Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Suzi Quatro - Can the Can

 

Ο χώρος της μουσικής, από τα πρώτα χρόνια της, δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος για τις γυναίκες. Αλλά γενικά ο χώρος της κάθε είδους δημιουργίας, είχε τις πόρτες κλειστές ανθρώπου θηλυκού γένους. Αυτό μάλλον οφειλόταν σε γενικά κοινωνικά στερεότυπα, που προεκτεινόταν και στον χώρο της τέχνης γενικά. Ίσως πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση της αδελφής του Mozart, της Nannerl. Παιδί – θαύμα και αυτή, κατά την γνώμη πολλών ειδικών, μεγαλύτερο ακόμα ταλέντο από τον ίδιο τον Amadeus, αλλά…. «η Nannerl είναι κορίτσι και ένα κορίτσι δεν έχει το δικαίωμα να συνθέτει...» όπως γράφει κάποιος για την ταινία του 2010, που αφορούσε την ζωή της. Όμως από την δεκαετία του ’70, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κανονική τους ροή και με την εμφάνιση της ροκ κυρίως, το ταλέντο σταμάτησε να έχει γένος.


Και η κυρία, που από τις πρώτες γυναικείες φωνές, απέδειξε ότι το rocknroll δεν είναι μόνο αντρική υπόθεση, ήταν η Suzi Quatro. Το ντεμπούτο άλμπουμ  της Can the Can του 1973 έκανε παγκόσμια αίσθηση, ανεβάζοντάς την στην κορυφή πολλών charts, αλλά και στον θρόνο της rock’n’roll μουσική.  Και το πιο σημαντικό σκαλοπάτι για τον θρόνο αυτό ήταν το δεύτερο single και το ομώνυμο του άλμπουμ τραγούδι. Η συγκεκριμένη σύνθεση δεν ανήκει στην ίδια, αλλά στους Mike Chapman και Nicky Chinn. Δύο μουσικοί παραγωγοί που είναι υπεύθυνοι για πολλές επιτυχίες και για την μουσική παραγωγή κορυφαίων ροκ άλμπουμ, όπως και στο συγκεκριμένο άλμπουμ του 1973. Παρ’ όλο που οι περισσότερες συνθέσεις, άνηκαν στην ίδια τραγουδίστρια, αλλά και μπασίστρια, πρώτη γυναίκα που έπαιζε αυτό το όργανο και έφτασε στο Νο 1, με αυτό το τραγούδι έκανε την απόλυτη επιτυχία της. Και ουσιαστικά έβαλε την θεμέλιο λίθο για την δημιουργία και άλλων female bands.

Η επιτυχία της αυτή ήταν από τις πιο επιδραστικές στην  ιστορία της ροκ μουσικής, ώστε να δημιουργηθεί ακόμα ένα μεγάλο μουσικό ρεύμα αυτό των γυναικείων γκρουπ. Όπου ο ρόλος μιας μουσικού δεν είναι διακοσμητικός μόνο, αλλά και μπορεί άνετα να ηγηθεί μια μπάντας που ξέρει να ροκάρει. Άλλωστε και ο τίτλος του τραγουδιού είναι ένα είδος ποιητικής αδείας, που γραμματικά και συντακτικά δεν υπάρχει, αλλά προσδιορίζει ότι μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Ο Nicky Chinn συγκεκριμένα αναφέρει ότι το δεύτερο can (μπορώ) επιτείνει την έννοια του μπορώ, πέρα από το πολύ καλό ηχητικό αποτέλεσμα. Επίσης στο ρεφρέν υπάρχει ένα λογοπαίγνιο με την λέξη «can” και όλες τις σημασίες της, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με την σημασία των στίχων. Γενικά ο κόσμος αποδέχτηκε την φράση σχεδόν ασχολίαστα. Η ίδια ερμηνεύτρια όταν άκουσε την δημιουργία των δύο παραγωγών, κατάλαβε κατευθείαν ότι είχε στα χέρια της «κάτι μεγάλο». Η φράση «Can the Can» δεν υπήρχε ως σταθερή έκφραση στην αγγλική γλώσσα πριν το τραγούδι. Οι Chinn/Chapman την επινόησαν συνδυάζοντας δύο στοιχεία: Το ρήμα «to can» στην αργκό σημαίνει «να τα καταφέρεις», «να χειριστείς μια δύσκολη κατάσταση» ή ακόμη και «να απολύσεις/να σταματήσεις κάτι». Η επανάληψη της λέξης δημιουργεί έναν ρυθμικό, σχεδόν κρουστικό ήχο που μιμείται τον παλμό του τραγουδιού.

Ουσιαστικά, ο τίτλος λειτουργεί σαν μανιφέστο: «Μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Μπορείς να σπάσεις το καλούπι». Η Suzi το κατάλαβε αμέσως γιατί η ίδια ζούσε καθημερινά αυτή την πραγματικότητα: μια γυναίκα με μπάσο σε έναν αντρικό κόσμο.

Το πρώτο single από αυτό το άλμπουμ ήταν το τραγούδι Rolling Stone, όμως η μόνο στην Πορτογαλία έκανε κάποια σχετική επιτυχία. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για ένα νέο single και όπως αποδείχθηκε ήταν και πολύ εύστοχη κίνηση. Το τραγούδι, αν και ηχογραφήθηκε με session μουσικούς, ανέβηκε Νο 1 στην Αυστραλία, Γερμανία και στην Βρετανία, χωρίς όμως να πιάσει κορυφή, αλλά ούτε να έχει ιδιαίτερη επιτυχία στην Αμερική.  Παρ΄ όλα αυτά έχει μπει σε αρκετούς καταλόγους με τα πιο σημαντικά τραγούδια του περασμένου αιώνα. το κομμάτι ηχογραφήθηκε με session μουσικούς. Αυτό ήταν η συνήθης πρακτική του ντουέτου Chapman & Chinn στην αρχή της δεκαετίας του ’70, δηλαδή έγραφαν, παρήγαγαν και ηχογραφούσαν τα βασικά όργανα με έμπειρους στούντιο μουσικούς, ενώ ο καλλιτέχνης εστίαζε στα φωνητικά και την ερμηνεία. Η Suzi Quatro, αν και ήδη ικανή μπασίστρια, δεν έπαιξε μπάσο στην αρχική στούντιο εκτέλεση. Ωστόσο, η ενέργεια και η στάση της στο μικρόφωνο ήταν τέτοια που το τραγούδι απέκτησε αμέσως «σώμα». Σύντομα, η ίδια θα αναλάμβανε το μπάσο και στις ζωντανές εμφανίσεις και στις επόμενες ηχογραφήσεις, μετατρέποντας το project από «προϊόν παραγωγής» σε αυθεντική ροκ μπάντα.

Η επιτυχία του «Can the Can» δεν ήταν απλώς εμπορική. Ήταν οπτική και πολιτισμική. Η Joan Jett έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι βλέποντας τη Suzi Quatro στην τηλεόραση να παίζει μπάσο και να τραγουδάει με αυτή την επιθετική, αυτοπεποίθηση, κατάλαβε ότι «μια γυναίκα μπορεί να ηγηθεί ροκ μπάντας». Αυτή η στιγμή αναγνωρίζεται ως καταλυτική για τη δημιουργία των «The Runaways» και, κατ’ επέκταση, για ολόκληρη την punk, riot grrrl και alternative γυναικεία σκηνή των επόμενων δεκαετιών. Χωρίς το «Can the Can», το τοπίο του γυναικείου rock θα ήταν σημαντικά διαφορετικό.

Το promo clip του Can the Can θεωρείται ένα από τα πρώτα «rock video» που έδειχναν γυναίκα με δερμάτινα, με το μπάσο στο χέρι και στάση που δεν ταυτιζόταν με την ως τότε εικόνα μιας γυναίκας που τραγουδάει. Σε μια εποχή που οι γυναικείες φωνές στην ποπ προβάλλονταν συχνά ως «γλυκές» ή «διακοσμητικές», η εικόνα της Quatro ήταν σοκ. Δεν τραγουδούσε για αγάπη με δάκρυα. Τραγουδούσε για δύναμη, για ρυθμό, για παρουσία. Αυτή η οπτική γλώσσα επηρέασε άμεσα την glam rock αισθητική και αργότερα την punk και new wave σκηνή.

Το τραγούδι έχει συμπεριληφθεί σε πολλές λίστες «σπουδαιότερων rock τραγουδιών του 20ού αιώνα» από περιοδικά όπως το «Q», το «Mojo» και το «Classic Rock». Αναγνωρίζεται όχι μόνο για την εμπορική του επιτυχία, αλλά για το ότι «έσπασε το ταμπού του οργάνου», ουσιαστικά πριν τη Suzi, το μπάσο θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά αντρικό πεδίο. Εκείνη το έκανε σύμβολο γυναικείας ροκ δύναμης. Επιπλέον, η φράση «Can the Can» έχει περάσει στην ποπ κουλτούρα ως συνώνυμο του «να τα καταφέρεις απέναντι σε όλες τις αντιξοότητες».



Jacek Henryk Maniakowski

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου