Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο; Part II

 

Για να μεγαλώσει ένα δέντρο, ή έστω ακόμα να βγει από το σπόρο του, υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις. Η μουσική ακολουθεί και αυτή την εξέλιξη της, ακριβώς όπως υπάρχει στη φύση. Από την κλασική μουσική, που για να υπάρχουν οι συνθέτες έπρεπε να υπάρχει χρηματοδότηση και αποδοχή της άρχουσας τάξης, καθώς και η προστασία αυτής από την αριστοκρατία και τους βασιλιάδες. Καθώς τότε αυτή ήτανε και οικονομικοί άρχοντες, αλλά επίσης είχαν το προνόμιο της μόρφωσης, κάτι που τους έδινα το νοητικό εργαλείο να την κατανοήσουν. Ωστόσο, κάτι το οποίο δεν έχει κοινή αποδοχή δεν μπορεί να υφίσταται, ακόμα και ο ίδιος βασιλιάς αν δεν είναι αποδεκτός από την κοινωνία δεν μπορεί να κρατήσει τον θρόνο του.



Λίγους αιώνες μετά, με τη μουσική να είναι προσβάσιμη σχεδόν σε όλους, ισχύουν οι ίδιοι οι κανόνες. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι ενσάρκωναν τους φόβους, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα της εποχής τους, αφήνοντας παράλληλα έναν ανεξίτηλο στίγμα στη μουσική ιστορία, δεκαετίας μετά θα περνούσαν απαρατήρητοι. Άρα, η ανάγκη της κοινωνίας για μουσική, για συγκεκριμένο είδος μουσικής, ουσιαστικά μπορεί να το εκτοξεύσει, αν και αυτό συνοδεύεται με οικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας παράλληλα κάποια μουσική πρωτοπορία. 


Οικονομική Διάσταση: Από την Ανεξαρτησία στην Παγκόσμια Αλυσίδα Αξίας

Όπως εύστοχα μας λένε οι BachmanTurner Overdrive (BTO) (ΕΔΩ) , Takin' Care of Business, για να εξελιχθεί κάτι πρέπει να προσφέρει κέρδος. Και το κέρδος αυτό πρέπει να βγαίνει με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Έτσι, όταν δημιουργείται βιομηχανική κόπωση συνεπάγεται και η αναζήτηση ενός χαμηλότερου κόστους. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (Geffen, Epic, A&M, Warner) παρουσίασαν μία οικονομική κόπωση από το από το ακριβό, υπερπαραγόμενο glam metal. Το grunge, από την άλλη, προσέφερε έναν ήχο το οποίο δεν χρειαζόταν τόσο ακριβή παραγωγική επένδυση, άρα μειωμένο κόστος μειωμένο και το ρίσκο.

Στον αντίποδα, η μικρή ανεξάρτητη δισκογραφική Sub Pop ανεξάρτητη ετικέτα δημιούργησε το groundwork με fanzines, tape-trading και τοπικές συναυλίες, ουσιαστικά θεμελιώνοντας ένα καιρό υπόβαθρο έστω και στο τοπικό επίπεδο. Η υπογραφή των Nirvana, Pearl Jam, Soundgarden και Alice in Chains σε majors Labels εξασφάλισε την παγκόσμια διανομή, προϋπολογισμό για βίντεο/περιοδείες και μηχανισμούς marketing. Όπως χαρακτηριστικά αυτό αναφέρεται στα οικονομικά αρχεία της μουσικής βιομηχανίας καθώς και στα δεδομένα των Billboard, η μετάβαση αυτή, δηλαδή από τις ανεξάρτητες δισκογραφικές στις πολυεθνικές, δεν αποτέλεσα απλά μία καλλιτεχνική επιλογή,, αλλά δημιούργησε μία στρατηγική κλιμάκωση η οποία κατάφερε να μετατρέψει ένα τοπικό δίκτυο σε ένα προϊόν που μπορούσε να γίνει εξαγώγιμο σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα πολιτισμικό υπόβαθρο.



Το τραγούδι των Nirvana «Smells Like Teen Spirit» (1991) κατάφερε να αναδείξει το γεγονός πόσοι τηλεοπτική έκρηξη άμεσα μετατρέπεται και σε εμπορική εκτόξευση. Η μουσική βιομηχανία εκμεταλλεύτηκε την αυθεντικότητα που παρουσίασε το νέο είδος ως άλλο ένα εμπορικό αγαθό, πουλώντας νέα προϊόντα όπως flannels, Doc Martens, merchandise, poster campaigns, ταυτόχρονα μετατρέποντας την αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της μουσικής σε ένα ακόμα προϊόν. Όπως γίνονται πάντα, για να σταματήσεις μία επανάσταση απλώς φτιάξε την ως προϊόν προς πώληση. Έτσι ένα τοπικό κίνημα έγινε ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό προϊόν με πάρα πολλά έσοδα και μέσα από την μαζική παραγωγή, τις διεθνείς περιοδείες, την αδειοδότηση για ταινίες/παιχνίδια και η μεταγενέστερη ψηφιακή μετάβαση

 

Ψυχολογική Διάσταση: Η Φωνή μιας Γενιάς σε Κρίση Ταυτότητας

Η γυαλισμένη εποχή της μουσικής, όπως ήταν ακριβώς η δεκαετία του ‘80, ήταν συνέπεια όχι μόνον της μουσικής βιομηχανίας, αλλά είχε να κάνει με την γενική έτσι του κόσμου πως όλα πηγαίνουν προς το καλύτερο και η αναζήτηση του γκλαμ και του πλούτου φάνταζε απλά ως συνέπεια. Όταν η λάμψη της φαντασίωσης της ευμάρειας έσβησε, αλλά και οι συνέπειες των νέων ναρκωτικών που εμφανίστηκαν άρχισαν πλέον να γίνονται ορατές, τότε η Generation X ένιωσε πως βίωνε πλέον οικονομική ανασφάλεια, τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου συνοδευόμενα πάντα από το κενό αξιών μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Αυτό που κατάφερε η grunge είναι να δώσει φωνή στην απογοήτευση, με εξωτερικεύσει την κατάθλιψη και όσους συνέπεια να αρνηθεί την ψευδεπίγραφη αισιοδοξία των ’80s.



Η grunge ανέδειξε την ατέλεια ως την κορώνα της, με τις φωνητικές της ερμηνείες, όπως η κραυγή, ο ψίθυρος, η αστάθεια της φωνής και η παραμόρφωση μαζί με τους στίχους που έχουν ως επίκεντρο τι είναι αυτοαναφορά, την αυτοκαταστροφική διάθεση μαζί με την αίσθηση του ευάλωτου δημιούργησε ένα μηχανισμό συναισθηματικής εκτόνωσης. Το κοινό πλέον δεν άκουγε γυαλισμένες νότες ή απλά τη μουσική, αλλά βίωνε το κάθε τραγούδι καθώς και μία ψυχολογική αναγνώριση. Η γενεαλογική αυτή απογοήτευση καταγράφηκε εκτενώς από δημοσιογράφους και κοινωνιολόγους της εποχής, με τον Michael Azerrad στο «Come as You Are» να τεκμηριώνει πώς η ψυχολογική ευαλωτότητα του Cobain και των συνομηλίκων του μετατράπηκε σε συλλογικό αίτημα για αυθεντικότητα.

Η φήμη και η εξάπλωση του είδους δημιούργησε ένα παράδοξο, δηλαδή η αναζήτηση της αυθεντικότητας ενάντια στην εμπορευματοποίηση. Η αντίφαση αυτή, δηλαδή ανάμεσα στην απέχθεια προς τη φήμη, αλλά ταυτόχρονα δημιουργία των ειδώλων κατάφερε να φτιάξει ενός είδους γνωστική ασυμφωνία τροφοδοτώντας παράλληλα τη λατρεία. Ουσιαστικά μια μπάντα η οποία απέρριπτε το σύστημα γινόταν ταυτόχρονα και το σύμβολό του.

Κατά το πιο τολμηρό της βήμα ήταν η ενασχόληση με την ψυχική υγεία και σπάσιμο διάφορων ταμπού που αφορούσαν αυτήν. Θέματα όπως ήταν η κατάθλιψη, η εξάρτηση από τις ουσίες και κατά συνέπεια και συνέχεια αυτοκτονία, κατάφερε να σπάσουν το πολιτισμικό ταμπού, με θύματα τους Cobain, Layne Staley, Andrew Wood, Chris Cornell αργότερα, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν και μία συναισθηματική ταύτιση σε μαζική κλίμακα, ανοίγοντας όμως και τον δρόμο για ένα δημόσιο διάλογο γύρω από την ψυχική υγεία. Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά δημιούργησε την μεγαλύτερη μουσική προσφορά που μπορεί να έχει ένα μουσικό είδος ή μουσικό ρεύμα. Παρ’ όλο που η New Wave άναψε την πρώτη σπίθα, αλλά δεν μίλησε ποτέ ξεκάθαρα.

 

Κοινωνική Διάσταση: Από το Underground στην παγκόσμια αναγνώριση

 Οι κοινωνικές αλλαγές πάντα ακολουθούνται και από τις μουσικές προτιμήσεις, ουσιαστικά από κάποια στροφή προς αυτές. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως η μουσική μπορεί να εκφράσει και να αποτυπώσεις σε νότες τις κοινωνικές αλλαγές. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ακόμα, άρχισε να δημιουργείται ένα μεταψυχροπολεμικό κενό το οποίο ακούνονται σε και μία οικονομική ύφεση. Η πτώση του τείχους το 1989, η οικονομική ύφεση στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του 90 μαζί με την απομυθοποίηση του «American Dream» δημιούργησα το κατάλληλο έδαφος για την δημιουργία αντισυστημικών κινημάτων. Το grunge διάβασε αυτές τις κοινωνικές μεταβολές και ενσάρκωσε αμέσως την άρνηση για επίδειξη και αρνήθηκε το στείρο καταναλωτισμό.

Η μετάβαση της grunge μουσικής από DIY ηθική στα χνάρια της punk σε μια εξάρτηση ή αφοσίωση στις δισκογραφικές εταιρίες, ήταν και αυτό μια σημαντική αλλαγή με κοινωνικό αντίτυπο ή αποτέλεσμα. Όταν κάτι λάμπει εύκολα προσελκύει και το ενδιαφέρον τον κερδοσκόπων. Η τοπική σκηνή του Seatle, η οποία βασιζόταν στις συναυλίες σε αποθήκες, fanzines, tape-trading, ανεξάρτητες ετικέτες συνάντησε την εταιρεία μηχανή των δισκογραφικών εταιρειών. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν ακριβώς ειρηνική, αλλά ως συνήθως ήταν αρκετά βίαιη όμως ήταν και αναπόφευκτη, καθώς και η κουλτούρα αυτή αφομοιώθηκε, αλλά κατάφερε να αφήσει το δικό του πολιτισμικό αποτύπωμα το οποίο άλλαξε και τα πρότυπα της νεανικής ταυτότητας. Η DIY ηθική, όπως την περιγράφει η Wendy Fonarow σε έρευνές της για τις ανεξάρτητες σκηνές, δεν εξαφανίστηκε απλά μετατοπίστηκε από τις αποθήκες που έκαναν τις πρώτες τους συναυλίες στην πόλη που γέννησε το κίνημα στις μεγάλες οθόνες των μουσικών καναλιών.



Το MTV, college radio, περιοδικά (Rolling Stone, NME, Spin) και η κάλυψη από mainstream media Μπόρεσαν και μετατρέψουν μία τοπική σκηνή σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με δικό του αφήγημα για τη ζωή και κατά συνέπεια και για τη μουσική. Τα αρχεία του MTV και οι αναλύσεις του περιοδικού Rolling Stone αναδεικνύομαι αυτή τη διαδικασία, δηλαδή πως η εικόνα του ατημέλητου rocker κατάφερε να γίνει ένα παγκόσμιο σήμα ταυτότητας και ένας κωδικός για τον κάτω οπαδό της μουσικής αυτής.

Σε όλες αυτές τις κοινωνικές αλλαγές, η πόλη του Seatle λειτούργησα ως ένα πολιτισμικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο υπήρχε χαμηλό κόστος ζωής, απομόνωση από την υπόλοιπη και εικονικά φινετσάτη Αμερική, η διασταύρωση punk/metal/indie σκηνών και όλα αυτά συνοδευόταν από ισχυρά τοπικά δίκτυα υποστήριξης. Όταν τα μεγάλα μέσα ανακάλυψαν αυτή την πόλη, μέσα από την φημισμένη ομίχλη της, πλέον η τοπική δυναμική είχε ωριμάσει τέτοιο βαθμό που μπορούσε να γίνει ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό κεφάλαιο.

 

Μουσικολογική Διάσταση: Η Υβριδικότητα ως Καινοτομία

 

Ουσιαστικά η ρήση που λέει πως δεν υπάρχει στη φύση παρθενογένεση, ισχύει και στη μουσική. Αυτό όμως που φαίνεται καινοτομία στη μουσική είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των ήχων, με τέτοιο τρόπο το να ακούγεται τελείως διαφορετικά. Αλλά πάντα, όχι τόσο ώστε απλά να ακούγεται εξωγήινο, καθώς αν γίνει αναγνωρίσιμο, αυτό θα γίνει μετά από κάποιες δεκαετίες. Κατά τον ίδιο τρόπο η grunge πάτησε σε παλιούς ήχους, αλλά το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν κάτι καινούργιο και προφανώς πιο φρέσκο. Ο συνδυασμός της punk μουσικής, που περιλαμβάνει την ενέργεια, την απλότητα και DIY ηθική, μαζί με heavy metal που την χαρακτηρίζουν βαριές κιθάρες, distortion, δυναμική αντίθεση και την indie/folk στην οποία περιλαμβάνονται μελωδικότητα, ακουστικά στοιχεία, introspective στίχοι. Η υβριδικότητα αυτή ουσιαστικά έκανε το είδος καινοτόμο και ριζοσπαστικό, ενώ ο συνδυασμός των ήδη γνωστών ήχων το έκανε κατανοητό καθώς και προσιτό.

Η δομή καθώς και η δυναμική του είδους παρουσιάζουν και αυτές αρκετά νέα στοιχεία, όπως είναι η χρήση quiet/loud dynamics, με επιρροή  από Pixies, Butthole Surfers. Αλλά επίσης και τα ασύμμετρα ρεφρέν, με γραμμικές δομές και μεγαλύτερη για έμφαση στο riff και στο rhythm section. Έτσι μπορούμε να πούμε πως η μουσική κατά κάποιο τρόπο «αναπνέει» αντί να «σπρώχνει», δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μία ένταση που επιτυγχάνεται μέσα από τις αντιθέσεις.



Πολύ σημαντική καινοτομία επίσης είναι και στην παραγωγή της μουσικής. Ουσιαστικά το grunge απορρίπτει την «γυαλισμένη» παραγωγή, χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80. Αντί αυτού, προτίμησε raw, live-sounding ηχογραφήσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nevermind το παρήχθη από Butch Vig, αλλά διατήρησε την ωμότητα μέσω live takes, ελάχιστων overdubs και φυσικού room sound. Η μουσικολογική ανάλυση της εποχής, όπως αυτή καταγράφηκε από τον Jon Marx στο «Grunge: The Seattle Sound», τονίζει το γεγονός πως η απλότητα που είχαν οι συγχορδίες μαζί με την έμφαση στην έκφραση βοήθησαν μία ολόκληρη γενιά ώστε να μπορέσει να οικειοποιηθεί τον ήχο αυτόν.

Αλλά καινοτομία του είδους είχε να κάνει επίσης και με τα φωνητικά, καθώς και με το λυρικό μέρος των τραγουδιών. Συχνή εναλλαγή μεταξύ ενός ψιθύρου μου κατέληγε σε κραυγή, μαζί με την χρήση τις παραμόρφωση στην φωνή ήταν κάτι καινούργιο. Επίσης, οι στίχοι απέφευγα κάποια σαφήνεια στην αφήγησή τους, δηλώνοντας παράλληλα μία συναισθηματική αμεσότητα η οποία όμως δημιουργούσε και ασάφεια. Η φράση «δεν ξέρω τι νιώθω» έγινε το βασικό σύνθημα των fun του είδους.

Από τεχνικής πλευράς, δημιουργούσα απλές συγχορδίες, μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονταν, δίνοντας παράλληλα οι περισσότερη έμφαση στην έκφραση παρά σε κάποια μουσική επίδειξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο ειδικά στην metal μουσική από τα μέσα της δεκαετίας το ‘80. Τα κουραστικά «μπλιμπλικια», κυρίως από ικανούς κιθαρίστες αλλά και παράλληλα φιγούρατζήδες, μετατράπηκαν σε απλές μελωδίες οι οποίες μπορούσαν να επιτρέψουν σε χιλιάδες νέους να μάθουν μουσική δημιουργώντας παράλληλα και δικές τους μπάντες. Με τον τρόπο αυτό τροφοδοτήθηκε μέσα από τον μιμητισμό και την δικτύωση, ακόμα μεγαλύτερη διάδοση αυτού του είδους. Η κοινωνιολογία της υποκουλτούρας, όπως την αναλύει η Deena Weinstein, αναδειχθεί ακριβώς αυτό το γεγονός πως για αυτή η προσβασιμότητα στην εκτέλεση της μουσικής ήταν αυτοί που μετέτρεψε το grunge από τοπικό φαινόμενο σε παγκόσμιο κίνημα.



Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ως η μουσική grunge δεν κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος είχε ανάγκη αυτό τον ήχο ακριβώς εκείνη την εποχή. Από οικονομικής πλευράς κατάφερα να εκμεταλλευτεί την κόπωση της μουσικής βιομηχανίας καθώς και τους μηχανισμούς για την παγκόσμια διανομή. Αλλά επίσης, από ψυχολογικής πλευράς ήταν η απόλυτη απάντηση στην ανάγκη τις εποχές εκείνης για αυθεντικότητα, για μία συναισθηματική κάθαρση και γενικά για σπάσιμο του ταμπού που υπήρχαν στην προηγούμενη δεκαετία. Όμως, από κοινωνιολογικής πλευράς μπορούσε να ενσαρκώσει την αντίδραση στον υπερκατατατισμό, ενώ κατάφερε να μετατρέψει μία τοπική υποκουλτούρα σε μία παγκόσμια ταυτότητα. Η μουσική του απλότητα συνδύαζε κατανοητή δομή με ηχητική καινοτομία όμως, δημιουργώντας παράλληλα ένα υβριδιακό είδος που ήταν ταυτόχρονα καινοτόμο και μπορούσε να γίνει και εμπορικά βιώσιμο. Μία έκρηξη της grunge δείχνει ένα κάτι βασικό που έχουμε ξεχάσει, πως η τέχνη μουσική δεν είναι μόνο τα charts, αλλά επίσης είναι και δημιουργός πολιτισμικού χάρτη για την κοινωνική εξέλιξη.

 Jacek Henryk Maniakowski

 Part I

Πηγές:

 

1. Michael Azerrad - Come as You Are: The Story of Nirvana (Doubleday, 1993)

2. Jon Marx  - Grunge: The Seattle Sound (Billboard Books, 1994)

3. Wendy Fonarow - Empire of Dirt: The Aesthetics and Rituals of British Indie Music (Wesleyan, 2006)

4. Deena Weinstein - Heavy Metal: A Cultural Sociology (Lexington Books, 1991) 

5. MTV Archives & Billboard Chart Data (1991–1994) 

6. Άρθρα & Αναλύσεις σε Journal of Popular Music Studies (2010–2020) 

Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο; Part I

 

Η μουσική δεν είμαι κάτι ξεχωριστό από την ζωή ή την κοινωνία, αλλά αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος της. Η μουσική δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθρεφτίζει με νότες μία κατάσταση ή ακόμα την αλλαγή της. Οι μουσικοί αντιλαμβάνονται πιο εύκολα από όλους κάτι που ήδη συμβαίνει στον κόσμο που τους περιβάλλει. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται φυσικές καταστροφές οι φυσικές αλλαγές, όπως κάνουν κάποια ζώα, αλλά ως ένα κομμάτι της κοινωνίας και της ζωής αντιλαμβάνονται κοινωνικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν, όμως δεν γίνονται αντιληπτά από την πλειοψηφία των ανθρώπων, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Όταν λοιπόν μία μουσική, ως κάποιο νέο είδος που την εκφράζει, γίνεται δημοφιλές, τότε ουσιαστικά υποσυνείδητα η κοινωνία νιώθει την αλλαγή αυτήν και αγκαλιάζει πιο εύκολα τις νότες που την εκφράζουν.


Ίσως λανθασμένα, πολλοί στρέφουν τα μάτια τους στη μουσική βιομηχανία, θεωρώντας πως αυτή αναδεικνύει τα μουσικά είδη. Εν μέρει ίσως αυτό να ισχύει, κάτι που είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι για ανάλυση, αλλά ουσιαστικά είμαι αυτή που αντιλαμβάνονται πρώτοι αυτή την αλλαγή και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Κατά κάποιο τρόπο οι παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι παρά η καύσιμη ύλη για μία μεγάλη πολιτιστική, καμιά φορά και πολιτισμική, έκρηξη ως φωτιά. Από ένα μικρό δισκοπωλείο το οποίο αντιλήφθηκε την έκρηξη της πανκ μουσικής και εξειδικεύτηκε σε αυτό το είδος, ως μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες που αποφάσισαν να το διαφημίσουν και να επενδύσουν χρήματα σε ένα είδος που μόλις εμφανίστηκε.

Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα σημειολογία είναι στην έκρηξη της grunge μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και αρχές της δεκαετίας του ’90. Παρόλο που το είδος αυτό υπήρχε στην βορειοδυτική Αμερική και συγκεκριμένα στο Seatle, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, ωστόσο διατηρούσε έναν τοπικό χαρακτήρα και underground παρουσία. Αυτό όμως, θα άλλαξε πολύ αθόρυβα το Νοέμβριο του 1988, όταν μία νέα μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της single, μία διασκευή των Shocking Blue. Οι Nirvana με το «Love Buzz» που κυκλοφόρησε από την  ανεξάρτητη Sub Pop σε μόλις ~1.000 αντίτυπα, δεν μπήκε σε mainstream charts και η επιρροή του τραγουδιού περιορίστηκε στο δίκτυο των college radio, των fanzines και των τοπικών clubs του Σιάτλ, κατάφεραν να γίνουν η σπίθα που θα δημιουργούσε μία τεράστια έκρηξη. Η έκρηξη αυτή θα γινόταν από το ίδιο συγκρότημα 3 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του 1991, με το μνημειώδες  «Smells Like Teen Spirit».



Πλέον υπό τη σκέπη της Geffen, την heavy rotation στο MTV, την είσοδο στο Top 10 του Billboard Hot 100 και την εκθρόνιση του Michael Jackson από την κορυφή των albums (Ιανουάριος 1992), ένα τοπικό φαινόμενο κατάφεραν να μετατραπεί σε μία παγκόσμια κίνηση. Τότε ακριβώς η μουσική βιομηχανία κατάφερε να αντιληφθεί τη δύναμη αυτού του τοπικού φαινομένου.

Ένας ακόμα παράγοντας για την παγκόσμια εξάπλωση του grunge ήταν οι Mother Love Bone. Δεν είμαι απλώς μία μπάντα από το Seatle, αλλά κατάφερε να αποτελέσει έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην  underground σκηνή και στην παγκόσμια έκρηξη του είδους. Η συνεισφορά της μπάντας στον ήχο, αλλά και στον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω από το είδος, που έχει μία τελείως διαφορετική εξέλιξη χωρίς αυτούς .



Δημιουργήθηκαν το 1987 και κατάφεραν να συνδυάσουν τη βαριά κιθάρα του hard rock, την ωμή ενέργεια του punk και τη θεατρική, σχεδόν glam αισθητική. Αν και η μπάντα, κοροϊδευτικά κατονομαζόταν ως «glunge», έθεσε τα θεμέλια για αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Seattle sound. Οι Stone Gossard (κιθάρα) και Jeff Ament (μπάσο) διαμόρφωσαν το ρυθμικό και αρμονικό υπόβαθρο που θα γινόταν ο ορισμός της γενιάς, δηλαδή τα βαριά και μελωδικά riffs, με έμφαση στο groove και στη δυναμική αντίθεση. Η τοπική σκηνή τους αναγνώριζε άμεσα ως την πιο ώριμη και φιλόδοξη έκφραση του ήχου που μόλις γεννιόταν.

Όμως κάθε μύθος και η γέννησή του συνίσταται με ένα θάνατο, έτσι και το συγκρότημα αυτό, οι Mother Love Bone, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο θάνατος του τραγουδιστή Andrew Wood από υπερβολική δόση ηρωίνης τον Μάρτιο του 1990, λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους άλμπουμ Apple, ένα αποτέλεσε απλά μία προσωπική τραγωδία αλλά παράλληλα ξεκίνησε να δημιουργεί έναν μύθο, ίσως και μία κατάρα, όπου πλέον το είδος αλλά και η πόλη του Seatle απέκτησε και συναισθηματική βαρύτητα.

Η απώλεια του ήδη γνωστού στην πόλη τραγουδιστή έδωσε την αφορμή για την ένωση των τοπικών συγκροτημάτων σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης, μετατρέποντας τον ανταγωνισμό σε μία συλλογική δημιουργία. Ο Chris Cornell, που ήταν συγκάτοικος του τραγουδιστή και μέλος των ανερχόμενων Soundgarden, οργάνωσε το Temple of the Dog ως project που ήταν αφιερωμένο στον Andrew Wood, στο οποίο συμμετείχαν οι Gossard και Ament. Η ηχογράφηση αυτή λειτούργησε ως ένα είδος «καταλύτη συνεργασιών», που αργότερα οδήγησαν στη δημιουργία των Pearl Jam.

Εύλογα ο καθένας μπορεί να αναρωτηθεί γιατί αυτό έχει τόσο μεγάλης σημασία στην έκρηξη της grunge. Πριν τον θάνατο του Andrew Wood  στις 19 Μαρτίου 1990, η σκηνή του Seatle λειτουργούσε ως ένα δίκτυο ανεξάρτητων πυρήνων την ίδια στιγμή που κάποιες μπάντες κέρδισε ήδη το έδαφος, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια, οι Mother Love Bone ετοιμάζονταν για mainstream breakout. Παρόλο που υπήρχε σεβασμός ανάμεσα στα συγκροτήματα, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που υπήρχαν περιορισμένοι πόροι, δηλαδή λίγα στούντιο, λίγες ευκαιρίες οι ζωντανές εμφανίσεις και ακόμα ελάχιστες για κάποιο συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Η απότομη απώλεια του τραγουδιστή Andrew Wood, λειτούργησε αντίστροφα προς αυτή τη δυναμική. Οι περισσότεροι κατάλαβαν πως βέβαια έχουν να αντιμετωπίσουν απλά μουσικές προκλήσεις αλλά και υπαρξιακή κρίση, καθώς και η αγαπημένη των star, η ηρωίνη, είχε ήδη στοιχίσει ζωές σε αρκετούς μουσικός της πόλης και η προσδοκία μιας γυαλιστερής, εξαιτίας της κυριαρχίας της glam metal, φάνταζε τελείως μάταιη. Ο ανταγωνισμός υποχώρησε μπροστά στη θλίψη η οποία κατάφερε να γίνει κοινή γλώσσα του είδους, δημιουργώντας την ανάγκη για μία πιο συλλογική επεξεργασία το δυσάρεστων γεγονότων.

Η δημιουργία του Temple of the Dog δεν στόχευε να γίνει κάποιο εμπορικό project, αλλά λειτούργησε ως μία τελετουργική πράξη, κατά την οποία τραγούδια δεν μιλούσαν για μία δόξα ή κάποια επανάσταση, αλλά μιλούσαν για απώλεια, για την ενοχή, για τη μνήμη καθώς και για την ανάγκη να προχωράς παρά τον πόνο. Ουσιαστικά στερέωσε την θεματολογία του είδους, όπου πλέον ο στόχος δεν ήταν η εικόνα, αλλά θαρραλέα ματιά μέσα στην ψυχή και γενικά μία ενδοσκόπηση. Αλλά όχι μόνο η θεματολογία του λυρικού μέρους θεμελιώθηκε, αλλά επίσης και η μουσική δομή, με αργά builds, εκρηκτικά crescendos, εναλλαγή φωνητικών, ακουστικά περάσματα, κάτι που αντανακλούσα ακριβώς αυτή την ψυχολογική διαδρομή. Αλλά όλο αυτό το project είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τις πήρε εμβληματικής μπάντας του είδους, τους Pearl Jam, που έναν χρόνο αργότερα μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ Ten.



Η κυκλοφορία του Temple of the Dog άλλαξε την ηθική όχι μόνο σκηνής του Seatle και του αναδυόμενου grunge, αλλά γενικά της ροκ και της metal μουσικής. Έδειξε πως η συνεργασία είναι το βασικό θεμέλιο για την επιβίωση και σταμάτησε πλέον να βασίζεται στον ανταγωνισμό, αλλά δημιούργησε την έννοια της μουσικής αλληλεγγύης. Κάτι το οποίο υιοθετήθηκε και από τις επόμενες μπάντες, όπως οι Alice in Chains, Mudhoney, Screaming Trees και έγινε χαρακτηριστικό του «Seattle ethos».

Επίσης, έβγαλε τη σκηνή από έναν τοπικό χαρακτήρα προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλο δισκογραφικό εταιρειών, οι οποίες κατάφεραν να δουν η σκηνή όχι απλώς σαν μία συλλογή μεμονωμένων ταλέντων, αλλά ως ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα που είχε κοινή αισθητική, κοινό δίκτυο, καθώς και κοινή συναισθηματική γλώσσα. Και όλο αυτό κατάφεραν να μειώσει το ρίσκο της επένδυσης επιταχύνοντας παράλληλα τις υπογραφές με τα νέα συγκροτήματα.

Παράλληλα, η αφήγηση στα Media της ιστορίας του Wood, του «Temple..» και της γέννησης των Pearl Jam έδωσε ένα πιο ανθρώπινο, συναισθηματικά φορτισμένο βάρος, μετατρέποντας το grunge από «μουσικό trend» σε «πολιτισμικό κίνημα». Πλέον η μουσική έπαψε να είναι προϊόν, αλλά μία κοινότητα που θρηνούσε και δημιούργησε στήριξη η μία προς άλλη.

Συνεχίζεται.... 

Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές:

Clark, G. – Mother Love Bone: The Apple Tree (1994) 

Azerrad, M. – Come as You Are: The Story of Nirvana (Doubleday, 1993) 

Pearl Jam Twenty (2011) – Ντοκιμαντέρ του Cameron Crowe 

London Bridge Studio Archives & Engineer Tim Palmer Interviews (Sound on Sound, 2011)

Rolling Stone & MTV Archives (1990–1991) 

Clark, G. – Mother Love Bone: The Apple Tree (1994) 

Sub Pop & Stardog Records Archives