Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Moby - Innocents


Το μυθιστόρημα Moby Dick,  του  Herman Melville είναι ορισμός για το κυνήγι του αδύνατου και του παράλογου, αλλά με ευτυχή κατάληξη.  Και σίγουρα η εμμονή για την απόκτηση αυτού, ουσιαστικά σε οδηγεί στην γνώση. Και σίγουρα ένας καλλιτέχνης πριν βρει τον δικό του  Moby Dick, περνάει από κύματα αμφισβήτησης  και αναζήτησης  της ταυτότητάς  του, ακόμα και ονόματος. 
Ο Richard Melville Hall, απόγονος του συγγραφέα αυτού του βιβλίου, περπάτησε πολλούς μουσικούς δρόμους για να φτάσει καταρχήν στην υιοθέτηση του ονόματος της λευκής και μοναδικής φάλαινας. Ο γιος μιας γραμματέας και ενός καθηγητή χημείας, έκανε τις δικές του μουσικές χημείες κάτω από τα ονόματα, όπως  "Voodoo Child" και "Schaumgummi" και σε μπάντες όπως Vatican Commandos, AWOL, Caeli Seoul και Gin Train, που κινούνταν στον ευρύτερο χώρο της punk μουσικής. 
Όλη αυτή η διαδρομή του επέτρεψε να δημιουργήσει την δική του μουσική ταυτότητα και με το παρατσούκλι, με το οποίο τον φώναζα οι γονείς του, το 1992 κυκλοφορεί το πρώτο του άλμπουμ, το ομώνυμο Moby. Μετά από 21 χρόνια και μια δεκάδα άλμπουμ, που το καθένα είναι μια έκπληξη κυκλοφορεί και 11ο του δίσκο, το Innocents. Ο μουσικός έχει δημιουργήσει μια ξεχωριστή κατηγορία από μόνος και ένα ιδιαίτερο μουσικό στιλ και πάντα φλερτάροντας με πολλές μουσικές κατευθύνσεις. 
Το νέο του άλμπουμ ουσιαστικά προλογίστηκε με την κυκλοφορία στις αρχές του καλοκαιριού του 7-ιντσου "The Lonely Night,", μια συνεργασία με τον  Mark Lanegan. Η επίσημη κυκλοφορία του πρώτου του σινγκλ, μαζί με το βιντεοκλίπ και τα πρώτα  remixes από τους Photek, Gregor Tresher, Freescha και του ίδιου του  Moby, έφερε και την ανακοίνωση για την κυκλοφορία του Innocents. Έτσι, μετά από 18 μήνες ηχογραφήσεων στο διαμέρισμα του καλλιτέχνη και με παραγωγό το βραβευμένο με Grammy,  Mark 'Spike' Stent στις 1 Οκτωβρίου κυκλοφορεί και επίσημα. Το άλμπουμ διαθέτει πλήθος καλεσμένων που συμμετέχουν στα τραγούδια του. Μερικοί είναι  Cold Specks's Al Spx, Wayne Coyne, Damien Jurado, Skylar Grey και Inyang Bassey. 
Αναλυτικά η καινούργια του δουλειά ξεκινά με το "Everything That Rises"  ένα instrumental, που κινείται στα ηλεκτρονικά, γνωστά στον καλλιτέχνη μονοπάτια. Πολύ όμορφη σύνθεση, στα όρια του ambient, σαν να θέλει να μακρύνει το καλοκαίρι με μια εικόνα ενός ηλιοβασιλέματος. Το επόμενο "A Case for Shame" (with Cold Specks, backing vocals Inyang Bassey) είναι η πρώτη συνεργασία του δίσκου, με μελωδικά ορχηστρικά μέρη και τα φωνητικά να κλέβουν την προσοχή. Μια λιτή σύνθεση, που δεν πέφτει στην μετριότητα. Το τρίτο "Almost Home" (with Damien Jurado), είναι και η δεύτερη του συνεργασία. Αν και το τραγούδι κτίζεται αρμονικά με όμορφα φωνητικά, δεν πρωτοτυπεί και μένει απλά σαν μια καλή σύνθεση, που παρ, όλα αυτά δημιουργεί όμορφες εικόνες. Στο "Going Wrong"  το τέμπο χαμηλώνει και άλλο, η συνθετική λιτότητα γίνεται μινιμαλιστική με τα ορχηστρικά μέρη να είναι ελάχιστα και απλά συνοδεύουν το πιάνο. 
Το "The Perfect Life" (with Wayne Coyne), ανεβάζει τις στροφές και με την χορωδία που ξεκινάει κερδίζει την προσοχή αμέσως. Η μελωδία δεν λείπει και ίδιος ο δημιουργός θυμάται ότι, είναι και κιθαρίστας με το χορωδιακό ρεφρέν να είναι "όλα τα λεφτά". Το "The Last Day" (with Skylar Grey) θυμίζει λίγο κάτι από τις παλιές του δουλειές, αλλά κρατά την μορφή που ταιριάζει στα υπόλοιπα κομμάτια του άλμπουμ. Το δεύτερο μισό του άλμπουμ ξεκινάει με το "Don't Love Me" (with Inyang Bassey), με ένα trip hop φλερτάρισμα στο τέμπο του, αλλά πάντα στα πλαίσια του καλλιτέχνη και την πειραματική του σφραγίδα. Το "A Long Time"  σαν να συνεχίζει το προηγούμενο με ανατολίτικες διακριτικές πινελιές. Τα ορχηστρικά μέρη που το συνοδεύουν να είναι το σήμα κατατεθέν του. 
Το "Saints"  και αυτό θυμίζει κάποια προηγούμενη του δουλειά, αλλά αυτό μάλλον δεν είναι κάτι αρνητικό. Το "Tell Me" (with Cold Specks) σαν να θέλει να συναντήσει μουσικά τους Portishead, με γέφυρα ένα μουσικό μοτίβο που χρησιμοποιεί συχνά. Το προτελευταίο "The Lonely Night" (with Mark Lanegan), λόγω της συνεργασίας  σε αυτό το τραγούδι, θα υποπτευόταν κανείς πως θέλει να γυρίσει στις ροκ ρίζες του. Κάτι που δεν γίνεται όμως, τα μπάσα φωνητικά του Lanegan, μπορεί να δημιουργού μια διαφορετική αίσθηση, αλλά δεν καταφέρουν να απογειώσουν το τραγούδι, που μένει κάπως μονότονο. Το άλμπουμ κλείνει με το "The Dogs"  ένα 9-λεπτο τραγούδι, το πιο " Moby" του δίσκου. Προσωπικά το θεωρώ το καλύτερο του δίσκου, άκρως ποιητικό και παρ' όλη την διάρκεια του δεν κουράζει. 
Δεν θα το χαρακτήριζα από τις καλύτερες του δουλειές, αλλά αφήνει μια γενικά καλή εντύπωση. Το πολύ χαμηλό τέμπο του άλμπουμ, αλλά και η έλλειψη πρωτοτυπία, είναι μάλλον ...... πρωτοτυπία γι αυτόν τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Θα αρέσει σίγουρα σε λάτρεις της ηλεκτρονικής μουσικής.