Για να
μεγαλώσει ένα δέντρο, ή έστω ακόμα να βγει από το σπόρο του, υπάρχουν πολλές
προϋποθέσεις. Η μουσική ακολουθεί και αυτή την εξέλιξη της, ακριβώς όπως
υπάρχει στη φύση. Από την κλασική μουσική, που για να υπάρχουν οι συνθέτες
έπρεπε να υπάρχει χρηματοδότηση και αποδοχή της άρχουσας τάξης, καθώς και η
προστασία αυτής από την αριστοκρατία και τους βασιλιάδες. Καθώς τότε αυτή ήτανε
και οικονομικοί άρχοντες, αλλά επίσης είχαν το προνόμιο της μόρφωσης, κάτι που
τους έδινα το νοητικό εργαλείο να την κατανοήσουν. Ωστόσο, κάτι το οποίο δεν
έχει κοινή αποδοχή δεν μπορεί να υφίσταται, ακόμα και ο ίδιος βασιλιάς αν δεν
είναι αποδεκτός από την κοινωνία δεν μπορεί να κρατήσει τον θρόνο του.
Λίγους αιώνες μετά, με τη μουσική να είναι προσβάσιμη σχεδόν σε όλους, ισχύουν οι ίδιοι οι κανόνες. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι ενσάρκωναν τους φόβους, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα της εποχής τους, αφήνοντας παράλληλα έναν ανεξίτηλο στίγμα στη μουσική ιστορία, δεκαετίας μετά θα περνούσαν απαρατήρητοι. Άρα, η ανάγκη της κοινωνίας για μουσική, για συγκεκριμένο είδος μουσικής, ουσιαστικά μπορεί να το εκτοξεύσει, αν και αυτό συνοδεύεται με οικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας παράλληλα κάποια μουσική πρωτοπορία.
Οικονομική
Διάσταση: Από την Ανεξαρτησία στην Παγκόσμια Αλυσίδα Αξίας
Όπως εύστοχα
μας λένε οι Bachman–Turner Overdrive (BTO) (ΕΔΩ) , Takin' Care of Business, για
να εξελιχθεί κάτι πρέπει να προσφέρει κέρδος. Και το κέρδος αυτό πρέπει να
βγαίνει με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Έτσι, όταν δημιουργείται
βιομηχανική κόπωση συνεπάγεται και η αναζήτηση ενός χαμηλότερου κόστους. Οι
μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (Geffen, Epic, A&M, Warner) παρουσίασαν
μία οικονομική κόπωση από το από το
ακριβό, υπερπαραγόμενο glam metal. Το grunge, από την άλλη, προσέφερε έναν ήχο
το οποίο δεν χρειαζόταν τόσο ακριβή παραγωγική επένδυση, άρα μειωμένο κόστος
μειωμένο και το ρίσκο.
Στον αντίποδα,
η μικρή ανεξάρτητη δισκογραφική Sub Pop ανεξάρτητη ετικέτα δημιούργησε το groundwork με
fanzines, tape-trading και τοπικές συναυλίες, ουσιαστικά θεμελιώνοντας ένα
καιρό υπόβαθρο έστω και στο τοπικό επίπεδο. Η υπογραφή των Nirvana, Pearl Jam,
Soundgarden και Alice in Chains σε majors Labels εξασφάλισε την παγκόσμια διανομή, προϋπολογισμό για βίντεο/περιοδείες
και μηχανισμούς marketing. Όπως χαρακτηριστικά αυτό αναφέρεται στα οικονομικά
αρχεία της μουσικής βιομηχανίας καθώς και στα δεδομένα των Billboard, η
μετάβαση αυτή, δηλαδή από τις ανεξάρτητες δισκογραφικές στις πολυεθνικές, δεν
αποτέλεσα απλά μία καλλιτεχνική επιλογή,, αλλά δημιούργησε μία στρατηγική
κλιμάκωση η οποία κατάφερε να μετατρέψει ένα τοπικό δίκτυο σε ένα προϊόν που
μπορούσε να γίνει εξαγώγιμο σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα
πολιτισμικό υπόβαθρο.
