Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 1ο)


Το χτίσιμο με πέτρα (rock) είναι μια διαδικασία που χρειάζεται κόπο, υπομονή, γνώση, αλλά και ταλέντο και φαντασία. Η πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας είναι ή εύρεση των σωστών πετρών  (rock) και εδώ χρειάζονται οι παραπάνω ικανότητες. Η ομοιότητες με την δημιουργία μιας ροκ μπάντας είναι παραπάνω από φανερές, απλά αλλάζει το αντικείμενο. Αλλά το πιο δύσκολο είναι χτίσιμο μιας γέφυρας, από τα πιο σημαντικά ανθρώπινα κατορθώματα, μιας που ενώνει..... και σαν γενική έννοια. Και ουσιαστικά αυτή κατασκευή στηρίζεται σε σε μια κεντρική πέτρα  (rock). Και θα μπορούσε αυτός ο ρόλος να δοθεί στους Led Zeppelin, που γεφύρωσαν την Hard Rock την Ryth'n'Blues μουσική. Αλλά και ο τίτλος του ποντίφικα (λατ. γεφυροποιός) δεν θα ήταν άστοχος 
Η παροιμία κάθε εμπόδιο για καλό και στο rock n roll ...έχει επιβεβαιωθεί άπειρες φορές.  Έτσι και στην περίπτωση των NEW YARRDBIRDS η άρνηση του Terry Reid να αναλάβει την θέση του τραγουδιστή, έφερε τον νεαρό τότε Robert Plant με τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά και την υπέροχη φωνή,  στο σχήμα που  λίγους μίνες αργότερα έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σπουδαιότερα και ΠΙΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ροκ γκρουπ όλων των εποχών, τους Led Zeppelin. 
Τον Οκτώβριο του 1966, η φυγή του Jeff Beck από το συγκρότημα των Yardbirds προήγαγε τον έτερο κιθαρίστα Jimmy Page σε δεσπόζουσα μορφή του group. Το 1968 αποφασισμένοι να διαλυθούν οι yardbirds, θα δώσουν την τελευταία τους συναυλία στο Luton. Όμως το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει, τους υποχρέωνε σε μια σειρά εμφανίσεων σε σκανδιναβικό έδαφος. Έτσι ο ντράμερ Jim Mc carty και ο τραγουδιστής Keith Relf  θα δώσουν την συγκατάθεση τους στους Jimmy Page και Cris Dreja να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα  yardbirds, ώστε να ολοκληρώσουν την παραπάνω υποχρέωση. Έγινε κρούση από τον Jimy Page στον τραγουδιστή Τerry Reid ο οποίος όμως αρνήθηκε, αλλά πρότεινε τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο τραγουδιστή των Band of Joy Robert Plant. Ο τελευταίος θα έφερνε στο σχήμα και τον ντράμερ από τους Band of Joy, τον  John Bonham. Λίγες μέρες πριν την έναρξη όμως, αυτής της σκανδιναβικής περιπέτειας, ο Dreja θα αποχωρούσε και την θέση του θα έπαιρνε ο παλιός γνωστός του Jimy Page, από τις μέρες που και οι δυο ήταν sessions μουσικοί, ο μπασίστας,  αλλά και ικανότατος οργανίστας,  John Paul Jones. Η μοίρα είχε ήδη αποφασίσει.....
Στις 12 Αυγούστου του 1968, οι τέσσερις τους (Page -Plant-Jones και Bohnam) θα έκαναν την πρώτη τους πρόβα σε ένα υπόγειο στουντιάκι στην Gerrard Street, στην σημερινή Chinatown του Λονδίνου, παίζοντας την διασκευή του train kept a rollin, ένα παλιό blues κομμάτι σε μια oόμως πιο  rockabilly εκδοχή του,  όπως αυτή του Johny Burnette. Πριν φύγουν για την σκανδιναβική περιοδεία, θα πάρουν μέρος στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Three Week Hero, του P.J. Proby με το τραγούδι  Jimi`s Blues και με τον Robert Plant να παίζει harmonica. Αυτή είναι και η πρώτη τους ηχογράφηση ως τετράδα.  Το συγκρότημα θα ολοκληρώσει με μεγάλη επιτυχία αυτήν την περιοδεία, παίζοντας για πρώτη φορά ζωντανά στο Gladsaxe της Δανίας στις 7 Σεπτεμβρίου του 1968.
Στο τέλος του ίδιου μήνα θα μπουν σε στούντιο, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με έξοδα του Jimy Page. Mε την ολοκλήρωση του δίσκου όμως, θα αναγκαστούν να αλλάξουν το όνομα του συγκροτήματος, μετά την αγωγή του Cris Dreja ο οποίος επέτρεπε μόνο στον Page την χρήση του the new yardbirds. Αλλάζουν σε Led Zeppelin, νονός του νέου ονόματος ο ντράμερ των who, Keith Moon, με τον οποίο παλιότερα ο Jimy Page, είχαν σχεδιάσει την δημιουργία ενός σούπερ γκρουπ με το ίδιο όνομα, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε όμως  ποτέ...... 


The Cure - Three Imaginary Boys.


Ένα συγκρότημα που όλοι γνωρίζουν όσοι ασχολούνται με τη Rock μουσική με την ευρύτατη έννοια.
Στην όλη καριέρα τους έχουν περάσει πολλά στάδια από μουσικούς προσανοτολισμούς ξεκινώντας με Post-Punk ήχο, αργότερα γίνανε Dark Wave & Gothic και στη συνέχεια από το 1984 και μετά Alternative Rock και με πολλές Pop ''πινελιές''.
Εμάς μας ενδιαφέρει η πρώτη εποχή τους η Post-Punk & το ντεμπούτο Album τους Three Imaginary Boys.
Όταν ξεκίνησαν το 1976 ονομαζόταν αρχικά Easy Cure και ήταν μια τυπική Βρετανική Punk Rock μπάντα,μάλιστα είχαν κυκλοφορήσει το 1977 και ένα EP.
Ο ηγέτης τους,κιθαρίστας,τραγουδιστής και συνθέτης Robert Smith το άλλαξε σε απλά Cure για να είναι πιο πιασάρικο για New Wave μπάντα.
Αυτός ο δίσκος αρέσει σχεδόν σε όλο το ευρύ κοινό της New Wave και Post-punk μουσικής και φυσικά στους φανατικούς των Cure για τους απλούς κατανοητούς λόγους..την αμεσότητα και την απλότητα των τραγουδιών και ήχου του.
Πολλά τραγούδια ξεχωρίζουν έντονα όπως το 10¨15 Sutarday Night & το αμέσως αναγνωρίσιμο Fire Cairo το εκρηκτικό punk rock δίλεπτο διαμάντι Grinding Halt και το πρώτο single τους ήταν το 1978 το τραγούδι Killing An Arab αλλά λόγω υποψιών για ρατσιστικά υπονοούμενα κόπηκε από τον δίσκο και κυκλοφόρησε το 1980 στη συλλογή-άλμπουμ Boys Don't Cry.

Gary Lexicondevil


Art rock


Το κτίσιμο ενός σπιτιού, όσο και μοναδική κατάληξη να έχει, προϋποθέτει πάντα σκάψιμο και τοποθέτηση κάποιου θεμέλιου rock (λίθου). Αυτή ουσιαστικά είναι η βάση της σημερινής μουσικής. Η progresive rock ξεκινάει να κτίζει πάνω σε αυτό το θεμέλιο. Η ομορφιά της βρίσκεται και στην ποικιλία της αλλά η αναγνώριση αυτής σίγουρα χρειάζεται ενός είδους μουσικού χάρτη. Και αυτός είναι, ακριβώς ο λόγος διαχωρισμού των μουσικών, προσδιορισμός και διευκόλυνση στην αναζήτηση.
Ίσως για τους "μη μυημένους" ο όρος progresive rock να φαίνεται περιοριστικός, αλλά ουσιαστικά είναι αυτός, που ανοίγει τον δρόμο για νέες μουσικές "γαίες" και το βάπτισμα τους με κάποιο όνομα είναι αναγκαίο, για καθαρό προσανατολισμό. Για να πας άφοβα εκεί που δεν πήγε ποτέ άλλο συγκρότημα.... αυτό το μότο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν φράση προσδιορισμού αυτής της μουσικής. Και ο πρώτος προορισμός σ' αυτό το ταξείδι είναι το Art rock. Το βάπτισμα και η πρώτη χρήση αυτού του όρου πραγματοποιείται το 1968, αν και πρώτη του εμφάνιση σαν μουσικό είδος έγινε λίγα χρόνια νωρίτερα.
Η ταύτιση της Art rock με την progresive rock είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο, αλλά υπάρχει μόνο ένα μικρό μέρος της αλήθειας σ' αυτό. Η πόρτα της progresive rock άνοιξε με την Art rock, αλλά η εξέλιξή της είναι ακόμα πιο πολύπλοκη. Σαν αρχή της μπορούμε να θέσουμε τους The Beatles και The Beach Boys, που ήθελαν να διευρύνουν τους ορίζοντες της rock'n'roll μουσικής. Οι πρώτοι προσθέτοντας πολλά ορχηστρικά στοιχεία, αλλά και όργανα που δεν συμβάδιζαν με τις κλασικές rock'n'roll φόρμες. Οι δεύτεροι απλά έφτιαξαν ένα concept album, το Pet Sounds, το οποίο άρχισε να ανακαλύπτει διόδους πειραματισμού. Και οι δύο μπάντες δίνουν τα πρώτα στοιχεία του επερχόμενου μουσικού είδους: Προσθήκη άλλων οργάνων και πειραματισμός.
Επίσης, κάπου στην βροχερή Σκωτία μια μπάντα με το όνομα 1-2-3, αργότερα Clouds, άρχισε να δίνει νέες δομές και διαφορετικά τέμπο στις συνθέσεις της, δίνοντας παράλληλα και κατεύθυνση σε γκρουπ όπως Yes, King Crimson και The Nice. Την ίδια περίπου εποχή ο Frank Zappa με τους Mothers of Invention κάνει ουσιαστικά την έκρηξη στην άλλη όχθη του ατλαντικού. Με το άλμπουμ του Freak Out! δίνει το έναυσμα να ξεκινήσει το μουσικό ρεύμα και στην Αμερική. Πλήθος συγκροτημάτων ξεφυτρώνει, ανακατεύοντας το rock'n'roll με folk, jazz, συμφωνική μουσική με προσθέσεις αντικειμένων που μπορούν να βγάλουν ήχο.

Η Art rock συνεχώς ανανεώνεται, ένα χαρακτηριστικό της progresive rock γενικά. Αν και δεν έφτασε ποτέ να είναι δημοφιλής όσο στις αρχές του '70, παρέμεινε πάντα στα ψηλά μουσικά standards. Νέα γκρουπ γεννιούνται συνεχώς και άλμπουμ βγαίνουν κατά καιρούς, που άνετα μπορούν να υιοθετήσουν τον όρο αυτό.
Jacek Maniakowski

New Model Army - 51st State


Οι New Model Army, είναι ο τρόμος του κάθε οδοντιάτρου και ο λόγος είναι η, σχεδόν φανταστική, οδοντοστοιχία του τραγουδιστή και κιθαρίστα του γκρουπ Justin Sullivan. Αλλά ένα ακόμα χαρακτηριστικό τους είναι ο έντονος σαρκασμός στους στίχους τους, με καίρια κοινωνικό-πολιτικά μηνύματα. Ο ιδιότυπος λυρισμός τους, μέσα από τα κομμάτια τους, έχει αφήσει και αυτό ένα αρκετά μεγάλο στίγμα στην ροκ σκηνή. Ένα από αυτά είναι και το 51st State.
Το τραγούδι βρίσκεται στο album The Ghost of Cain, το τρίτο τους από την χρονιά του 1986. Η μουσική είναι του συγκροτήματος, αλλά οι στίχοι ανήκουν στην Ashley Cartwright από τους The Shakes. Μέσα από τον σαρκασμό τους διαμαρτύρονται για την πολιτική της Margaret Thatcher, που ουσιαστικά ήταν ένα κακέκτυπο της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι σαρκαστικές αναφορές στην W.A.S.P. (White Anglo-Saxon Protestants), επικρίνουν τον ρατσιστικό τρόπο λειτουργίας αυτής της οργάνωσης. Το μεγαλύτερο της επίτευγμα είναι ο δικαστικό αγώνας που ξεκίνησε ενάντια στην heavy metal, με κύριο κατηγορούμενο τον Dee Snaider των Twisted Sister.
Αν και το τραγούδι ουσιαστικά ακύρωνε κάθε ιδέα για μια περιοδεία στην Αμερική, δεν διατάζουν να κατηγορήσουν τον Αμερικάνικο Ιμπεριαλισμό. Οι στίχοι δεν είναι γραμμένοι από τον Sullivan, παρατήματα αντιπροσωπεύουν τον χλευασμό στην στην κουακέρικη ανατροφή του.



Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Metallica - For Whom the Bell Tolls




Πολλές φορές η έμπνευση είναι σαν το ψάρεμα, ρίχνεις την την πετονιά και όπου πιάσει. Από καθημερινές ενασχολήσεις ως ιστορικά πρόσωπα. Από κάποιο παλιό τραγούδι, που καταλήγει κάτι τελείως διαφορετικό, ως μια σύνθεση κλασικής μουσικής που καταλήγει να είναι μια απλή αντιγραφή, αλλά με πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Οι πίνακες ζωγραφικής ήταν και αυτοί που έδωσαν έμπνευση, έστω και τίτλο του τραγουδιού. Αλλά υπάρχει και μια ξεχωριστή κατηγορία, όπου η πηγή της έμπνευση ήταν κάποιο βιβλίο, συνήθως κάποιο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Nescio των Nits και το Sympathy for the Devil των Rolling Stones, αλλά ακόμα και το..... 

Ποιος θα φανταζόταν, ακούγοντας το ντέμο μιας ακόμα αμερικάνικης μπάντας, είχε στα χέρια του την αρχή ενός μίτου, ακόμα και ενός μύθου που θα γινόταν. Όμως, στον δεύτερο άλμπουμ πια, το Ride the Lightning, δύσκολα θα μπορούσε να μην ακούσει κανείς τις καμπάνες της επιτυχίας να χτυπάνε για τους Metallica. Και κει βρίσκεται το For Whom the Bell Tolls, δημιουργία των James Hetfield, Lars Ulrich και Cliff Burton. Το τραγούδι είναι το ομώνυμο της νουβέλας του Ernest Hemingway που γράφτηκε το 1940, 45 χρόνια πριν την κυκλοφορία του τραγουδιού. Αν και το βιβλίο περιγράφει την ντροπή που δημιουργεί ένας πόλεμος και κυρίως ο εμφύλιος και εδώ συγκεκριμένα πρόκειται για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ο τίτλος είναι παρμένος από ακόμα πιο παλιά. Συγκεκριμένα από το ποίημα του John Donne, του 1623.

Με φθείρει ο θάνατος κάθε ανθρώπου,  
Γιατί είμαι κομμάτι της ανθρωπότητας.  
Άρα, μη ζητάς να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα*,  
Χτυπάει για σένα.

Προφανώς είχε στο νου του τους στίχους αυτούς ο συγγραφέας, για να επικεντρωθεί στους πέντε στρατιώτες, που εξοντώνονται σε έναν λόφο κατά την διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής στο εν λόγω πόλεμο. Το ίδιο περίπου είναι το θέμα του λυρικού μέρους του τραγουδιού. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την ματαιότητα του πολέμου, ξεφεύγοντας λίγο από το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Και όπως συμβαίνει συχνά στους Metallica, η λογοτεχνική αναφορά δεν μένει απλώς ως τίτλος, αλλά γίνεται ατμόσφαιρα, βάρος και εικόνα μαζί.

Η εισαγωγή του τραγουδιού ανήκει στο μπάσο του Cliff Burton, αν και δεν είναι λίγες φορές που συγχέεται με κιθάρα. Το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με την χρήση του wah-wah. Μια πρώιμη μορφή του τραγουδιού, παίχτηκε για πρώτη φορά από τον αδικοχαμένο μπασίστα το 1979 σε μια battle of the bands με μια μπάντα που έπαιζε τότε, τους Agents of Misfortune, μαζί με τον κιθαρίστα αργότερα, των Faith No More, τον “Big” Jim Martin. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Sweet Silence Studios της Κοπεγχάγης με παραγωγό τον Flemming Rasmussen, και η εισαγωγή αυτή με το καθαρό μπάσο και το wah-wah έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα openings στην ιστορία του metal, ακριβώς επειδή ακούγεται σαν καμπάνα που προαναγγέλλει κάτι μεγάλο και σκοτεινό. Πρώτη φορά κυκλοφόρησε σαν promo single στο δεύτερο τους άλμπουμ, με μία εκτέλεση επεξεργασμένη και στην Β πλευρά αυτή του άλμπουμ.


Πολλές φορές η έμπνευση είναι σαν το ψάρεμα, ρίχνεις την πετονιά και όπου πιάσει. Από καθημερινές ενασχολήσεις ως ιστορικά πρόσωπα. Από κάποιο παλιό τραγούδι, που καταλήγει κάτι τελείως διαφορετικό, ως μια σύνθεση κλασικής μουσικής που καταλήγει να είναι μια απλή αντιγραφή, αλλά με πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Οι πίνακες ζωγραφικής ήταν και αυτοί που έδωσαν έμπνευση, έστω και τίτλο του τραγουδιού. Αλλά υπάρχει και μια ξεχωριστή κατηγορία, όπου η πηγή της έμπνευση ήταν κάποιο βιβλίο, συνήθως κάποιο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Nescio των Nits ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/06/nits-nescio.html ) και το Sympathy for the Devil των Rolling Stones (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/05/rolling-stones-sympathy-for-devil.html), αλλά ακόμα και το.....

Ποιος θα φανταζόταν, ακούγοντας το ντέμο μιας ακόμα αμερικάνικης μπάντας, είχε στα χέρια του την αρχή ενός μίτου, ακόμα και ενός μύθου που θα γινόταν. Όμως, στον δεύτερο άλμπουμ πια, το Ride the Lightning, δύσκολα θα μπορούσε να μην ακούσει κανείς τις καμπάνες της επιτυχίας να χτυπάνε για τους Metallica. Και κει βρίσκεται το For Whom the Bell Tolls, δημιουργία των James Hetfield, Lars Ulrich και Cliff Burton. Το τραγούδι είναι το ομώνυμο της νουβέλας του Ernest Hemingway που γράφτηκε το 1940, 45 χρόνια πριν την κυκλοφορία του τραγουδιού. Αν και το βιβλίο περιγράφει την ντροπή που δημιουργεί ένας πόλεμος και κυρίως ο εμφύλιος —και εδώ συγκεκριμένα πρόκειται για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο— ο τίτλος είναι παρμένος από ακόμα πιο παλιά. Συγκεκριμένα από το ποίημα του John Donne, του 1623.

Με φθείρει ο θάνατος κάθε ανθρώπου,
Γιατί είμαι κομμάτι της ανθρωπότητας.
Άρα, μη ζητάς να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα,
Χτυπάει για σένα.

Προφανώς είχε στο νου του τους στίχους αυτούς ο συγγραφέας, για να επικεντρωθεί στους πέντε στρατιώτες που εξοντώνονται σε έναν λόφο κατά την διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής στο εν λόγω πόλεμο. Το ίδιο περίπου είναι το θέμα του λυρικού μέρους του τραγουδιού. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την ματαιότητα του πολέμου, ξεφεύγοντας λίγο από το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Και όπως συμβαίνει συχνά στους Metallica, η λογοτεχνική αναφορά δεν μένει απλώς ως τίτλος, αλλά γίνεται ατμόσφαιρα, βάρος και εικόνα μαζί. Ο Cliff Burton μάλιστα χρησιμοποίησε το wah-wah μαζί με distortion στο μπάσο, ώστε να μιμηθεί τον ήχο κανονιών και βομβαρδισμών, δίνοντας στο κομμάτι μια πολεμική ατμόσφαιρα ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα —κάτι που το κάνει να ακούγεται σαν καμπάνα που προαναγγέλλει κάτι μεγάλο και σκοτεινό.

Η εισαγωγή του τραγουδιού ανήκει στο μπάσο του Cliff Burton, αν και δεν είναι λίγες φορές που συγχέεται με κιθάρα. Το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με την χρήση του wah-wah. Μια πρώιμη μορφή του τραγουδιού παίχτηκε για πρώτη φορά από τον αδικοχαμένο μπασίστα το 1979 σε μια battle of the bands με μια μπάντα που έπαιζε τότε, τους Agents of Misfortune, μαζί με τον κιθαρίστα αργότερα των Faith No More, τον "Big" Jim Martin. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Sweet Silence Studios της Κοπεγχάγης με παραγωγό τον Flemming Rasmussen, σε μόλις τρείς εβδομάδες και με πολύ περιορισμένο budget, ενώ η εισαγωγή ηχογραφήθηκε με πολλαπλά layers (επικαλύψεις), ώστε να ακούγεται πιο γεμάτη και πολεμική. Πρώτη φορά κυκλοφόρησε σαν promo single στο δεύτερο τους άλμπουμ, με μία εκτέλεση επεξεργασμένη και στην Β πλευρά αυτή του άλμπουμ.

Από εκεί και πέρα, το κομμάτι έγινε ένα από τα πιο εμβληματικά openings στην ιστορία του metal, αλλά και ένα από τα signature songs των Metallica, που παίζεται σχεδόν σε κάθε συναυλία τους από το 1984 μέχρι σήμερα. Στις ζωντανές εκτελέσεις, συχνά ξεκινούν με τα φώτα της σκηνής να σβήνουν και μόνο το μπάσο να ακούγεται, διατηρώντας την αρχική ατμόσφαιρα. Το 1999 μάλιστα το ηχογράφησαν ξανά μαζί με την San Francisco Symphony Orchestra για το άλμπουμ S&M, δίνοντάς του μια εντελώς διαφορετική, πιο δραματική εκδοχή. Θεωρείται επίσης ένα από τα πρώτα αντιπολεμικά τραγούδια του συγκροτήματος, πολύ πριν γράψουν πιο φανερά πολιτικά κομμάτια όπως το Disposable Heroes ή το One.




Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Iron Maiden - Can I Play with Madness


Από την εποχή του γνήσιου και ακατέργαστου rock’n’roll, ο βασικός άξονας ήταν η τόλμη. Τόλμησε να συγκρουστεί με το μουσικό κατεστημένο και τα ευκολοχώνευτα τραγούδια της εποχής· αργότερα, όσο μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και η διάθεση των μουσικών να εξερευνήσουν απάτητα μονοπάτια, είτε με τη σύνθεση είτε με το λυρικό μέρος. Μέσα από αυτήν τη μουσική καταρρίφθηκαν ταμπού, και δεν δίστασε να φλερτάρει με την τρέλα, τις πηγές και τις συνέπειές της.
Οι Iron Maiden είναι ορόσημο για τη heavy metal και πρωτεργάτες της New Wave of British Heavy Metal. Η θεματολογία τους ποικίλει, αποφεύγοντας το τυποποιημένο. Το Seventh Son of a Seventh Son (1988), έβδομο άλμπουμ τους, δεν είναι απλώς ένα ακόμα βήμα· είναι θεμέλιο στο οικοδόμημα της σκληρής μουσικής. Το Can I Play with Madness, πρώτο single του δίσκου, έφτασε στο νούμερο 3 των UK Singles Charts και έγινε το μεγαλύτερο τους χιτ εκείνης της περιόδου.
Το τραγούδι, γραμμένο από Adrian Smith, Bruce Dickinson και Steve Harris, μιλάει για έναν νεαρό που βασανίζεται από οράματα και αναζητά το μέλλον μέσα από μια κρυστάλλινη σφαίρα. Συναντά έναν προφήτη, που προσπαθεί να τον καθοδηγήσει, όμως ο νεαρός, φοβούμενος την τρέλα, απορρίπτει τις συμβουλές του. Το θέμα συνδέεται με το concept του άλμπουμ, που περιστρέφεται γύρω από τον μύθο του «έβδομου γιου του έβδομου γιου», ο οποίος βασίζεται σε μια παλιά αγγλοσαξονική δοξασία για μαγικές δυνάμεις και προφητικά χαρίσματα.
Το βιντεοκλίπ, σκηνοθετημένο από τον Julian Doyle (γνωστό από συνεργασίες με Monty Python και Kate Bush), γυρίστηκε στο Tintern Abbey και στις Chislehurst Caves. Πρωταγωνιστεί ο Graham Chapman των Monty Python, σε μία από τις τελευταίες εμφανίσεις του πριν τον θάνατό του το 1989. Υποδύεται έναν αυστηρό καθηγητή που επικρίνει μαθητή επειδή ζωγραφίζει τον Eddie, τη μασκότ του συγκροτήματος. Ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό heavy metal, πέφτει σε μια καταπακτή και ξεκινά μια σουρεαλιστική περιπέτεια, όπου συναντά τον Eddie σε ψυγεία και υπόγειες αίθουσες. Η σκηνική υπερβολή και το χιούμορ του Chapman δένουν με την αισθητική των Maiden, δημιουργώντας ένα βίντεο που έμεινε εμβληματικό.
Το τραγούδι αρχικά ξεκίνησε ως μπαλάντα με τίτλο On the Wings of Eagles, αλλά εξελίχθηκε σε εκρηκτικό heavy metal κομμάτι. Η επιτυχία του δεν ήταν μόνο εμπορική· αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το πώς η metal μπορούσε να συνδυάσει conceptual αφήγηση, θεατρικότητα και mainstream απήχηση.
Η σημασία του “Can I Play with Madness” δεν περιορίζεται στο chart. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η rock και η metal τόλμησαν να μιλήσουν για τρέλα, προφητεία, φόβο και αναζήτηση νοήματος, θέματα που ξεπερνούσαν την απλή διασκέδαση. Και το βίντεο, με την παρουσία ενός Monty Python, δείχνει τη γόνιμη συνάντηση δύο κόσμων: του χιούμορ και της σκληρής μουσικής.






Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

John Lennon - John Sinclair


Πολλά τραγούδια μιλάνε για φυλακισμένους, αδικημένους και κατατρεγμένους. Άλλωστε η μουσική και η ποίηση είναι από τα ελάχιστα όπλα των αδυνάτων και των αδικημένων.  Πολλοί έδωσαν το ταλέντο τους για να αποφυλακιστεί κάποιος, άδικα φυλακισμένος και το μόνο που κατάφεραν είναι να εισπράξουν δόξα και λιγότερες φορές χρήμα για κάποια επιτυχία που δημιούργησαν με αφορμή αυτό το γεγονός. Όμως  η αποκατάσταση της δικαιοσύνης, μάλλον ελάχιστες φορές έχει επιτευχθεί. Μόνο ένας άνθρωπος (?) είχε την δύναμη με ένα απλό τραγούδι,που δεν έγινε καν χιτ, να ελευθερώσει κάποιον σε δυο μέρες, που είχε καταδικαστεί για δέκα χρόνια φυλάκισης. 
Ο  John Lennon, μετά την φυγή του από τους Beatles, βγήκε από το χρυσό κλουβί και την απομόνωση μιας μεγάλης μπάντας. Άρχισε να μοιράζεται τον εαυτό του, αλλά και να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του όπως είναι πραγματικά. Το ανακάτεμα του με την καθημερινότητα έφερε στο προσκήνιο, μέσα από τα τραγούδια του πολλά πρόσωπο και γεγονότα. Το κάθε του τραγούδι ήταν και αφορμή και για αφύπνιση του κόσμου γύρω από κάποιο ζήτημα. Και φυσικά η συνθετική του ικανότητα, έντυνε την κάθε είδηση ή πρόσωπο που τον απασχολούσε με λυρισμό και νότες. Και λόγο της λατρείας που του είχε ο κόσμος, το κάθε του τραγούδι λειτουργούσε σαν το, ανύπαρκτο τότε, διαδίκτυο. Και πάνω απ' όλα, χωρίς ίχνος προσωπικού συμφέροντος και καμιά διάθεση για ικανοποίηση κάποιας ματαιοδοξίας.
Μέσα από το πέμπτο άλμπουμ του, μαζί με την  Yoko Ono, το Some Time in New York City και την παραγωγή του πολύ  Phil Spector, ξεχωρίζει το "John Sinclair". Όχι κυρίως για την ποιότητά του, αλλά για τα γεγονότα  γύρω από αυτό και το πρόσωπο του του τίτλου του. Ο John Sinclair ήταν μια πολύ ενοχλητική προσωπικότητα για το συντηρητικό αμερικάνικό κατεστημένο. Ακτιβιστής, μέλος της  White Panther Party, ποιητής και μάνατζερ της θρυλικής punk μπάντας   MC5. Το σύνολο αυτό των δράσεων αυτών του, πάνω απ όλα, ποιητή από το Detroit, ήταν και ο βασικός λόγος που παγιδεύτηκε κυριολεκτικά από την αμερικάνικη κυβέρνηση. 
Ο στόχος της "δικαιοσύνης" με την αμερικάνικη έννοια του όρου, ενίοτε και νεοελληνική, ήταν αρκετό καιρό πριν την σύλληψη του. Η παγίδα που του στήθηκε από δύο μυστικούς αστυνομικούς που του πούλησαν δύο τσιγαριλίκια. Συνελήφθη και με συνοπτικές διαδικασίες δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια κάθειρξης. Αλλά η δυναμική τότε ροκ κοινότητα δεν έμεινε αμέτοχη και έτσι δημιούργησε το  "John Sinclair Freedom Rally" στο  Ann Arbor's Crisler Arena τον Δεκέμβριο του 1971. Μεταξύ και των αστέρων που συμμετείχαν ήταν και ο  John Lennon, με το μόλις δημιουργημένο τραγούδι του. Η κραυγή ... Gotta, gotta, gotta, gotta, /Gotta, gotta, gotta set him free του Βρετανού τραγουδιστή κατάφερε να φτάσει και στα ηχομονωμένα γραφεία της αμερικάνικης κυβέρνησης και έτσι τρεις μέρες μετά την συναυλία ο John Sinclair  απελευθερώνεται. 
Η δράση του συνεχίστηκε, αλλά τελικά αφοσιώθηκε στην ποίηση στην ποίηση εκδίδοντας πάνω από 20 συλλογές.