Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Γιατί ακούμε metal ή punk μουσική; Η επιστήμη πίσω από την μουσική επιλογή

Ίσως από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που έχουμε βασανίσει τους φιλοσόφους και επιστήμονες είναι κατά πόσο έχουμε ελεύθερη βούληση να επιλέγουμε, να αποφασίζουμε ουσιαστικά τι θα συνοδεύσει στη ζωή μας και για το υπόλοιπο της. Από τι θα ασχοληθούμε από την παιδική μας ηλικία ως με ποιον άνθρωπο θέλουμε να τελειώσουμε τη ζωή μας, από το να επιλέξουμε τι φαγητό μας αρέσει ως και τη μουσική θα ακούσουμε. Η βούληση η δικιά μας δεν είναι ακριβώς ελεύθερη, ίσως κάποιες στιγμές μπορεί να γίνει αλλά στην ουσία, είναι πολλοί άλλοι παράγοντες που μας οδηγούν να κάνουμε οποιαδήποτε επιλογή. Και η μουσική, όπως σε κάθε πτυχή της ζωής μας, δεν αποτελεί καμία εξαίρεση.



Δεν ακούμε τη μουσική τυχαία. Δεν πατάμε κάποιο κουμπί επειδή απλά μας αρέσει ο ήχος, αλλά η επιλογή ενός μουσικού είδος είμαι μια πράξη το οποίο ορίζει την ταυτότητά μας, αλλά παράλληλα και μια νευροβιολογική αντίδραση καθώς και μια κοινωνική δήλωση και σίγουρα δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε και την ψυχολογική ανάγκη. Και το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και η επιστήμη, δηλαδή πώς η μουσική που ακούμε, ειδικά για κάποια είδη όπως είναι η metal και η punk, είναι αποτέλεσμα ενός σύνθετου πλέγματος παραγόντων και αίτιων τα οποία ξεκινούν από τον εγκέφαλο και φτάνουν ακόμα και στην κουλτούρα.

H ακρόαση της μουσικής καταφέρνει να ενεργοποιεί το σύστημα που σχετίζεται με την ανταμοιβή του εγκεφάλου, γεγονός το οποίο απελευθερώνει την ντοπαμίνη, δηλαδή την ουσία η οποία σχετίζεται με την ευχαρίστηση από το φαγητό, το σεξ ή ακόμα και το χρήμα. Μελέτη του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης έδειξε ότι η χορήγηση λεβοντόπα (πρόδρομος της ντοπαμίνης) κατάφερε να αυξήσει την απόλαυση από τη μουσική, ενώ επίσης η ρισπεριδόνη (ανταγωνιστής ντοπαμίνης) την περιόρισε σημαντικά. Η μελέτη αυτή λοιπόν, αποδεικνύει πως η μουσική απόλαυση έχει και βιολογική βάση και δεν αποτελεί απλά ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα.

Η metal και η punk, αν και πολλές φορές θεωρούνται επιθετικά είδη με αρνητική διάθεση, παρόλα αυτά προκαλούν έντονη συναισθηματική διέγερση και σαν συνέπεια βοηθούν στην εκτόνωση του άγχους, της οργής καθώς και της απογοήτευσης. Μέσα από τις μελέτες έχει αναδειχθεί το γεγονός πώς οι ακροατές και φίλε αυτών των ειδών μπορούν να βιώσουν πολύ θετικά συναισθήματα, παρόμοια με εκείνα τα οποία προκαλούνται από μουσικά είδη που είναι πιο ήπια ή αλλιώς πιο εύπεπτα. Η μουσική καταφέρνει να γίνεται ένα εργαλείο της συναισθηματικής ρύθμισης, καθώς και η επιλογή της τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητη αλλά ταυτόχρονα και στοχευμένη. Δηλαδή, από τη στιγμή που ακούμε metal μουσική, δεν βιώνουμε κάποιον θυμό, αλλά αντίθετα νιώθουμε εκτόνωση. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την punk μουσική, όπου κατά τη διάρκεια της ακρόασης της δεν απορρίπτουμε, αλλά επαναπροσδιορίζουμε.



Στην επιλογή της μουσικής που ακούμε, σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η προσωπικότητα. Οι οπαδοί της metal και της punk έχουν την τάση να είναι πιο ανοιχτοί σε οποιαδήποτε εμπειρία και παράλληλα κρατούν αρνητική στάση απέναντι σε μια συντηρητική εξουσία, έχουν ανάγκη για μοναδικότητα και επίσης πολύ χαμηλά επίπεδα αναζήτησης κάποιας θρησκευτικής ομαδοποίησης. Μελέτη του Swami το 2013 ανέδειξε το γεγονός πως η μεταλλάδες πολλές φορές έχουνε πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά ως αντίβαρο χρησιμοποιούν τη μουσική σαν έναν χώρο αυτοεπιβεβαίωσης καθώς και ταύτισης. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται όχι απλά ένα καταφύγιο, αλλά ένας καθρέφτης της κάθε προσωπικότητας. Και σε τελική ανάλυση, δεν ακούμε την metal επειδή νιώθουμε θυμό, αλλά γιατί προσπαθούμε και θέλουμε να είμαστε αληθινοί.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η κοινωνική πλευρά της προτίμησης μας για τη μουσική ως ένα κοινωνικό σήμα. Μια έρευνα των Clark & Lonsdale το 2023 απέδειξε πως η προτίμηση για μια πιο έντονη και επαναστατική μουσική έχει άμεση σχέση με πολύ υψηλή συλλογική αυτοεκτίμηση, δηλαδή οι ακροατές της νιώθουν υπερήφανοι για την ομάδα στην οποία ανήκουν και ταυτίζονται με αυτήν. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται ένα badge of identity, δηλαδή ένα σύμβολο για το ποιος είμαι και πού ανήκω. Η ταύτιση αυτή δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αλλά είναι μια δήλωση, μια φωνή, καθώς και η πίστη σε μια κοινότητα.

Η βία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση όχι μόνο της προσωπικότητας του καθένα, αλλά και για την διαμόρφωση της μουσικής ταυτότητας. Η μουσική την οποία ακούμε μεταξύ 12 και 22 ετών αφήνει ένα ανεξίτηλο στίγμα, παράλληλα λειτουργώντας ως μουσικό imprinting το οποίο δύσκολα μπορεί να αλλάξει αργότερα. Η metal και η punk, με την ένταση και την ειλικρίνεια της, αλλά γενικά με την αντικομφορμιστική τους φύση, βρίσκουν το πιο εύκολο σημεία επικοινωνίας με την ψυχολογία ενός έφηβου, δηλαδή την ανάγκη για ανεξαρτησία, την αμφισβήτηση και την δημιουργία της ταυτότητάς του. Δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός πως οι πρώτες μπάντες που αγαπήσαμε στην εφηβεία, συνεχίζουμε να τις αγαπάμε για πάντα. Είναι οι πρώτες φωνές οι οποίες με τις νότες τους είπαν την πιο όμορφη κουβέντα σε φιλικές ψυχές: «είσαι εντάξει έτσι όπως είσαι».



Καλά στην επιλογή της μουσικής, καθοριστικό ρόλο έχει το περιβάλλον καθώς και η πολιτισμική έκθεση. Από τη στιγμή που έχουμε μεγαλώσει σε κοινότητες μέσα στις οποίες η punk ή η metal έχουν μια αισθητή παρουσία, είναι πολύ πιθανόν κράτησε ενσωματώσουμε ως ένα μέρος της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Σε όλα αυτά προστίθεται και η γεωγραφία ως ένας ακόμα παράγοντας ο οποίος συμβάλλει στην επιλογή της μουσικής που ακούμε. Οι μελέτες έχουν δείξει πως η μουσικές μας ρίζες διαμορφώνονται πολύ νωρίς και παραμένουν σταθερές, ακόμα και αν έχουμε αλλάξει ριζικά πολιτισμικά μας περιβάλλοντα. Έτσι λοιπόν, η μουσική δεν είναι μόνο μια προσωπική επιλογή, αν αποτελεί επίσης και μια πολιτισμική μνήμη. Ουσιαστικά είναι ένα είδος soundtrack της γειτονιάς, της παρέας, της πρώτης συναυλίας. Είναι αυτή που κρατάει και τις παιδικές μας μνήμες, μαζί με τα αισθήματα μας, ακόμα ζωντανά.

Έχει πλέον αποδειχτεί πώς η μουσική έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ένα εργαλείο για την κατανόηση του εαυτού, ουσιαστικά μπορεί να γίνει ένα κλειδί αυτογνωσίας. Από τη στιγμή που ακούμε ένα τραγούδι το οποίο μας φέρνει κάποια συγκίνηση,  δεν είναι μόνο οι νότες που μας τη φέρνουν, αλλά ουσιαστικά ακόμα τον εαυτό μας. Η metal και η punk, με την ωμή ειλικρίνεια, στα όρια του κυνισμού, την άρνησή της για κάποιο είδος τι φτιασιδώματος, την αποδοχή του σκοτεινού και του ομιχλώδους, καταφέρνει να μας προσφέρει αυτό που λίγα είδη μπορούν, δηλαδή την αίσθηση πως δεν είμαστε μόνοι. Γιώργη μπορεί μετά να μετατραπεί σε ήχο, η αμφισβήτηση σε αριθμό καθώς και η μοναξιά έχει τις λέξεις της οι οποίες αποτυπώνονται στους στίχους.



Οι πιο πρόσφατες έρευνες δεν στοχεύουν να ακυρώσουν τη μαγεία που έχει η μουσική, αλλά ίσα ίσα προσπαθούμε να την εξηγήσουν, καθώς και να την αναδείξουν. Ουσιαστικά προσπαθούν να το γεγονός πως η επιλογή ενός είδους μουσικής αποτελεί μια πράξη βαθιά ανθρώπινη, αλλά επίσης και βαθιά πολιτισμική. Όλο αυτό έρχεται μα να δείξει το γεγονός πως δεν ακούμε metal επειδή είμαστε «σκληροί καριόληδες», δεν ακούμε απλά την πανκ επειδή είμαστε αντιδραστικοί. Ακούμε τα ίδια αυτά γιατί καταφέρνουν να μας επιτρέψουν, αλλά ίσως και να μας ωθήσουν λίγο περισσότερο, στο να είμαστε αληθινοί και πιο κοντά στον εαυτό μας, ουσιαστικά να είμαστε εμείς. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται και μέσα από τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες.

Η μουσική ουσιαστικά αποτελεί έναν τρόπο της ύπαρξης, είναι η σωκρατική μύγα η οποία προσπαθεί να τσιμπήσει, όχι για να βλάψει αλλά για να αφυπνίσει. Είναι η φωνή του Smith που σταματά πριν τον τερματισμό. Είναι το “I get knocked down, but I get up again”. Είναι το “God Save the Queen” που δεν σώζει τίποτα. Είναι το “Master of Puppets” που κόβει τα νήματα. Είναι το “Holiday in Cambodia” που δεν είναι καθόλου διακοπές. Είναι το “Roots Bloody Roots” που φωνάζει για καταγωγή και αντίσταση.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως η μουσική δεν είναι η επιλογή του ήχου, αλλά η επιλογή της ταυτότητας. Και σε αυτό συμφωνεί και η επιστήμη με τις σύγχρονες έρευνες της, επιβεβαιώνοντας το γεγονός πως οι ακροατές και οι φίλοι αυτών των ειδών το γνωρίζουν ήδη πώς η μουσική δεν είναι απλά η διασκέδαση. Είναι ένα τρόπος να υπάρχουμε και να θυμόμαστε, αλλά επίσης και να ζούμε σε ένα αντί-κόσμου. Έχοντας τις μνήμες μας, όχι μόνο στο μυαλό μας αλλά και στην καρδιά μας και ταυτόχρονα αντιστεκόμαστε με νότες. Να δημιουργούμε κοινότητες μέσα από τους ήχους και τις νότες, οι οποίες δεν ζητούν κάτι εμείς ή έγκριση άλλα προσφέρουν απλόχερα ένα καταφύγιο. Η metal και η punk δεν αποτελούν απλά μουσικά είδη, αλλά είναι ο τρόπος και το μέσον να μπορείς να υψώσει τη φωνή σου από τη στιγμή που δεν σε ακούει κανείς. Είναι ένα είδος που δεν αρκούνται στο να χαϊδέψουν, αλλά προσπαθούν να αφυπνίσουν. Ουσιαστικά αποτελεί το καλύτερο τεκμήριο στο αξίωμα πως η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι απλά όμορφη, για να μπορεί να είναι αληθινή.

Η επιστήμη, μέσα από τις μελέτες της, τις αναφορές της στους νευροδιαβιβαστές, τις συγκριτικές τις στατιστικές και όποιους τρόπους χρησιμοποιεί για να τη εξερευνήσει, δεν αφαιρεί το μυστήριο της μουσικής, αλλά έρχεται για να δείξει προς αυτό το μυστήριο έχει πολύ βαθιές ρίζες, όχι μόνο στην ψυχή, αλλά και στον εγκέφαλο και στην ίδια την κοινωνία που ζούμε. Έρχεται να αποδείξει πως η επιλογή να ακούσουμε ένα τραγούδι δεν προέρχεται από ένα ρηχό «μου αρέσει», αλλά ουσιαστικά βασίζεται στο «με εκφράζει», «με σώζει», καθώς και «μου θυμίζει ποιος είμαι πραγματικά».



Και από τη στιγμή που η επιλογή της μουσικής είναι η metal ή η punk, τότε μιλάμε πολύ περισσότερο από μουσική, είναι μια βουτιά στην ίδια την ψυχή μας. Ουσιαστικά μιλάμε για μια «αντίσταση στην ομοιομορφία», για την «αποδοχή του σκοτεινού» ως ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού μας και τέλος για την «ανάγκη να ακουστείς χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτα». Η επιλογή αυτών των 2 ειδών ουσιαστικά είναι μια κραυγή, ως η ασβέστη φλόγα σε κάποιον ναό του ζωροαστρισμού, η οποία δεν σβήνει ποτέ, μια οργή η οποία δεν ξεχνά ποτέ και μια συλλογική μνήμη την οποία κανένας δεν μπορεί να υποτάξει.

Κάθε μουσικό είδος αποτελεί ένα σύμβολο, η metal και η punk είναι τα πιο ειλικρινή σύμβολα που έχουμε. Είναι μουσικά ρεύματα τα οποία δεν προσφέρουν προσδοκία κάποιας λύτρωσης, ούτε ουσιαστική παρηγοριά, αλλά απλόχερα δίνουν την αλήθεια, η οποία πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευχάριστη, όμως είναι πάντα απαραίτητη. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέγουμε αυτά τα είδη, όχι επειδή μας απαλύνουν τον πόνο και μας κάνουν να νιώθουμε καλά, αλλά επειδή μας κάνουν να νιώθουμε πραγματικά. Και σε αυτό τον τομέα, η επιστήμη δίνει απλόχερα τα δεδομένα της πήγε να το επιβεβαιώσει. Δεν είμαστε απλοί παθητικοί ακροατές, αλλά είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων με τη μουσική να είναι ο ρυθμός μας που ταιριάζει με τον χτύπο της καρδιάς.

 

Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές: 

- [Clark & Lonsdale (2023) – Music preference, social identity, and collective self-esteem](https://journals.sagepub.com/doi/pdf/10.1177/03057356221126202) 

- [Futura Labs – Psychology of Music Genres](https://futuralabs.tech/blog/music/psychology-of-music-genres-6-reasons-why-we-love) 

- [Swami et al. (2013) – Personality and Preference for Heavy Metal](https://www.apa.org/pubs/journals/features/aca-a0034493.pdf) 

- [Verywell Mind – Music Preferences and Personality](https://www.verywellmind.com/music-and-personality-2795424) 

- [Neuroscience News – The Neuroscience of Musical Tastes](https://neurosciencenews.com/music-taste-neuroscience-25588/) 

- [Frontiers in Psychology – Neural Correlates of Emotion Regulation and Music](https://www.frontiersin.org/journals/psychology/articles/10.3389/fpsyg.2017.00501/full) 

- [PNAS – Dopamine modulates the reward experiences elicited by music](https://www.pnas.org/doi/pdf/10.1073/pnas.1811878116)


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Siva Six - Until Death Reunites Us (Dawn Of Days)

 Στην ταινία Enemy Mine με τον Dennis Quaid και Louis Gossett, Jr. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, υπάρχει ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο εχθρούς, γήινος ο πρώτος και εξωγήινος ο δεύτερος. Οι δύο τους σε μια αερομαχία τους, συντρίβονται  σε έναν άγνωστο πλανήτη και αναγκαστικά προσπαθούν να συνυπάρξουν, είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν. Το εξωγήινο είδος, έχει μόνο ένα φύλο και μόλις φτάσει το πλήρωμα του χρόνο… απλά αναπαράγονται. Κάτι τέτοιο φάνηκε δυσνόητο στον γήινο, οποίος σκέφτηκε μάλλον πονηρά. Αλλά την απάντηση την είχε ο έτερος ήρωας της ταινίας: εσείς οι γήινοι για να ολοκληρωθείτε χρειάζεστε το δεύτερο σας μισό, το οποίο το αναζητείτε όλη σας την ζωή και δεν μπορείτε τις περισσότερες φορές να το βρείτε, εμείς ολοκληρωνόμαστε μόνοι μας.



Και η ολοκλήρωση είναι η ανακάλυψη του εσωτερικού μας εαυτού και σε αυτό το ταξείδι δε μπορούμε να είμαστε ποτέ μόνοι. Και οι άνθρωποι που συναντάμε, είναι σαν σταυροδρόμια που μας δίνουν ακόμα μια ευκαιρία να βρούμε το άλλο μας μισό.

Ο Ζ, μας αφηγείται: «Σκεφτόμουν για αρκετό καιρό ότι θα ήθελα να κάνω ένα αργό και συναισθηματικά φορτισμένο τραγούδι ,όταν άρχισα να συνθέτω το  Until Death Reunites Us  (Dawn Of Days) συνειδητοποίησα ότι αν και ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη εμπειρία σε τέτοιου είδους φόρμες ,σχετικά γρήγορα είχα μπει στην ουσία και όλα έτρεχαν γρήγορα.

Δεν είχα διλλήματα ούτε ιδιαίτερους προβληματισμούς ως συνήθως, το τραγούδι κατάφερε από την αρχή να με κάνει « οπαδό» του και να ευχαριστιέμαι κάθε στιγμή που καταπιανόμουν με αυτό ,όσο τραγική η σκοτεινά ερωτική να είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ακούγοντας το, εγώ ένιωθα χαρούμενος για αυτό που έβγαινε ,αυτό που άκουγα.»

Το τραγούδι βρίσκεται στο 4ο άλμπουμ του Electro/ Industrial ντουέτου των Siva Six από την Αθήνα, του “Dawn of Days“ και κυκλοφόρησε το 2016, λίγους μήνες με την μετακόμισή τους στη Λειψία της Γερμανίας, όπου έχουν πλέον την έδρα τους. Είναι ένα από τα 3 τραγούδια του άλμπουμ, όπου συνεργάζονται με τον G.Diamantopoulos.

Η δημιουργία είναι, όταν εκπληρώνει τον σκοπό της είναι κάτι αυτόματο, σαν ανάσα. Όπως ακριβώς είναι και αυτόματη, αλλά όχι μηχανική, η αναζήτηση της ίδιας της ψυχής μας, με έναν τελείως τρόπο φυσικό.

Και συνεχίζει ο Ζ, η φωνή και η ψυχή του ντουέτου να μας διηγείται: «Η ιστορία πίσω από το κομμάτι είναι αληθινή αλλά και ταυτόχρονα μεγάλη για να την γράψω, αν όμως πρέπει να εξηγήσω σε κάποιον με τι έχει να κάνει όσο πιο περιληπτικά γίνεται, θα πω ότι στην ζωή κάθε ανθρώπου υπάρχουν σταυροδρόμια και αποφάσεις που δεν παίρνουν αναβολή , πισωγυρίσματα δεν επιτρέπονται στην μάχη.

Υπάρχουν πράξεις που αφήνουν πίσω το εγώ και απλώνουν το χέρι στο Φως τις δύναμης ,με πίστη, με αγώνα και με σύντροφο την αληθινή αγάπη περπατάς και ελπίζεις .»

Ίσως και αυτή η αναζήτηση μας κρατά ζωντανούς, ένα ένστικτο επιβίωσης, που γίνεται ένα εσωτερικό ταξείδι.

«Δεν υπάρχει Άλλος τρόπος από το να παλέψεις με τα πιο τρομακτικά τέρατα για να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός , ο μεγαλύτερος αγώνας που έχεις να δώσεις στην ζωή αυτή είναι με τον ίδιο σου τον εαυτό, πρέπει πάση θυσία να τα καταφέρεις και να μην σκύψεις το κεφάλι στην σκοτεινή πλευρά που περιμένει να μαζέψει άλλη μια τσακισμένη ψύχη.»

«Το  Until Death Reunites Us  είναι ένα τραγούδι που μιλάει για αγώνα και για αγάπη που στο τέλος του δρόμου το αντίτιμο είναι η ψυχή.»Και η σκοτεινή πλευρά δεν είναι παρά η παραίτηση από αυτήν την αναζήτηση. Η ταύτιση  του εαυτού με μια μηχανική, χωρίς νόημα ζωή. Επαναλαμβανόμενη ρουτίνα, που απλά συντηρεί την βιολογική μας υπόσταση, μακριά από την ίδια την ψυχή μας. Σαν ανταλλακτικά μιας τεράστιας μηχανής, που απλά καταστρέφει…

 


Jacek Henryk Maniakowski

Μαύρη Μαγιονέζα - Περιπολικό

 

Πως μπορείς να κλειδώσεις κάπου τις νότες; Δεν έχουν βρεθεί χειροπέδες ακόμα για αυτές. Ούτε και καμιά φυλακή μπορεί να τις κρατήσει. Πάντα είναι ατίθασες και δραπετεύουν εύκολα. Είναι η φύση τους να βρίσκουν έρωτα εκεί που υπάρχει πόνος, σπάζοντας κάθε αλυσίδα προκατάληψης. Να δίνουν ανάσα εκεί που η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Αλλά και κει που δάκρυα ρέουν άφθονα είτε από δακρυγόνα είτε εξαιτίας του πόνου, θα μείνουν αμέτοχες, χωρίς να σκουπίσουν κάποιο δάκρυ, αν δεν σβήσουν πρώτα τα δακρυγόνα και να αφανίσουν το πόνο που τα δημιούργησε.



Και για να μην μακρηγορούμε:  

τι θα πούμε, αν δεν πούμε

δεν μπορούμε άλλο πια

ξημερώνει ήρθε η ώρα

να σε πάρω αγκαλιά.

Αυτό μας λένε οι Μαύρη Μαγιονέζα μέσα στους στίχους του τραγουδιού τους «ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ» και σε ska-punk ρυθμό και με νότες που δεν κλείνονται πουθενά συνεχίζουν στο ρεφρέν:


Ω, ω! Μες το περιπολικό

Ω, ω! Θα σου πω πόσο σ’ αγαπώ

Ω, ω! Γύρνα τους την πιπίλα

Ω, ω! Σήκω και μίλα

Το τραγούδι λοιπόν, δημιουργία όλου του συγκροτήματος, βρίσκεται στο 4ο άλμπουμ τους το «Καλή Όρεξη» του 2007, αν και γράφτηκε 1-2 χρόνια πριν. Και όπως μας αποκαλύπτει ο Ανδρέας Ασημακόπουλος, η ψυχή της μπάντας, οι στίχοι και η μουσική γράφτηκαν παράλληλα: «όταν μια γάτα περπατά η ουρά κινεί το κεφάλι ή το κεφάλι την ουρά; Και τα δύο πάνε μαζί, η γάτα κινείται ολόκληρη» και κάπως έτσι γράφονται και τα τραγούδια όπως και αυτό. Το τραγούδι αγκαλιάζει τις ska-punk επιρροές του συγκροτήματος με γρήγορο ρυθμό, το χαρακτηριστικό για το είδος παίξιμο με «άρσεις» της κιθάρας, σαμπλαρισμένα πνευστά και χαρούμενο vibe.

Όσο αφορά το λυρικό μέρος, οι πάντα επίκαιροι «Μαύρη Μαγιονέζα» περιγράφουν τα γεγονότα πριν πάνω από μια δεκαετία, τα οποία δυστυχώς είναι πιο επίκαιρα από ποτέ: «Οι στίχοι είναι ως συνήθως καυστικοί και αναφέρονται στην βίαιη καταστολή διαδηλώσεων, ουσιαστικά της λαϊκής φωνής, από την εκάστοτε κυβέρνηση για πολιτικό-οικονομικούς λόγους. Ένα φαινόμενο που άρχισε να γίνεται έντονο στα μέσα της δεκαετίας των 00s, όπου γράφτηκε και το τραγούδι, και έχει πλέον σχεδόν εδραιωθεί στις μέρες μας. Ένα, από ότι φαίνεται, δυστυχώς διαχρονικό τραγούδι για το πώς αντιδρά η εξουσία στη δίψα των λαών για καλύτερες συνθήκες ζωής και ελευθερία.»

Αλλά ένα τραγούδι ερμηνεύεται πάντα, κατά ελεύθερη βούληση, φτάνει να χορεύεται, όπως ξέρει ο καθένας. Και ακούγεται όπως θέλει ο καθένας, πολλές φορές απλά ακολουθώντας τις σκέψεις των άλλων, βρίσκει κανείς τις δικές του. Τα βήματα του χορού να ακολουθούν τις νότες. Και το τραγούδι αυτό δεν κάνει εξαιρέσεις, όπως όλα τα τραγούδια του συγκροτήματος, κινεί τα πόδια μόνο με τις νότες τους. Αλλά και οι στίχοι είναι πάντα ικανοί να ξεσηκώσουν και τον νου, να χορέψει τον χορό της σκέψης και των ιδεών.

Το τραγούδι αγαπήθηκε από το κοινό της Θεσσαλονίκης και κριτικούς, ήταν για αρκετές εβδομάδες στο top-10 του 1055rock, και εκτελέστηκε ζωντανά από το συγκρότημα σε πάμπολλες συναυλίες, αλλά και σε τηλεοπτικές εμφανίσεις (Mad TV, ράδιο Αρβύλα). Στο tour για το «Καλή Όρεξη» υπήρχε πάνω από τον ενισχυτή του μπάσου ένας αστυνομικός φάρος περιπολικού, ο οποίος άναβε όταν παιζόταν το τραγούδι.  

Το περιπολικό μπορεί να είναι και συμβολικό, είναι αυτό που μπορεί να φυλακίσει τις ίδιες τις σκέψεις, ιδέες και τα συναισθήματά μας. Είναι και αυτό δικό μας δημιούργημα και οι χειροπέδες δεν είναι παρά οι ίδιες οι αγκυλώσεις μας. Μια αγκαλιά είναι όμως είναι αρκετή, για να μπορούμε να ακούσουμε τις «σκέψεις των άλλων» και να τις κατανοήσουμε.



Jacek Henryk Maniakowski

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Rock - e - pedia : Krautrock

 

Όταν καταφέρνεις να μετατρέψεις σε πλεονέκτημα σου χαρακτηριστικό για το οποίο σε κοροϊδεύει όλος ο κόσμος, τότε είσαι έτοιμος να γράψεις ιστορία.


Krautrock ( επίσης λέγεται και kosmische Musik ή cosmic music)

 

Πως ακούγεται: Σαν αποτέλεσμα ενός οργίου ανάμεσα σε  psychedelic rock, electronic music, experimental rock και avant-garde, με τις funk και jazz  να συμμετέχουν περιστασιακά σε αυτό.



Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι από τα πιο επιδραστικά μουσικά ρεύματα στην ευρωπαϊκή μουσική και υπεύθυνο για την δημιουργία πολλών νέων ειδών της rock & metal, όπως και για την εξέλιξή τους.  

Γιατί όχι: γιατί μουσική με όνομα λάχανου, εμπνευσμένο από λάχανο τουρσί, μπορεί να ακούγεται… ξινό. Παρ’ όλο που κάνει καλό για το συκώτι.

Που; Δυτική Γερμανία (μετά σε όλη πια Γερμανία)

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’60 αρχές ’70.

Ποιοι; Βασικά η ονομασία ξεκίνησε από την Αγγλία στο τέλος του Α’ΠΠ και λέξη Kraut σημαίνει λάχανο και υπονοεί το ξινολάχανο, φαγητό πολύ διαδεδομένο στην κεντρική Ευρώπη. Στον Β’ΠΠ οι Αμερικανοί στρατιώτες αναφερόταν στου Γερμανούς με αυτόν τον όρο, οποίος δεν εγκατέλειψε ποτέ την Αγγλία. Ουσιαστικά οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, όπως ο John Peel, αλλά και μουσικά έντυπα, όπως το Melody Maker, αναφερόταν με αυτόν τον όρο κοροϊδευτικά σε γερμανικές μπάντες. Παράλληλα τους ενθουσίαζε και ο ήχος τους. Το 1973 οι Faust βγάζουν ένα 12-λεπτο τραγούδι με το τίτλο «Krautrock» επικυρώνοντας ουσιαστικά το μουσικό είδος, αν και ήδη το προηγούμενο τους άλμπουμ  Faust So Far κατοχύρωσαν το είδος ηχητικά. Πιο πριν οι μουσικοί όπως  Dieter Moebius, και μπαντες όπως οι Cluster και Harmonia, ακολουθώντας το επαναστατικό κλίμα του 1968, ήθελαν να δώσουν και μουσική υπόσταση σε αυτό.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Neu!, Can, Kraftwerk, Ash Ra Tempel, Popol Vuh, Amon Düül II, Tangerine Dream και την Τριλογία του Βερολίνου του David Bowie



Μέρες δόξας:  δεκαετία του ‘70 ως τα μέσα δεκαετίας του ’80, αλλά συνεχίζει μέσα από τα είδη που ενέπνευσε. Οι Kraftwerk ακόμα και σήμερα γεμίζουν στάδια.

Κόκκινη κάρτα: Υπερβολικά τάση προς εκκεντρικές συμπεριφορές με πιο χαρακτηριστικό το γεγονός, όπου οι Kraftwerk έβαλα ρομπότ να παίξουν στην θέση τους. Η υπερβολή ακόμα και σε πειραματισμούς.

Με τι μπερδεύεται; Με ηλεκτρονική μουσική, post-rock και πολλές φορές μπερδεύει για τι ακριβώς μπορεί να ακούσει ο ακροατής.

Τι λες στον άσχετο; Γερμανικά ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια με μια ηλεκτρική κιθάρα να ακούγεται στο βάθος.


Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Kawaii metal

 

Ένα κουτάβι λιονταριού δείχνει χαριτωμένο, αλλά όταν μεγαλώσει δεν θέλεις να βρεθείς στα δόντια του.


Kawaii metal (επίσης συναντάται σαν  idol metal, cute metal ή  kawaiicore)

 

Πως ακούγεται: σαν ένα 6-χρονο να κάνει καραόκε σε Rammstein και Slipknot ταυτόχρονα. Σαν μίξη γιαπωνέζικης  ποπ με heavy metal ή ακόμα σαν τραγούδια από Anime & Manga σε πολύ πιο metal εκτέλεση. Χαριτωμένο γενικά.



Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι καινούργιο, χαριτωμένο και φρέσκο. Και γιατί έχουν εντυπωσιακή σκηνική παρουσία. Επίσης ιερά τέρατα της heavy metal έχουν εκφραστεί με θετικά σχόλια για το είδος.

Γιατί όχι: Γιατί δεν είσαι πια 15 χρονών, γιατί ακούγεται πολύ γιαπωνέζικο και καθόλου μπρουτάλ. Επίσης επαναλαμβάνεται συνέχεια το ίδιο μοτίβο.

Που; Ιαπωνία και κατακτάνε και τις Η.Π.Α και όλο τον κόσμο.

Πότε; Αρχές δεκαετίας 2010

Ποιοι;  Ορόσημο θεωρείται το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ των Babymetal στις αρχές  του 2013. Επίσης Ladybaby και Aldious θεωρούνται μπροστάρηδες του είδους.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Την (τους) Αμερικανίδα (-άνους) Poppy, Ironbunny, Band-Maid, Passcode, Doll$Boxx, Dazzle Vision, Necronomidol, DESURABBITS, Deadlift Lolita, FruitPochette



Μέρες δόξας: έρχονται … γενικά είναι αναδυόμενο είδος

Κόκκινη κάρτα:  Υπερ-προβολή και υπερβολική εμπορική εκμετάλλευση καθώς απευθύνεται σε εφηβικό κοινό, άρα και άμεσο χρήμα. Δεν ανταποκρίνεται ποιοτικά σε σχέση με την προβολή του.

Με τι μπερδεύεται; Με παιδικά τραγούδια σε κάποιο παιχνίδι μαζί με τον γείτονα που εξασκείται στην κιθάρα την ίδια ώρα. Με industrial, Death growl, Japanese idol

Τι λες στον άσχετο; Σαν μουσικό θέμα από τα Ιαπωνέζικα Anime που βλέπεις το Σ/Κ πρωί στην τηλεόραση.


Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Rock - e - pedia : Japanoise

 

Η φύση μπορεί να μετατρέψει ένα ταπεινό κάρβουνο σε ένα φωτεινό διαμάντι, ο μουσικός τους ταπεινούς ήχους σε μια όμορφη ακουστική αρμονία.


Japanoise (γνωστό και σαν ジャパノイズ, Japanoizu)

 

Πως ακούγεται: Σαν να ψάχνεις σε αναλογικό ραδιόφωνο από το Λεσότο της Ν. Αφρικής για την αγαπημένη σου εκπομπή από σταθμό βόρεια του Αρκτικού Κύκλου, που εκπέμπει μόνο στα μεσαία (ΑΜ) και ενδιάμεσα να βρίσκεις άλλους σταθμούς με παραδοσιακή μουσική των χωρών τους. Βασικά είναι θόρυβος που παλεύει να γίνει μουσική. 



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί θες να αποκτήσεις ημικρανία για να αποφύγεις  σεξ αγγαρείας με την/τον σύζυγο. Στην πραγματικότητα για του ηχητικούς πειραματισμούς του, τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσεις όταν φτιάξεις μπάντα πρωτοπόρου ήχου.

Γιατί όχι: Γιατί ακούσαμε την Γιόκο Όνο να τραγουδάει και μας έχει στοιχειώσει. Γιατί υπάρχει πολύς θόρυβος ανάμεσα στην (λίγη) μουσική

Που; Ιαπωνία

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’70. Αν και ημερομηνία ορόσημο είναι 8 Μαΐου του 1960 όταν 6 νεαροί Ιάπωνες μουσικοί δημιούργησαν τους Group Ongaku και ηχογράφησαν μαζί με παραδοσιακά μουσικά όργανα και ηλεκτρική σκούπα, πιάτα, παλιό ραδιόφωνο και διάφορα άλλα θορυβώδη αντικείμενα. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, το αποτέλεσμα της ηχογράφησης το επιτάχυναν για να υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη παραμόρφωση.

Ποιοι; Ο Merzbow, ο οποίος πήρε σαν πρότυπο το 5ο άλμπουμ του Lou Reed «Metal Machine Music» και πήγαν ακόμα περισσότερο στην  … άκρη, τον ήδη ακραίο ήχο του, αλλά και δημιούργησαν νέο είδος.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Hijokaidan, Boredoms, C.C.C.C., Incapacitants, KK Null, Yamazaki Maso, Solmania, K2, The Gerogerigegege, Mayuko Hino και Hanatarash.



Μέρες δόξας:  έχει το κοινό του και εκτός της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου, κυρίως σε λάτρεις μουσικού πειραματισμού

Κόκκινη κάρτα: Ο στόχος της μουσικής είναι αρμονία ήχων, όχι η δυσαρμονία τους. Η υπερβολή του πειραματισμού δεν οδηγεί αναγκαστικά στην μουσική πρωτοπορία. 

Με τι μπερδεύεται; Με παλιά ηλεκτρική σκούπα ή δαιμονισμένο ενισχυτή. Με noise rock, αλλά χωρίς το rock. Ίσως με Power noise και Onkyokei

Τι λες στον άσχετο; Κάτι σαν ηλεκτρική σκούπα μαζί με μπλέντερ Κυριακή πρωί στις 8 το πρωί μετά από ξέφρενη νύχτα, που αποτέλεσε και την αιτία ενός διαολεμένου hangover.  

Jacek Henryk Maniakowski

Corey Taylor - X-M@$

 

Η ιεροποίηση του χρόνου είναι μια διαδικασία η οποία συνεπάγεται με την αντίληψη των κύκλων του. Και μέσα σε όλους αυτούς τους κύκλους, ο άνθρωπος επέλεξε σημεία, τα οποία ορίζουν τέλος ή και την αρχή ενός ακόμα κύκλου. Αυτό το ονόμασε επέτειο ή θρησκευτική γιορτή, ταυτίζοντας με κάποια πραγματικά ή φανταστικά γεγονότα. Αλλά οι θρησκευτικές γιορτές ταυτίζονται περισσότερο με τους κύκλο του πλανήτη και με αστρονομικά φαινόμενα. Μια από τις πιο παγκοσμιοποιημένες γιορτές είναι αυτή των Χριστουγέννων.



Η σχεδόν ολικά επιβεβλημένη χαρούμενη διάθεση δεν αφορά όλους. Και η οικογενειακή θαλπωρή και ατμόσφαιρα αγάπης δεν είναι πάντα το επιδιωκόμενο, αλλά πολλές φορές ούτε καν το δυνατό αποτέλεσμα. Ίσως κάποιος μπορεί να ταυτίσει τα τραγούδια των Χριστουγέννων με χαρά, αλλά υπάρχουν και κάποια που βγάζουν αρκετή λύπη. Άλλα, πολύ λίγα, είναι απλά αστεία ως και «τι το διαφορετικό έχει αυτή η μέρα;» φάση.

Το πρώτο προσωπικό τραγούδι του frontman των Stone Sour και Slipknot, Corey Taylor, μάλλον έχει κάτι από το τελευταίο. Το πρώτο του προσωπικό single κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου του 2010 και ηχογραφήθηκε ένα μήνα νωρίτερα στο Metropolis Studios του Λονδίνου κατά την διάρκεια της περιοδεία των  Stone Sour στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το τραγούδι λέγεται X-M@$, αφήνοντας ελεύθερα στον καθένα να ερμηνεύσει μόνος του τον τίτλο.  Αλλά ουσιαστικά το τραγούδι γράφτηκε 4 χρόνια νωρίτερα, έτσι για την πλάκα και προφανώς το τραγουδούσε μόνο στις παρέες του. Στο κομμάτι, παίζει ο ίδιος κιθάρα, μπάσο και ντραμς, αναλαμβάνοντας ακόμα και την παραγωγή. Πάω στοίχημα, πως ακόμα και τον καφέ μόνος του έκανε.

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι φτιαγμένοι για αυτούς που μισούν την εορταστική αυτή περίοδο. Ο ίδιος πολυπράγμων τραγουδιστής αποκαλύπτει την σημασία των στίχων λέγοντας πως απλά το έγραψε στην κουζίνα του έναν χειμώνα(!), ακούγοντας διάφορους ανθρώπους να βλαστημούν την εορταστική αυτή περίοδο. Ο ίδιος αγαπά τις διακοπές των Χριστουγέννων, αλλά όπως διαπίστωσε οι άνθρωποι, αν και είναι υποτιθέμενη περίοδος χαλάρωσης, βιώνουν υπερβολικό άγχος αυτές τις μέρες. Έτσι έγραψε, όπως αναφέρει, το τραγούδι προς τιμή όλων των στριμμένων, όλων τον μόνιμα μεθυσμένων μπάσταρδων, που απλά δεν γνωρίζουν (ή δεν θέλουν να γνωρίζουν) ποια η διαφορά των Χριστουγέννων με μια … αποθήκη εργαλείων στον κήπο. Προφανώς η συγκρίσει αυτή αφορά το μέρος, όπου ένας κρυφο-μπεκρής μπορεί να πίνει και να μεθάει ελεύθερα, σε έναν χώρο με σταθερή διακόσμηση, πολλές κρυψώνες για μπουκάλια με αλκοόλ και επίσης παντελής έλλειψη… επισκεπτών.

Στο σβήσιμο(fade-out)  του τραγουδιού, ο τραγουδιστής και πολύ καλός γνώστης της διαχείρισης της εικόνας στα μέσα, πετάει και μια σπόντα με το 'Hi Simon!!', κλείνοντας το μάτι στον γνωστό Simon Cowell, τον πιο γνωστό κριτή στους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς ταλέντων. Πιθανόν ήθελε να φλερτάρει όχι με τον Simon φυσικά, αλλά με το Νο 1 στα βρετανικά charts την περίοδο των Χριστουγέννων, καθώς η δύναμή ήταν τέτοια εκείνη την περίοδο, που σχεδόν όριζε την κορυφή του πίνακα των επιτυχιών.

Ο στίχος: «If I ain't cockeyed then it Kwanzaa», μας πληροφορεί για μια γιορτή των Αφρο-Αμρικανών: «Ξεκίνησε το 1966 από τον Αφρο-Αμερικανό καθηγητή, ακτιβίστή και συγγραφέας Ron Karenga (ή Maulana Karenga), Kwanzaa έχει ως στόχο την επανασύνδεση των μαύρων Αμερικανών προς τις αφρικανικές ρίζες τους και να αναγνωρίσουν τους αγώνες τους ως λαός με την οικοδόμηση της κοινότητας. Γιορτάζεται κάθε χρόνο από τις 26 Δεκεμβρίου και την 1 Ιανουαρίου Προέρχεται από τον όρο σουαχίλι, «Ματούντα ya Kwanza,» που σημαίνει «πρώτοι καρποί,» Kwanzaa βασίζεται στην αφρικανική γιορτές συγκομιδής, όπως η επταήμερη Umkhost της Zululand .»

Το βιντεοκλίπ που συνοδεύει το τραγούδι, έχει το ίδιο σαρκαστικό χιούμορ που επικρατεί και στους στίχους. Σίγουρα όμως δεν είναι αστείος ο σκοπός για τον οποίον πήγαν τα έσοδα του τραγουδιού, που δεν έφτασε στο νο1 ποτέ. Τα χρήματα πήγαν όλα στο ίδρυμα Teenage Cancer Trust.

Το τραγούδι, πέρα από αυτά που προαναφέραμε, μας δείχνει ότι δεν έχουμε όλοι την ίδια προσέγγιση προς τους κύκλους του έτους και για τον τρόπο που γιορτάζεται το κλείσιμο του ενός και το άνοιγμα του επόμενου.


Jacek Henryk Maniakowski