Το τραγούδι των
Nirvana «Smells Like Teen Spirit»
(1991) κατάφερε να αναδείξει το γεγονός πόσοι τηλεοπτική έκρηξη άμεσα
μετατρέπεται και σε εμπορική εκτόξευση. Η μουσική βιομηχανία εκμεταλλεύτηκε την
αυθεντικότητα που παρουσίασε το νέο είδος ως άλλο ένα εμπορικό αγαθό, πουλώντας
νέα προϊόντα όπως flannels,
Doc Martens, merchandise, poster campaigns, ταυτόχρονα μετατρέποντας την
αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της μουσικής σε ένα ακόμα προϊόν. Όπως
γίνονται πάντα, για να σταματήσεις μία επανάσταση απλώς φτιάξε την ως προϊόν
προς πώληση. Έτσι ένα τοπικό κίνημα έγινε ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό προϊόν με
πάρα πολλά έσοδα και μέσα από την μαζική παραγωγή, τις διεθνείς περιοδείες, την
αδειοδότηση για ταινίες/παιχνίδια και η μεταγενέστερη ψηφιακή μετάβαση
Ψυχολογική
Διάσταση: Η Φωνή μιας Γενιάς σε Κρίση Ταυτότητας
Η γυαλισμένη
εποχή της μουσικής, όπως ήταν ακριβώς η δεκαετία του ‘80, ήταν συνέπεια όχι
μόνον της μουσικής βιομηχανίας, αλλά είχε να κάνει με την γενική έτσι του
κόσμου πως όλα πηγαίνουν προς το καλύτερο και η αναζήτηση του γκλαμ και του
πλούτου φάνταζε απλά ως συνέπεια. Όταν η λάμψη της φαντασίωσης της ευμάρειας
έσβησε, αλλά και οι συνέπειες των νέων ναρκωτικών που εμφανίστηκαν άρχισαν
πλέον να γίνονται ορατές, τότε η Generation X ένιωσε πως βίωνε πλέον οικονομική ανασφάλεια,
τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου συνοδευόμενα πάντα από το κενό αξιών μετά
το τέλος του ψυχρού πολέμου. Αυτό που κατάφερε η grunge είναι να δώσει φωνή
στην απογοήτευση, με εξωτερικεύσει την κατάθλιψη και όσους συνέπεια να αρνηθεί
την ψευδεπίγραφη αισιοδοξία των ’80s.
Η grunge ανέδειξε την ατέλεια ως την κορώνα της, με τις φωνητικές της ερμηνείες,
όπως η κραυγή, ο ψίθυρος, η αστάθεια της φωνής και η παραμόρφωση μαζί με τους
στίχους που έχουν ως επίκεντρο τι είναι αυτοαναφορά, την αυτοκαταστροφική
διάθεση μαζί με την αίσθηση του ευάλωτου δημιούργησε ένα μηχανισμό
συναισθηματικής εκτόνωσης. Το κοινό πλέον δεν άκουγε γυαλισμένες νότες ή απλά
τη μουσική, αλλά βίωνε το κάθε τραγούδι καθώς και μία ψυχολογική αναγνώριση. Η
γενεαλογική αυτή απογοήτευση καταγράφηκε εκτενώς από δημοσιογράφους και
κοινωνιολόγους της εποχής, με τον Michael Azerrad στο «Come as You Are» να
τεκμηριώνει πώς η ψυχολογική ευαλωτότητα του Cobain και των συνομηλίκων του
μετατράπηκε σε συλλογικό αίτημα για αυθεντικότητα.
Η φήμη και η
εξάπλωση του είδους δημιούργησε ένα παράδοξο, δηλαδή η αναζήτηση της
αυθεντικότητας ενάντια στην εμπορευματοποίηση. Η αντίφαση αυτή, δηλαδή ανάμεσα
στην απέχθεια προς τη φήμη, αλλά ταυτόχρονα δημιουργία των ειδώλων κατάφερε να
φτιάξει ενός είδους γνωστική ασυμφωνία τροφοδοτώντας παράλληλα τη λατρεία.
Ουσιαστικά μια μπάντα η οποία απέρριπτε το σύστημα γινόταν ταυτόχρονα και το
σύμβολό του.
Κατά το πιο
τολμηρό της βήμα ήταν η ενασχόληση με την ψυχική υγεία και σπάσιμο διάφορων
ταμπού που αφορούσαν αυτήν. Θέματα όπως ήταν η κατάθλιψη, η εξάρτηση από τις
ουσίες και κατά συνέπεια και συνέχεια αυτοκτονία, κατάφερε να σπάσουν το
πολιτισμικό ταμπού, με θύματα τους Cobain, Layne Staley, Andrew Wood, Chris Cornell αργότερα,
αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν και μία συναισθηματική ταύτιση σε μαζική κλίμακα,
ανοίγοντας όμως και τον δρόμο για ένα δημόσιο διάλογο γύρω από την ψυχική υγεία.
Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά δημιούργησε την μεγαλύτερη μουσική προσφορά που
μπορεί να έχει ένα μουσικό είδος ή μουσικό ρεύμα. Παρ’ όλο που η New Wave άναψε την πρώτη σπίθα, αλλά δεν μίλησε
ποτέ ξεκάθαρα.
Κοινωνική
Διάσταση: Από το Underground στην παγκόσμια αναγνώριση
Η μετάβαση της
grunge
μουσικής από DIY ηθική στα χνάρια της punk σε
μια εξάρτηση ή αφοσίωση στις δισκογραφικές εταιρίες, ήταν και αυτό μια
σημαντική αλλαγή με κοινωνικό αντίτυπο ή αποτέλεσμα. Όταν κάτι λάμπει εύκολα
προσελκύει και το ενδιαφέρον τον κερδοσκόπων. Η τοπική σκηνή του Seatle, η οποία
βασιζόταν στις συναυλίες σε αποθήκες, fanzines, tape-trading, ανεξάρτητες
ετικέτες συνάντησε την εταιρεία μηχανή των δισκογραφικών εταιρειών. Η μετάβαση
αυτή δεν ήταν ακριβώς ειρηνική, αλλά ως συνήθως ήταν αρκετά βίαιη όμως ήταν και
αναπόφευκτη, καθώς και η κουλτούρα αυτή αφομοιώθηκε, αλλά κατάφερε να αφήσει το
δικό του πολιτισμικό αποτύπωμα το οποίο άλλαξε και τα πρότυπα της νεανικής
ταυτότητας. Η DIY ηθική, όπως την περιγράφει η Wendy Fonarow σε έρευνές της για
τις ανεξάρτητες σκηνές, δεν εξαφανίστηκε απλά μετατοπίστηκε από τις αποθήκες
που έκαναν τις πρώτες τους συναυλίες στην πόλη που γέννησε το κίνημα στις
μεγάλες οθόνες των μουσικών καναλιών.
Το MTV, college radio, περιοδικά (Rolling Stone, NME, Spin) και η κάλυψη
από mainstream media Μπόρεσαν και
μετατρέψουν μία τοπική σκηνή σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με δικό του αφήγημα
για τη ζωή και κατά συνέπεια και για τη μουσική. Τα αρχεία του MTV και οι
αναλύσεις του περιοδικού Rolling Stone αναδεικνύομαι αυτή τη διαδικασία, δηλαδή
πως η εικόνα του ατημέλητου rocker κατάφερε να γίνει ένα παγκόσμιο σήμα
ταυτότητας και ένας κωδικός για τον κάτω οπαδό της μουσικής αυτής.
Σε όλες αυτές
τις κοινωνικές αλλαγές, η πόλη του Seatle λειτούργησα ως ένα πολιτισμικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο υπήρχε χαμηλό
κόστος ζωής, απομόνωση από την υπόλοιπη και εικονικά φινετσάτη Αμερική, η διασταύρωση
punk/metal/indie σκηνών και όλα αυτά συνοδευόταν από ισχυρά τοπικά δίκτυα
υποστήριξης. Όταν τα μεγάλα μέσα ανακάλυψαν αυτή την πόλη, μέσα από την
φημισμένη ομίχλη της, πλέον η τοπική δυναμική είχε ωριμάσει τέτοιο βαθμό που
μπορούσε να γίνει ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό κεφάλαιο.
Μουσικολογική
Διάσταση: Η Υβριδικότητα ως Καινοτομία
Ουσιαστικά η
ρήση που λέει πως δεν υπάρχει στη φύση παρθενογένεση, ισχύει και στη μουσική.
Αυτό όμως που φαίνεται καινοτομία στη μουσική είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των
ήχων, με τέτοιο τρόπο το να ακούγεται τελείως διαφορετικά. Αλλά πάντα, όχι τόσο
ώστε απλά να ακούγεται εξωγήινο, καθώς αν γίνει αναγνωρίσιμο, αυτό θα γίνει
μετά από κάποιες δεκαετίες. Κατά τον ίδιο τρόπο η grunge πάτησε σε παλιούς ήχους, αλλά το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν κάτι
καινούργιο και προφανώς πιο φρέσκο. Ο συνδυασμός της punk μουσικής,
που περιλαμβάνει την ενέργεια, την απλότητα και DIY ηθική, μαζί με heavy metal
που την χαρακτηρίζουν βαριές κιθάρες, distortion, δυναμική αντίθεση και την indie/folk
στην οποία περιλαμβάνονται μελωδικότητα, ακουστικά στοιχεία, introspective
στίχοι. Η υβριδικότητα αυτή ουσιαστικά έκανε το είδος καινοτόμο και
ριζοσπαστικό, ενώ ο συνδυασμός των ήδη γνωστών ήχων το έκανε κατανοητό καθώς
και προσιτό.
Η δομή καθώς
και η δυναμική του είδους παρουσιάζουν και αυτές αρκετά νέα στοιχεία, όπως
είναι η χρήση quiet/loud dynamics, με επιρροή από Pixies, Butthole Surfers. Αλλά επίσης και
τα ασύμμετρα ρεφρέν, με γραμμικές δομές και μεγαλύτερη για έμφαση στο riff και
στο rhythm section. Έτσι μπορούμε να πούμε πως η μουσική κατά κάποιο τρόπο «αναπνέει»
αντί να «σπρώχνει», δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μία ένταση που
επιτυγχάνεται μέσα από τις αντιθέσεις.
Πολύ σημαντική
καινοτομία επίσης είναι και στην παραγωγή της μουσικής. Ουσιαστικά το grunge απορρίπτει την «γυαλισμένη» παραγωγή, χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80.
Αντί αυτού, προτίμησε raw,
live-sounding ηχογραφήσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nevermind το παρήχθη
από Butch Vig, αλλά διατήρησε την ωμότητα μέσω live takes, ελάχιστων overdubs
και φυσικού room sound. Η μουσικολογική ανάλυση της εποχής, όπως αυτή
καταγράφηκε από τον Jon
Marx στο «Grunge: The Seattle Sound», τονίζει το γεγονός πως η απλότητα που
είχαν οι συγχορδίες μαζί με την έμφαση στην έκφραση βοήθησαν μία ολόκληρη γενιά
ώστε να μπορέσει να οικειοποιηθεί τον ήχο αυτόν.
Αλλά
καινοτομία του είδους είχε να κάνει επίσης και με τα φωνητικά, καθώς και με το
λυρικό μέρος των τραγουδιών. Συχνή εναλλαγή μεταξύ ενός ψιθύρου μου κατέληγε σε
κραυγή, μαζί με την χρήση τις παραμόρφωση στην φωνή ήταν κάτι καινούργιο. Επίσης,
οι στίχοι απέφευγα κάποια σαφήνεια στην αφήγησή τους, δηλώνοντας παράλληλα μία
συναισθηματική αμεσότητα η οποία όμως δημιουργούσε και ασάφεια. Η φράση «δεν
ξέρω τι νιώθω» έγινε το βασικό σύνθημα των fun του είδους.
Από τεχνικής
πλευράς, δημιουργούσα απλές συγχορδίες, μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονταν,
δίνοντας παράλληλα οι περισσότερη έμφαση στην έκφραση παρά σε κάποια μουσική
επίδειξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο ειδικά στην metal μουσική από τα μέσα της
δεκαετίας το ‘80. Τα κουραστικά «μπλιμπλικια», κυρίως από ικανούς κιθαρίστες
αλλά και παράλληλα φιγούρατζήδες, μετατράπηκαν σε απλές μελωδίες οι οποίες
μπορούσαν να επιτρέψουν σε χιλιάδες νέους να μάθουν μουσική δημιουργώντας
παράλληλα και δικές τους μπάντες. Με τον τρόπο αυτό τροφοδοτήθηκε μέσα από τον
μιμητισμό και την δικτύωση, ακόμα μεγαλύτερη διάδοση αυτού του είδους. Η κοινωνιολογία της
υποκουλτούρας, όπως την αναλύει η Deena Weinstein, αναδειχθεί ακριβώς αυτό το
γεγονός πως για αυτή η προσβασιμότητα στην εκτέλεση της μουσικής ήταν αυτοί που
μετέτρεψε το
grunge από τοπικό φαινόμενο σε παγκόσμιο κίνημα.
Ως συμπέρασμα,
μπορούμε να πούμε ως η μουσική grunge δεν κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος είχε ανάγκη
αυτό τον ήχο ακριβώς εκείνη την εποχή. Από οικονομικής πλευράς κατάφερα να
εκμεταλλευτεί την κόπωση της μουσικής βιομηχανίας καθώς και τους μηχανισμούς
για την παγκόσμια διανομή. Αλλά επίσης, από ψυχολογικής πλευράς ήταν η απόλυτη
απάντηση στην ανάγκη τις εποχές εκείνης για αυθεντικότητα, για μία
συναισθηματική κάθαρση και γενικά για σπάσιμο του ταμπού που υπήρχαν στην
προηγούμενη δεκαετία. Όμως, από κοινωνιολογικής πλευράς μπορούσε να ενσαρκώσει
την αντίδραση στον υπερκατατατισμό, ενώ κατάφερε να μετατρέψει μία τοπική υποκουλτούρα
σε μία παγκόσμια ταυτότητα. Η μουσική του απλότητα συνδύαζε κατανοητή δομή με
ηχητική καινοτομία όμως, δημιουργώντας παράλληλα ένα υβριδιακό είδος που ήταν
ταυτόχρονα καινοτόμο και μπορούσε να γίνει και εμπορικά βιώσιμο. Μία έκρηξη της grunge δείχνει ένα κάτι βασικό
που έχουμε ξεχάσει, πως η τέχνη μουσική δεν είναι μόνο τα charts, αλλά επίσης είναι και δημιουργός πολιτισμικού
χάρτη για την κοινωνική εξέλιξη.
Πηγές:
1. Michael Azerrad - Come as You
Are: The Story of Nirvana (Doubleday, 1993)
2. Jon Marx - Grunge: The Seattle Sound (Billboard Books,
1994)
3. Wendy Fonarow - Empire of Dirt:
The Aesthetics and Rituals of British Indie Music (Wesleyan, 2006)
4. Deena Weinstein - Heavy Metal: A
Cultural Sociology (Lexington Books, 1991)
5. MTV Archives & Billboard
Chart Data (1991–1994)
6. Άρθρα & Αναλύσεις σε Journal of Popular Music Studies
(2010–2020)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου