Η μουσική δεν
είμαι κάτι ξεχωριστό από την ζωή ή την κοινωνία, αλλά αποτελεί ένα αναπόσπαστο
μέρος της. Η μουσική δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθρεφτίζει με
νότες μία κατάσταση ή ακόμα την αλλαγή της. Οι μουσικοί αντιλαμβάνονται πιο
εύκολα από όλους κάτι που ήδη συμβαίνει στον κόσμο που τους περιβάλλει.
Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται φυσικές καταστροφές οι φυσικές αλλαγές, όπως
κάνουν κάποια ζώα, αλλά ως ένα κομμάτι της κοινωνίας και της ζωής
αντιλαμβάνονται κοινωνικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν, όμως δεν γίνονται
αντιληπτά από την πλειοψηφία των ανθρώπων, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Όταν
λοιπόν μία μουσική, ως κάποιο νέο είδος που την εκφράζει, γίνεται δημοφιλές,
τότε ουσιαστικά υποσυνείδητα η κοινωνία νιώθει την αλλαγή αυτήν και αγκαλιάζει
πιο εύκολα τις νότες που την εκφράζουν.
Ίσως λανθασμένα, πολλοί στρέφουν τα μάτια τους στη μουσική βιομηχανία, θεωρώντας πως αυτή αναδεικνύει τα μουσικά είδη. Εν μέρει ίσως αυτό να ισχύει, κάτι που είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι για ανάλυση, αλλά ουσιαστικά είμαι αυτή που αντιλαμβάνονται πρώτοι αυτή την αλλαγή και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Κατά κάποιο τρόπο οι παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι παρά η καύσιμη ύλη για μία μεγάλη πολιτιστική, καμιά φορά και πολιτισμική, έκρηξη ως φωτιά. Από ένα μικρό δισκοπωλείο το οποίο αντιλήφθηκε την έκρηξη της πανκ μουσικής και εξειδικεύτηκε σε αυτό το είδος, ως μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες που αποφάσισαν να το διαφημίσουν και να επενδύσουν χρήματα σε ένα είδος που μόλις εμφανίστηκε.
Αλλά η πιο
ενδιαφέρουσα σημειολογία είναι στην έκρηξη της grunge μουσικής στα τέλη της
δεκαετίας του ‘80 και αρχές της δεκαετίας του ’90. Παρόλο που το είδος αυτό
υπήρχε στην βορειοδυτική Αμερική και συγκεκριμένα στο Seatle, ήδη από τις
αρχές της δεκαετίας του ‘80, ωστόσο διατηρούσε έναν τοπικό χαρακτήρα και underground παρουσία. Αυτό όμως, θα άλλαξε πολύ αθόρυβα το Νοέμβριο του 1988, όταν
μία νέα μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της single, μία διασκευή των Shocking Blue.
Οι Nirvana με το «Love Buzz» που κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη Sub Pop σε μόλις ~1.000 αντίτυπα,
δεν μπήκε σε mainstream charts και η επιρροή του τραγουδιού περιορίστηκε στο
δίκτυο των college radio, των fanzines και των τοπικών clubs του Σιάτλ, κατάφεραν
να γίνουν η σπίθα που θα δημιουργούσε μία τεράστια έκρηξη. Η έκρηξη αυτή θα
γινόταν από το ίδιο συγκρότημα 3 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο
του 1991, με το μνημειώδες «Smells Like
Teen Spirit».
Πλέον υπό τη
σκέπη της Geffen, την heavy rotation στο MTV, την είσοδο στο Top 10 του
Billboard Hot 100 και την εκθρόνιση του Michael Jackson από την κορυφή των albums (Ιανουάριος
1992), ένα τοπικό φαινόμενο κατάφεραν να μετατραπεί σε μία παγκόσμια κίνηση.
Τότε ακριβώς η μουσική βιομηχανία κατάφερε να αντιληφθεί τη δύναμη αυτού του
τοπικού φαινομένου.
Ένας ακόμα
παράγοντας για την παγκόσμια εξάπλωση του grunge ήταν οι Mother Love Bone. Δεν είμαι απλώς μία μπάντα από το Seatle, αλλά
κατάφερε να αποτελέσει έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην underground σκηνή και στην παγκόσμια έκρηξη
του είδους. Η συνεισφορά της μπάντας στον ήχο, αλλά και στον μύθο που
δημιουργήθηκε γύρω από το είδος, που έχει μία τελείως διαφορετική εξέλιξη χωρίς
αυτούς .
Δημιουργήθηκαν
το 1987 και κατάφεραν να συνδυάσουν τη βαριά κιθάρα του hard rock, την ωμή
ενέργεια του punk και τη θεατρική, σχεδόν glam αισθητική. Αν και η μπάντα, κοροϊδευτικά κατονομαζόταν ως «glunge», έθεσε
τα θεμέλια για αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Seattle sound. Οι Stone Gossard
(κιθάρα) και Jeff Ament (μπάσο) διαμόρφωσαν το ρυθμικό και αρμονικό υπόβαθρο
που θα γινόταν ο ορισμός της γενιάς, δηλαδή τα βαριά και μελωδικά riffs, με έμφαση
στο groove και στη δυναμική αντίθεση. Η τοπική σκηνή τους αναγνώριζε άμεσα ως
την πιο ώριμη και φιλόδοξη έκφραση του ήχου που μόλις γεννιόταν.
Όμως κάθε
μύθος και η γέννησή του συνίσταται με ένα θάνατο, έτσι και το συγκρότημα αυτό,
οι Mother Love Bone, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο θάνατος του τραγουδιστή Andrew Wood από υπερβολική δόση ηρωίνης
τον Μάρτιο του 1990, λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους
άλμπουμ Apple, ένα
αποτέλεσε απλά μία προσωπική τραγωδία αλλά παράλληλα ξεκίνησε να δημιουργεί
έναν μύθο, ίσως και μία κατάρα, όπου πλέον το είδος αλλά και η πόλη του Seatle απέκτησε και συναισθηματική βαρύτητα.
Η απώλεια του
ήδη γνωστού στην πόλη τραγουδιστή έδωσε την αφορμή για την ένωση των τοπικών
συγκροτημάτων σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης, μετατρέποντας τον ανταγωνισμό σε μία
συλλογική δημιουργία. Ο Chris Cornell, που ήταν συγκάτοικος του τραγουδιστή και μέλος των ανερχόμενων
Soundgarden,
οργάνωσε το Temple of the Dog ως project που ήταν αφιερωμένο στον Andrew Wood, στο οποίο συμμετείχαν οι Gossard και Ament. Η ηχογράφηση
αυτή λειτούργησε ως ένα είδος «καταλύτη συνεργασιών», που αργότερα οδήγησαν στη
δημιουργία των Pearl Jam.
Εύλογα ο
καθένας μπορεί να αναρωτηθεί γιατί αυτό έχει τόσο μεγάλης σημασία στην έκρηξη της
grunge. Πριν
τον θάνατο του Andrew Wood στις 19
Μαρτίου 1990, η σκηνή του Seatle λειτουργούσε ως ένα δίκτυο ανεξάρτητων πυρήνων την ίδια στιγμή που
κάποιες μπάντες κέρδισε ήδη το έδαφος, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια, οι Mother
Love Bone ετοιμάζονταν για mainstream breakout. Παρόλο που υπήρχε σεβασμός
ανάμεσα στα συγκροτήματα, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που
υπήρχαν περιορισμένοι πόροι, δηλαδή λίγα στούντιο, λίγες ευκαιρίες οι ζωντανές
εμφανίσεις και ακόμα ελάχιστες για κάποιο συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Η
απότομη απώλεια του τραγουδιστή Andrew Wood, λειτούργησε αντίστροφα προς αυτή τη δυναμική.
Οι περισσότεροι κατάλαβαν πως βέβαια έχουν να αντιμετωπίσουν απλά μουσικές
προκλήσεις αλλά και υπαρξιακή κρίση, καθώς και η αγαπημένη των star, η ηρωίνη,
είχε ήδη στοιχίσει ζωές σε αρκετούς μουσικός της πόλης και η προσδοκία μιας
γυαλιστερής, εξαιτίας της κυριαρχίας της glam metal, φάνταζε
τελείως μάταιη. Ο ανταγωνισμός υποχώρησε μπροστά στη θλίψη η οποία κατάφερε να
γίνει κοινή γλώσσα του είδους, δημιουργώντας την ανάγκη για μία πιο συλλογική
επεξεργασία το δυσάρεστων γεγονότων.
Η δημιουργία
του Temple of the Dog δεν
στόχευε να γίνει κάποιο εμπορικό project, αλλά λειτούργησε ως μία τελετουργική πράξη, κατά
την οποία τραγούδια δεν μιλούσαν για μία δόξα ή κάποια επανάσταση, αλλά
μιλούσαν για απώλεια, για την ενοχή, για τη μνήμη καθώς και για την ανάγκη να
προχωράς παρά τον πόνο. Ουσιαστικά στερέωσε την θεματολογία του είδους, όπου
πλέον ο στόχος δεν ήταν η εικόνα, αλλά θαρραλέα ματιά μέσα στην ψυχή και γενικά
μία ενδοσκόπηση. Αλλά όχι μόνο η θεματολογία του λυρικού μέρους θεμελιώθηκε,
αλλά επίσης και η μουσική δομή, με αργά builds, εκρηκτικά crescendos, εναλλαγή
φωνητικών, ακουστικά περάσματα, κάτι που αντανακλούσα ακριβώς αυτή την
ψυχολογική διαδρομή. Αλλά όλο αυτό το project είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία
τις πήρε εμβληματικής μπάντας του είδους, τους Pearl Jam, που έναν χρόνο αργότερα μπήκαν στο στούντιο
για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ Ten.
Η κυκλοφορία
του Temple of the Dog
άλλαξε την ηθική όχι μόνο σκηνής του Seatle και του αναδυόμενου grunge, αλλά
γενικά της ροκ και της metal μουσικής. Έδειξε πως η συνεργασία είναι το βασικό
θεμέλιο για την επιβίωση και σταμάτησε πλέον να βασίζεται στον ανταγωνισμό,
αλλά δημιούργησε την έννοια της μουσικής αλληλεγγύης. Κάτι το οποίο υιοθετήθηκε
και από τις επόμενες μπάντες, όπως οι Alice in Chains, Mudhoney, Screaming
Trees και έγινε χαρακτηριστικό του «Seattle ethos».
Επίσης, έβγαλε
τη σκηνή από έναν τοπικό χαρακτήρα προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλο
δισκογραφικό εταιρειών, οι οποίες κατάφεραν να δουν η σκηνή όχι απλώς σαν μία
συλλογή μεμονωμένων ταλέντων, αλλά ως ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα που είχε κοινή
αισθητική, κοινό δίκτυο, καθώς και κοινή συναισθηματική γλώσσα. Και όλο αυτό
κατάφεραν να μειώσει το ρίσκο της επένδυσης επιταχύνοντας παράλληλα τις
υπογραφές με τα νέα συγκροτήματα.
Παράλληλα, η
αφήγηση στα Media της ιστορίας του Wood, του «Temple..» και της γέννησης των
Pearl Jam έδωσε ένα πιο ανθρώπινο, συναισθηματικά φορτισμένο βάρος,
μετατρέποντας το grunge από «μουσικό trend» σε «πολιτισμικό κίνημα». Πλέον η
μουσική έπαψε να είναι προϊόν, αλλά μία κοινότητα που θρηνούσε και δημιούργησε
στήριξη η μία προς άλλη.
Πηγές:
Clark, G. – Mother Love Bone: The
Apple Tree (1994)
Azerrad, M. – Come as You Are: The
Story of Nirvana (Doubleday, 1993)
Pearl Jam Twenty (2011) – Ντοκιμαντέρ του Cameron Crowe
London Bridge Studio Archives &
Engineer Tim Palmer Interviews (Sound on Sound, 2011)
Rolling Stone & MTV Archives
(1990–1991)
Clark, G. – Mother Love Bone: The
Apple Tree (1994)
Sub Pop & Stardog Records
Archives
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου