Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Anvil - Thumb Hang


Ο κύκλος της μέρας και της νύχτας, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά έχει μια κάποια σκοπιμότητα, να αναδείξει τις δύο αυτές τις καταστάσεις. Σε ένα πιο διευρυμένο πεδίο αυτό θα μπορούσε να παρομοιαστεί σε με μεσαίωνες και τους χρυσούς αιώνες του γνωστού, αλλά και άγνωστου ανθρώπινου πολιτισμού. Η νύχτα κρύβει κάποια πράγματα και η μέρα φανερώνει, μιλώντας πάντα αλληγορικά. Αλλά το κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε ανατολή είναι το ίδιο όμορφα, όπως η γέννηση σε όλες τις εκφράσεις της. Για μια  rocknroll μπάντα αυτή η ανατολή συνήθως είναι κάποιο τραγούδι ή και ολόκληρο το άλμπουμ. Με την διαφορά ότι δεν είναι απαραίτητα κάτι όμορφο, αλλά σίγουρα είναι αγνό.
Οι Anvil είναι ορισμός της καθαρής και αγνής έκφρασης, χωρίς εμπορικές σκοπιμότητες με μόνο οδηγό την πίστη τους στο Heavy Metal. Και μπορεί η μουσική αυτή να ασχολείται με σκοτεινά θέματα, αλλά πάντα η θεματολογία της περισσότερο φανερώνει, παρά κρύβει. Και η ιερά εξέταση και ο σκοτεινός μεσαίωνας είναι από τα πιο δημοφιλή θέματα στην πιο κλασική του έκφραση. Οι Καναδοί δεν ξέφυγαν από αυτόν τον κανόνα και η μουσική τους δημιουργία ξεκίνησε με το Thumb Hang, κάπου στην δεκαετία του ’70, μαθητές ακόμα. Όπως αναφέρει ο Steve "Lips" Kudlow στο rockumentary Anvil! The Story of Anvil, έκαναν μάθημα ιστορίας στο σχολείο για την ιερά εξέταση και τις μεθόδους της για προσηλυτισμό. Η μία από αυτές τις πιο μακάβριες ήταν το κρέμασμα από τους αντίχειρες, μέχρι το θύμα να ομολογήσει  την πίστη του στον Χριστιανισμό. Ακούγοντας το μάθημα ο κιθαρίστας απλά σκέφτηκε ότι είναι «γαμάτο θέμα» και έτσι γεννήθηκε το πρώτο το τραγούδι του συγκροτήματος που έμελλε να γίνει η επιτομή της ψυχής του, αν όχι η ίδια η ψυχή, του Heavy Metal.

Όμως το τραγούδι ποτέ δεν κυκλοφόρησε ως την στιγμή που γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ για αυτούς από το Sacha Gervasi. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων τέθηκε το θέμα να ξαναηχογραφηθεί το τραγούδι για το επικείμενο άλμπουμ τους  This Is Thirteen. Όμως  το τραγούδι μπήκε στην έξτρα έκδοση του 13ου τους δίσκου, μιας που δεν χώρεσε στα 13 τραγούδια του, τα οποία είχαν προγραμματιστεί να μπουν σε αυτό. Ο συγκεκριμένος δίσκος κυκλοφόρησε σχεδόν μαζί με το ντοκιμαντέρ, το οποίο διαπραγματεύεται και την ηχογράφησή του. Ουσιαστικά ήταν η νέα «ανατολή» της μπάντας μετά από μια τραγική περιοδεία και καμιά 20-ετία λήθης και απαξίωσης της μπάντας κυρίως από τις δισκογραφικές εταιρίες. Παρ’ όλα αυτά η επιστροφή του  Chris Tsangarides στην παραγωγή μετά από τα πρώτα και κλασικά τους άλμπουμ, τους ξεκρέμεσε από το Thumb Hang στο οποίο βρισκόταν χρόνια. Οι ίδιοι παρέμειναν πιστοί στον ήχο τους αγνοώντας την ιερά εξέταση των δισκογραφικών εταιριών. 
Jacek Maniakowski

Anvil! The Story of Anvil

Η ζωή δεν είναι πάντοτε δίκαιη, ή καλύτερα φαίνεται πάντα άδικη. Αλλά αυτό είναι πάντα από προσωπική ή γενικά υποκειμενική οπτική. Με μια πιο ολιστική σκέψη, όλα είναι μια ισορροπία  και μέσα από το δίπολο του δίκαιου-άδικου δημιουργείται μια συνεχής κινητικότητα, που σταθερά οδηγεί στην εξέλιξη. Αλλά, με μια πιο ηθική ματιά, ίσως τα πράγματα δεν φαντάζουν τόσο ισορροπημένα και ο ρομαντισμός είναι το μοναδικό σημείο στήριξης του αδικημένου, μέσα σε έναν τελείως κυνικό πολιτισμό. Και ο ρομαντισμός είναι αυτός που λείπει από τον επιτυχημένο, τον αναγνωρισμένο και γενικά αυτόν που η ζωή του έχει χαμογελάσει. Έτσι προσπαθεί να μεταλλάξει αυτή την ιδέα σε κάτι γλυκανάλατο, αργοκίνητο και χωρίς πολλές αλλαγές, σαν μια μύγα κολλημένη στο μέλι. Αλλά ο ρομαντισμός, επειδή βρίσκεται πάντα στα άκρα και σε δύσκολες συνθήκες, έχει μια καρδιά που χτυπάει σαν αυτήν του ερωτευμένου και φτιαγμένη από μέταλλο, σκληρό μέταλλο, για να μπορεί να αποκρούσει κάθε χτύπημα της ζωής. Κάτι σαν ένα αμόνι, που είναι φτιαγμένο για να σμιλεύονται πάνω του ακόμα πιο όμορφα πράγματα, αλλά πάντα μακριά από την δόξα και την αναγνώριση.
Και αυτός ο πρόλογος δεν θα μπορούσε να ταιριάζει καλύτερα, παρά μόνο στους Καναδούς Anvil, στις νότες των οποίων σμιλεύτηκαν γενιές μεταλλάδων. Και η αφορμή για ένα άρθρο γι αυτούς υπήρξε το rockumentary Anvil! The Story of Anvil, που πραγματικά θα μπορούσε να αφορά πολλές heavy metal μπάντες, αλλά το συγκρότημα από την παγωμένη μεριά της Βόρειας Αμερικής ήταν πραγματικά πρωτοπόρο. Η ζωή είναι γεμάτη από τραγική ειρωνεία και μια τέτοια διάθεση ξεκινάει και αυτό το ντοκιμαντέρ. Από μια εικόνα ενός γεμάτου σταδίου και ανάμεσα στα τέρατα του χώρου της σκληρής μουσική να παίζουν και οι Καναδοί  Anvil. Η ειρωνεία ξεκινάει με την αναφορά για τις πωλήσεις δίσκων των υπόλοιπων συγκροτημάτων σε σχέση με τις ανύπαρκτες σχεδόν των Καναδών. Συνεχίζει με ύμνους των πιο επιτυχημένων μουσικών του χώρου προς αυτούς και με την εικόνα μιας παγωμένης πόλης και έναν τύπο με ένα τελείως γελοίο σκούφο να κάνει έναν ακατανόητο μονόλογο. Η εικόνα του κιθαρίστα και τραγουδιστή της μπάντας Steve "Lips" Kudlow, να παίζει σε ένα γεμάτο στάδιο το 1984, αλλάζει με αυτή ενός υπαλλήλου της Children's Choice Catering, πνιγμένου σε ανούσια καθημερινότητα. Και πρόκειται για το ίδιο και αυτό πρόσωπο.

Η εμφάνιση του δεύτερου μέλους του κεντρικού άξονα των Anvil, του Robb (two bs please) Reiner, ντράμερ της μπάντας και έτερο ιδρυτικό μέλος της, να εργάζεται στον τομέα των κατασκευών προσθέτει ακόμα περισσότερη ειρωνεία στην ιστορία τους. Αλλά μια δήλωσή του, ότι η αναμονή της επιτυχίας και επιμονή να κρατήσουν το συγκρότημα ζωντανό, απομακρύνει τον μουσικό από τον κόσμο της τρέλας, δημιουργεί αρκετά ερωτήματα για την συνέχεια του ντοκιμαντέρ. Το παράλογο σύμμαχος της λογικής; Για τους Anvil όλα είναι και ήταν δυνατά. Η καταστροφή συνοδεύεται από την  δημιουργία, όπως σε ένα σενάριο αμερικάνικης ταινίας με έφηβους και για τους έφηβους. Οι εικόνες ενός φαινομενικά δοξασμένου παρελθόντος τους, εναλλάσσονται με αυτές της χρονικής στιγμής που γυριζόταν η ταινία, στα 50στα γενέθλια του τραγουδιστή Lips.
Η εμφάνιση  μιας ατζέντη, της Tiziana Arrigoni, ένας Θεός ξέρει από ποιο κομμάτι της Ευρώπης, αλλά fan της μπάντας, είναι το στοιχείο που πρόσθεσε πλοκή στο ντοκιμαντέρ. Η διάρκειας 5 εβδομάδων περιοδεία, που οργάνωσε η εν λόγω μάνατζερ, αν και ξεκίνησε με τα καλύτερα σημάδια, συνοδεύτηκε με κωμικοτραγικές καταστάσεις που έχει βιώσει σχεδόν κάθε μπάντα της σκληρής μουσικής. Η εφηβική αγνότητα και τιμιότητα των μελών της, αλλά και από τα πιο τραγικά μανατζαρίσματα στην ιστορία της μουσικής, προκαλούν από γέλιο ως λύπηση, αλλά στο τέλος μια γεύση λύπης. Αλλά πάνω απ’ όλα έναν βαθύ προβληματισμό για την συμμετοχή των πανταχού παρόντων στην μουσική βιομηχανία άμουσων ανθρώπων. Οι κουβέντες των αιώνια εφήβων μουσικών είναι ξεκάθαρες και εύστοχες, χωρίς καμιά υποκρισία, αποτυπώνουν μια μουσική πραγματικότητα, που μόνο οι ρομαντικοί μπορούν να αντέξουν. Και κάθε φύσης απατεώνες να εκμεταλλευτούν…. 


Ένα ντοκιμαντέρ που πρέπει να δει ο κάθε επίδοξος πιτσιρικάς ρόκερ, αλλά και αυτός που έχει ξεχάσει τα μεταλλικά του εφηβικά χρόνια και όνειρα. Ο κάθε μουσικόφιλος, που αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά στην καθημερινότητά του. Αλλά στην πραγματικότητα το ντοκιμαντέρ του Sacha Gervasi, αποκαλύπτει τις πραγματικές αξίες της rocknroll. Την φιλία πάνω απ’ όλα και την πίστη σε αυτό που κάνουν, χωρίς στολίσματα και μάσκες. Το συνεχές αυτής της μουσικής και ότι η βάση της είναι οι οπαδοί της και όχι οι κάθε είδους promoters. Το γεγονός ότι η λήθη είναι μια προσωρινή κατάσταση για κάθε τι αξιόλογο. Αλλά πάνω απ’ όλα ότι η ανθρωπιά, με τα στραβά της, είναι η ψυχή αυτής της μουσικής. Οι Anvil, για μας τους οπαδούς τους, είναι οι πραγματικοί rock stars, που πιθανόν να μην γοητεύουν κάποιο πλήθος όμορφων υπάρξεων, αλλά είναι το απόλυτο θεμέλιο αυτής της μουσικής….. 
Το φιλμ προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Sundance Film Festival, στις 18 Ιανουαρίου του 2008 και έναν χρόνο αργότερα βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α.. Η ιστορία όμως, που διαπραγματεύεται συνεχίζεται, με το συγκρότημα να ξαναβγαίνει στο προσκήνιο, στελεχωμένο από καλύτερους συνεργάτες πλέον. Και σίγουρα κάπου ξαναγράφεται, με άλλους πρωταγωνιστές και άλλα ονόματα, αλλά με ίδιο επίκεντρο…. Την αγάπη για την μουσική. 
Jacek Maniakowski