSpielberg συναντά το JellyRollMorton των NewOrleansBump. Αλλά και το μπάσο έχει
πολλές ομοιότητες με το GoodTimes
των Chic. Όπως και να
έχει, το τραγούδι ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της Βρετανικής μπάντας στην
Αμερική.
Η δισκοκριτική είναι μια μάταιη διαδικασία, που περισσότερο απομακρύνει από την αλήθεια, παρά την αποκαλύπτει. Το να κρίνεις μια μουσική προσπάθεια, είναι ουσιαστικά σαν λαμβάνεις θέση κριτή σε καλλιστεία, είτε επίσημα, είτε από τον καναπέ σου. Η εξωτερική ομορφιά, με όλη την υποκειμενικότητα της έννοιας, είναι απλά το "δόλωμα" που μπορεί να σε οδηγήσει από απλή σχέση θαυμασμού έως και έρωτα. Αλλά ο έρωτας για να υπάρξει, πρέπει να δημιουργηθεί πρώτα η μνήμη και το συναίσθημα. Το ίδιο συμβαίνει και στην μουσική, η οποία πρώτα πρέπει να δημιουργήσει εικόνες, μνήμες και συναισθήματα για να μπορεί να κριθεί και πάντα από την καθαρά προσωπική οπτική του καθένα. Η πρώτη επαφή με τις καινούργιες συνθέσεις ενός καλλιτέχνη είναι στην πραγματικότητα ένα φλερτ με αυτές, μια προσέγγιση, με την ελπίδα να σου αφήσει μνήμες και εικόνες.
Η περίπτωση του Bek David Campbell ή απλά Beck, όπως είναι γνωστός σχεδόν σε κάθε μουσικόφιλο, είναι από τις πολύ ιδιαίτερες στην ευρεία μουσική σκηνή. Από άστεγος μουσικός στην Νέα Υόρκη έγινε μόνιμος κάτοικος σε καρδιές εκατομμυρίων οπαδών του. Και από το Loser του 1993, το δεύτερο του σινγκλ ως οδηγός μια διαφορετικής μουσικής προσέγγισης. Με πολλά σινγκλς και 11 άλμπουμ, τα περισσότερα από αυτά πολύ επιτυχημένα, στις πλάτες του, κυκλοφορεί και το 12ο του. Έξι χρόνια μετά το προηγούμενο του, Modern Guilt (2008), επιστρέφει δισκογραφικά με ένα μικρό (για κάποιους μεγάλο) αριστούργημα.
Το Morning Phase κυκλοφορεί επίσημα στις 21 του Φλεβάρη, παρ' όλο που έχει "διαρρεύσει" κάποιες μέρες πριν. Η επίσημη ανακοίνωση της εταιρίας Capitol Records, από την οποία κυκλοφορεί, κάνει λόγο για την συνέχεια του Sea Change του 2002 και δεν έχω λόγο και να διαφωνήσω, εφόσον και το νέο του άλμπουμ ακολουθεί τα ίδια συνθετικά μονοπάτια, πάντα με διακριτική παρουσία των ορχηστρικών μερών. Ο λυρισμός και η μελωδία, που δημιουργεί κάθε είδους εικόνες, υπάρχουν κι εδώ. Το μελαγχολικό του down tempo δεν πρωτοτυπεί ούτε σε αυτό το άλμπουμ, αν και κάθε σύνθεση είναι και μια καινούργια ανακάλυψη.
Ένα πρόβλημα υγείας ήταν αυτό που καθυστέρησε την δημιουργία του νέου άλμπουμ, αλλά μέσα στο 2014 θα κυκλοφορήσει και ένα ακόμα με ακουστικό υλικό. Το Morning Phase ολοκληρώθηκε το Οκτώβριο του 2013 και ο ίδιος ο τραγουδοποιός είναι παραπάνω από ικανοποιημένος για το αποτέλεσμα. Δώδεκα τραγούδια-διαμάντια και μια εισαγωγή στο "Cycle" των 40 δευτερολέπτων. Το πρώτο τραγούδι είναι το "Morning", το οποίο ξεκινάει με μια ακουστική κιθάρα και με τα πλήκτρα να μπαίνουν διακριτικά. Ιδανικό απαλό ξύπνημα για τον πρωινό κυριακάτικο καφέ. Μια λιτή σύνθεση στην οποία τα ορχηστρικά μέρη δίνουν μια πιο μαγευτική υφή. Ακολουθεί το "Heart Is A Drum" και οι υποψίες μου, που ξεκίνησαν από το προηγούμενο τραγούδι, για ένα κρυφό μουσικό φλερτ με τον ήχο των Pink Floyd επιβεβαιώνονται, αν και η παραγωγή του συγκεκριμένου τραγουδιού δίνει μια διαφορετική οπτική και η μελωδία φέρει την σφραγίδα του Beck. Το "Say Goodbye" είναι πιο folk και country από τα προηγούμενα, αλλά πάλι με το χαμηλό τέμπο να προσδίδει ένα μοναδικό λυρισμό και να ακούγεται σαν να είναι η συνέχεια των προηγούμενων τραγουδιών του δίσκου. Το "Blue Moon" είναι το πρώτο σινγκλ του άλμπουμ και όχι άδικα, καθώς πρόκειται για μια καταπληκτική σύνθεση με διακριτική χορωδία και μοναδική παραγωγή. Με το "Unforgiven" μένουμε στην μαγεία αυτού του άλμπουμ με ένα τραγούδι βγαλμένο από την σκηνή του art rock, αλλά πάντα με πιο χαμηλό ρυθμό και λιγότερο δυσνόητες μελωδίες. Η παραγωγή και σε αυτό το τραγούδι είναι πραγματικά ευφυής. Το πρώτο μισό τελειώνει με το "Wave", επιβλητικό, αλλά και μελαγχολικό, με το ορχηστρικά μέρη να κυριαρχούν, πάντα στο πνεύμα της μουσική λιτότητας, που χαρακτηρίζει τον καλλιτέχνη. Το δεύτερο μισό ξεκινάει με το "Don't Let It Go", πραγματικό αριστούργημα, και ρισκάρω να κάνω την πρόβλεψη πως θα αποτελέσει hit (αν και θυμίζει λίγο Billy Joel σε κάποια σημεία του και συγκεκριμένα το Lullabye από το μοναδικό River of Dreams). Με το "Blackbird Chain" ξαναμπαίνει στα πιο folk μουσικά μονοπάτια, αλλά πάντα με την δική του μουσική προσωπικότητα να ξεχωρίζει. Το "Phase" μια μουσική παρένθεση ενός λεπτού, με την συμμετοχή μόνο βιολιών. Ουσιαστικά αποτελεί εισαγωγή στο "Turn Away", ένα τραγούδι που σε ταξιδεύει στις μεγάλες στιγμές των Simon & Garfunkel, χωρίς όμως να τους μιμείται. Το προτελευταίο "Country Down" είναι μια κλασική και όμορφη country μπαλάντα, που συμβαδίζει με τον τίτλο της, με την μελωδία της φυσαρμόνικας να την ομορφαίνει ακόμα περισσότερο. Το ταξίδι μέσα στις νότες του νέου άλμπουμ του Beck τελειώνει με το "Waking Light" , το δεύτερο single που ξεπήδησε μέσα από αυτό, και το οποίο σου δίνει την αίσθηση ακούγοντάς το μεμονωμένα , πως έχεις ήδη κατακτήσει την εικόνα, την περίληψη, την αίσθηση που θα είχες, αν άκουγες όλο το δίσκο! Αν και δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς κάποιο τραγούδι από το άλμπουμ, θεωρώ ότι είναι το επιστέγασμα της συνθετικής του προσπάθειας. Σε γενικές γραμμές, η καινούργια δουλειά του ακούγεται ολόκληρη. Αν και είναι σε χαμηλό ρυθμό, δεν κουράζει και οι φανταστικές του μελωδίες είναι ο ορισμός του λυρισμού. Οι κριτικές που έχει αποσπάσει είναι από πολύ καλές έως εξαιρετικές, και όχι άδικα. Ένα πραγματικό μουσικό ταξίδι πανω σε μελαγχολικές νότες, χωρίς όμως να δημιουργούν κανένα αίσθημα θλίψης.
Το όνομα συμβολίζει
τα blues για εμάς. Αν ακούσεις μπλουζ και ειδικά του νότου και μάλιστα τα πιο παλιά
θα δεις ότι έχουν ένα χαρακτηριστικό. Αυτό που οι αμερικάνοι λένε lay back. Ήταν
ο πάππους έξω από την καλύβα έπαιρνε τη μονόχορδη κιθάρα και έπαιζε τα τραγουδάκια
του. Δεν υπήρχε βιασύνη κανένα τραγούδι δεν έτρεχε. Σαν ένα τρένο που πάει χαλαρά
πάνω στις ράγες γιατί περισσότερο ευχαριστιέται τη διαδρομή παρά το νοιάζει να φτάσει
στο προορισμό…
2) Χρήμα ή δόξα;
Αν θέλαμε δόξα θα παίζαμε λαϊκά αν θέλαμε λεφτά θα μεταναστεύαμε.
Οπότε μάλλον κανένα από τα δύο.
3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;
Με μια λέξη Δρομοκαϊτειο
4) Σημείο μηδέν της μπάντας;
Το σημείο Ο είναι το σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Απλά τέσσερις
άνθρωποι που γουστάρουν να παίζουν μουσική και να περνάνε καλά
5) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου;
Τα σκυλάδικα και τα κάλαντα με ηλεκτρονική βαριοπίπιζα και
σαντούρι με νερό.
6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;
Αν η μουσική ήταν υπερόπλο θα πυροβολούσαμε πρώτα από όλα τη
μουσική βιομηχανία… Άντε γιατί πολλά μας τα χει κάνει τελευταία.
7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;
Είναι πολλοί πραγματικά… Για παράδειγμα η Μαρία ονειρεύεται ντουέτο
με τον Freddie Mercury… λίγο δύσκολο βέβαια αλλά
a girl can dream, έτσι δεν είναι?
8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;
Λοιπόν όταν τέθηκε αυτή η ερώτηση στη μπάντα ακολούθησε
κουβέντα μιας ώρας που απλά κατέληξε σε …χάος. Οπότε απάντηση δε μπορούσαμε να
δώσουμε, όπως αντιλαμβάνεστε…
9) Οι επιρροές σας;
Οι επιρροές μας είναι σαν μια πίτσα με από όλα. Ακούμε όλοι
διαφορετικά πράγματα αλλά ταυτόχρονα και πολλά παρόμοια… blues, funk, jazz, soul, rock, punk, garage. Κι άλλα…
9) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Μέσον που εκπληρώνει το σκοπό μας, την μουσική έκφραση
11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Μέσον που εκπληρώνει την ανάγκη μας για δημιουργία
12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;
Το ταλέντο συνήθως συνοδεύει την τρέλα …σε όλες τις εκφάνσεις
της…
13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;
Με ταύρο γιατί αν μπει σε υαλοπωλείο θα τα κάνει λαμπόγυαλο!
14) Μια ευχή για την μπάντα
Να’ μαστε μαζί και να γουστάρουμε για πολλά χρόνια ακόμη…
15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής
δημιουργίας;
Η μαύρη σκιά στη γωνιά του δρόμου που μας ακολουθεί και
κυριεύει το λευκό Είναι μας..
Υπάρχουν
κάποια τραγούδια, που με το πρώτο άκουσμα, σου κάνουν πολύ μεγάλη εντύπωση και
με το πέρασμα των χρόνων, όσες φορές και να τα ακούσεις, εξακολουθούν να σου
δημιουργούν τα ίδια έντονα συναισθήματα. Αυτά τα τραγούδια, ονομάζονται
κλασσικά. Ένα τέτοιο λοιπόν, από το 1973, είναι και το "Free Bird"
των Lynyrd Skynyrd, το οποίο υπάρχει στο άλμπουμ τους "Pronounced Leh-nerd
Skin-nerd". Μετά από σαράντα χρόνια και άπειρα ακούσματα, κάθε φορά που θα
το πετύχεις κάπου, θα κάτσεις και θα το ακούσεις ως την τελευταία του νότα.
Είναι
μια σύνθεση του κιθαρίστα του γκρουπ, Allen Collins, ο οποίος αρχικά το είχε
γράψει σαν μπαλάντα, χωρίς τα κιθαριστικά σόλο. Το είχε ξεκινήσει δυο χρόνια
νωρίτερα, έως ότου το τελειοποίησε. Οι στίχοι ανήκουν, στον αδικοχαμένο τους
τραγουδιστή, Ronnie Van Zant, όταν μια μέρα που είχε έμπνευση, έβαλε τον
Collins να το παίζει συνέχεια, ώσπου τελικά τους έγραψε. Ο αρχικός στίχος,
"If I leave here tomorrow, would you still remember me?", είναι
εμπνευσμένος, από μια φράση που είχε πει η φιλενάδα του Collins, σε ένα καυγά
τους! Στην ουσία, είναι ένα ερωτικό τραγούδι, χωρίς βαθύτερα νοήματα. Απλά
μιλάνε για έναν άντρα, που εξηγεί στην φιλενάδα του, ότι δεν μπορεί να μείνει
σε ένα μέρος και να δημιουργήσει μια σταθερή σχέση, αφού είναι ελεύθερος σαν
πουλί.......
Ο
σημερινός τραγουδιστής και αδερφός του Ronnie, Johnny Van Zant, έχει πει ότι,
με αυτό το τραγούδι κλείνουν όλες τους τις συναυλίες, εδώ και πάρα πολλά
χρόνια. Μπορεί να είναι ένα ερωτικό τραγούδι, αλλά για τον καθένα έχει και
διαφορετικό νόημα. Κάποιος του είχε πει ότι το τραγουδούσαν στο σχολείο, την
ημέρα της αποφοίτησής τους, ενώ κάποιος άλλος, ότι το είχαν τραγουδήσει στην
κηδεία ενός αγαπημένου του φίλου. Την ίδια όμως εποχή που γράφτηκε, είχε
πεθάνει και ο Duane Allman των Allman Brothers κι έτσι για αρκετό καιρό, όταν
το έπαιζαν σε συναυλίες, του το αφιέρωναν. Από το 1977 και μετά, όταν σκοτώθηκε
ο Ronnie Van Zant, για αρκετές συναυλίες, το έπαιζαν μόνο instrumental και
άφηναν τον κόσμο να το τραγουδάει, λέγοντας ο αδερφός του από το μικρόφωνο, ότι
αυτό το τραγούδι μόνο δυο μπορούσαν να το τραγουδήσουν, ο Ronnie κι εσείς.....
Το
τραγούδι αρχικά, δεν ήθελε η εταιρεία τους να μπει στο άλμπουμ, λόγω της
μεγάλης του διάρκειας. Και οι ίδιοι οι Skynyrd πίστευαν, ότι για τον ίδιο λόγο
δεν θα παιζόταν στο ραδιόφωνο, ούτε θα γινόταν ποτέ επιτυχία, αλλά τελικά
διαψεύστηκαν. Κυκλοφόρησε σαν σινγκλ ένα χρόνο αργότερα, με μειωμένη χρονική
διάρκεια, αλλά πάντοτε οι φίλοι του συγκροτήματος το προτιμούσαν στην κανονική
του εκτέλεση από το LP. Η επιθυμία του τραγουδιού από τον κόσμο στις συναυλίες,
φωνάζοντάς το, έγινε ένα από τα κλασικά rock ανέκδοτα, αφού πολλές φορές το
ζητούσαν ακόμα και σε λάιβ άλλων συγκροτημάτων!!!
Έχει
συμπεριληφθεί σε όλα τα ζωντανά άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει, όμως η εκτέλεση
που είναι πιο αγαπημένη από όλες, ανήκει στο διπλό LP "One More For
From the Road", η οποία ήταν και η τελευταία ζωντανή ηχογράφηση του Ronnie
Van Zant.
Πρόκειται
για ένα από τα πιο κλασικά και πιο πολυακουσμένα τραγούδια στην ιστορία του ροκ
και έχει γίνει πραγματικά θρυλικό. Ένα από εκείνα που μεγαλώνεις μαζί του, αλλά
ποτέ δεν βαριέσαι να ακούς. Και κλείνοντας αυτή την ιστορία, ένα τελευταίο
πράγμα.... what song is it you
wanna hear?....