Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Metallica - For Whom the Bell Tolls




Πολλές φορές η έμπνευση είναι σαν το ψάρεμα, ρίχνεις την την πετονιά και όπου πιάσει. Από καθημερινές ενασχολήσεις ως ιστορικά πρόσωπα. Από κάποιο παλιό τραγούδι, που καταλήγει κάτι τελείως διαφορετικό, ως μια σύνθεση κλασικής μουσικής που καταλήγει να είναι μια απλή αντιγραφή, αλλά με πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Οι πίνακες ζωγραφικής ήταν και αυτοί που έδωσαν έμπνευση, έστω και τίτλο του τραγουδιού. Αλλά υπάρχει και μια ξεχωριστή κατηγορία, όπου η πηγή της έμπνευση ήταν κάποιο βιβλίο, συνήθως κάποιο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Nescio των Nits και το Sympathy for the Devil των Rolling Stones, αλλά ακόμα και το..... 

Ποιος θα φανταζόταν, ακούγοντας το ντέμο μιας ακόμα αμερικάνικης μπάντας, είχε στα χέρια του την αρχή ενός μίτου, ακόμα και ενός μύθου που θα γινόταν. Όμως, στον δεύτερο άλμπουμ πια, το Ride the Lightning, δύσκολα θα μπορούσε να μην ακούσει κανείς τις καμπάνες της επιτυχίας να χτυπάνε για τους Metallica. Και κει βρίσκεται το For Whom the Bell Tolls, δημιουργία των James Hetfield, Lars Ulrich και Cliff Burton. Το τραγούδι είναι το ομώνυμο της νουβέλας του Ernest Hemingway που γράφτηκε το 1940, 45 χρόνια πριν την κυκλοφορία του τραγουδιού. Αν και το βιβλίο περιγράφει την ντροπή που δημιουργεί ένας πόλεμος και κυρίως ο εμφύλιος και εδώ συγκεκριμένα πρόκειται για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ο τίτλος είναι παρμένος από ακόμα πιο παλιά. Συγκεκριμένα από το ποίημα του John Donne, του 1623.

Με φθείρει ο θάνατος κάθε ανθρώπου,  
Γιατί είμαι κομμάτι της ανθρωπότητας.  
Άρα, μη ζητάς να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα*,  
Χτυπάει για σένα.

Προφανώς είχε στο νου του τους στίχους αυτούς ο συγγραφέας, για να επικεντρωθεί στους πέντε στρατιώτες, που εξοντώνονται σε έναν λόφο κατά την διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής στο εν λόγω πόλεμο. Το ίδιο περίπου είναι το θέμα του λυρικού μέρους του τραγουδιού. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την ματαιότητα του πολέμου, ξεφεύγοντας λίγο από το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Και όπως συμβαίνει συχνά στους Metallica, η λογοτεχνική αναφορά δεν μένει απλώς ως τίτλος, αλλά γίνεται ατμόσφαιρα, βάρος και εικόνα μαζί.

Η εισαγωγή του τραγουδιού ανήκει στο μπάσο του Cliff Burton, αν και δεν είναι λίγες φορές που συγχέεται με κιθάρα. Το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με την χρήση του wah-wah. Μια πρώιμη μορφή του τραγουδιού, παίχτηκε για πρώτη φορά από τον αδικοχαμένο μπασίστα το 1979 σε μια battle of the bands με μια μπάντα που έπαιζε τότε, τους Agents of Misfortune, μαζί με τον κιθαρίστα αργότερα, των Faith No More, τον “Big” Jim Martin. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Sweet Silence Studios της Κοπεγχάγης με παραγωγό τον Flemming Rasmussen, και η εισαγωγή αυτή με το καθαρό μπάσο και το wah-wah έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα openings στην ιστορία του metal, ακριβώς επειδή ακούγεται σαν καμπάνα που προαναγγέλλει κάτι μεγάλο και σκοτεινό. Πρώτη φορά κυκλοφόρησε σαν promo single στο δεύτερο τους άλμπουμ, με μία εκτέλεση επεξεργασμένη και στην Β πλευρά αυτή του άλμπουμ.


Πολλές φορές η έμπνευση είναι σαν το ψάρεμα, ρίχνεις την πετονιά και όπου πιάσει. Από καθημερινές ενασχολήσεις ως ιστορικά πρόσωπα. Από κάποιο παλιό τραγούδι, που καταλήγει κάτι τελείως διαφορετικό, ως μια σύνθεση κλασικής μουσικής που καταλήγει να είναι μια απλή αντιγραφή, αλλά με πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Οι πίνακες ζωγραφικής ήταν και αυτοί που έδωσαν έμπνευση, έστω και τίτλο του τραγουδιού. Αλλά υπάρχει και μια ξεχωριστή κατηγορία, όπου η πηγή της έμπνευση ήταν κάποιο βιβλίο, συνήθως κάποιο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Nescio των Nits ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/06/nits-nescio.html ) και το Sympathy for the Devil των Rolling Stones (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/05/rolling-stones-sympathy-for-devil.html), αλλά ακόμα και το.....

Ποιος θα φανταζόταν, ακούγοντας το ντέμο μιας ακόμα αμερικάνικης μπάντας, είχε στα χέρια του την αρχή ενός μίτου, ακόμα και ενός μύθου που θα γινόταν. Όμως, στον δεύτερο άλμπουμ πια, το Ride the Lightning, δύσκολα θα μπορούσε να μην ακούσει κανείς τις καμπάνες της επιτυχίας να χτυπάνε για τους Metallica. Και κει βρίσκεται το For Whom the Bell Tolls, δημιουργία των James Hetfield, Lars Ulrich και Cliff Burton. Το τραγούδι είναι το ομώνυμο της νουβέλας του Ernest Hemingway που γράφτηκε το 1940, 45 χρόνια πριν την κυκλοφορία του τραγουδιού. Αν και το βιβλίο περιγράφει την ντροπή που δημιουργεί ένας πόλεμος και κυρίως ο εμφύλιος —και εδώ συγκεκριμένα πρόκειται για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο— ο τίτλος είναι παρμένος από ακόμα πιο παλιά. Συγκεκριμένα από το ποίημα του John Donne, του 1623.

Με φθείρει ο θάνατος κάθε ανθρώπου,
Γιατί είμαι κομμάτι της ανθρωπότητας.
Άρα, μη ζητάς να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα,
Χτυπάει για σένα.

Προφανώς είχε στο νου του τους στίχους αυτούς ο συγγραφέας, για να επικεντρωθεί στους πέντε στρατιώτες που εξοντώνονται σε έναν λόφο κατά την διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής στο εν λόγω πόλεμο. Το ίδιο περίπου είναι το θέμα του λυρικού μέρους του τραγουδιού. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την ματαιότητα του πολέμου, ξεφεύγοντας λίγο από το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Και όπως συμβαίνει συχνά στους Metallica, η λογοτεχνική αναφορά δεν μένει απλώς ως τίτλος, αλλά γίνεται ατμόσφαιρα, βάρος και εικόνα μαζί. Ο Cliff Burton μάλιστα χρησιμοποίησε το wah-wah μαζί με distortion στο μπάσο, ώστε να μιμηθεί τον ήχο κανονιών και βομβαρδισμών, δίνοντας στο κομμάτι μια πολεμική ατμόσφαιρα ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα —κάτι που το κάνει να ακούγεται σαν καμπάνα που προαναγγέλλει κάτι μεγάλο και σκοτεινό.

Η εισαγωγή του τραγουδιού ανήκει στο μπάσο του Cliff Burton, αν και δεν είναι λίγες φορές που συγχέεται με κιθάρα. Το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με την χρήση του wah-wah. Μια πρώιμη μορφή του τραγουδιού παίχτηκε για πρώτη φορά από τον αδικοχαμένο μπασίστα το 1979 σε μια battle of the bands με μια μπάντα που έπαιζε τότε, τους Agents of Misfortune, μαζί με τον κιθαρίστα αργότερα των Faith No More, τον "Big" Jim Martin. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Sweet Silence Studios της Κοπεγχάγης με παραγωγό τον Flemming Rasmussen, σε μόλις τρείς εβδομάδες και με πολύ περιορισμένο budget, ενώ η εισαγωγή ηχογραφήθηκε με πολλαπλά layers (επικαλύψεις), ώστε να ακούγεται πιο γεμάτη και πολεμική. Πρώτη φορά κυκλοφόρησε σαν promo single στο δεύτερο τους άλμπουμ, με μία εκτέλεση επεξεργασμένη και στην Β πλευρά αυτή του άλμπουμ.

Από εκεί και πέρα, το κομμάτι έγινε ένα από τα πιο εμβληματικά openings στην ιστορία του metal, αλλά και ένα από τα signature songs των Metallica, που παίζεται σχεδόν σε κάθε συναυλία τους από το 1984 μέχρι σήμερα. Στις ζωντανές εκτελέσεις, συχνά ξεκινούν με τα φώτα της σκηνής να σβήνουν και μόνο το μπάσο να ακούγεται, διατηρώντας την αρχική ατμόσφαιρα. Το 1999 μάλιστα το ηχογράφησαν ξανά μαζί με την San Francisco Symphony Orchestra για το άλμπουμ S&M, δίνοντάς του μια εντελώς διαφορετική, πιο δραματική εκδοχή. Θεωρείται επίσης ένα από τα πρώτα αντιπολεμικά τραγούδια του συγκροτήματος, πολύ πριν γράψουν πιο φανερά πολιτικά κομμάτια όπως το Disposable Heroes ή το One.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου