Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Bruce Springsteen/ Manfred Mann's Earth Band - Spirit in the Night


Η rock μουσική είναι ένας ζωντανός οργανισμός και αν λάβουμε υπ' όψη την ερμητική αρχή : ότι είναι πάνω είναι και κάτω, μπορούμε να το παρομοιάσουμε με τον ανθρώπινο οργανισμό. Στην ουσία τίποτα δεν είναι άχρηστο σε αυτόν, αλλά υπάρχουν κάποια μέρη του που αντικαθίστανται. Κάποια όμως δεν μπορούν να  αντικατασταθούν και ακόμα κάθε ελάχιστη παρέμβαση σε αυτά είναι επικίνδυνη για την ζωτικότητά τους. Και το βασικό χαρακτηριστικό αυτών των μερών ή αλλιώς ιστών είναι η αλληλεπίδραση τους με τα τον υπόλοιπο οργανισμό, αλλά κυρίως η γενναιόδωρη στήριξη του όλου οργασμού. Ίσως θα μπορούσε κάποιος να τολμήσει να πει, ότι έχουν από μόνα τους κάποια ψυχή, δεδομένου ότι στον μεγαλόκοσμο της  rock κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό.
Ίσως η καλύτερη επιλογή της δισκογραφικής Columbia ήταν να "ρισκάρει" να κυκλοφορήσει με διαφορά μιας εβδομάδας, δύο ντεμπούτο άλμπουμ των δύο πιο "ζωτικών" οργάνων της rock οντότητας. Το πρώτο ήταν του  Bruce Springsteen, το Greetings from Asbury Park, N.J και μια εβδομάδα διαφορά το ομώνυμο άλμπουμ των Aerosmith, με το Dream On( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/05/aerosmith-dream-on.html ) να δείχνει το μεγαλείο τους. Αλλά και να υπενθυμίζει στην εταιρία ότι έπρεπε να προωθήσει και το δικός τους άλμπουμ. Όμως το ντεμπούτο του αποκαλούμενου Boss, δεν είχε άδικα όλη την προσοχή της δισκογραφικής. Ένας λόγος ήταν το Spirit in the Night, ένα από τους 9 που υπάρχουν σε αυτό το άλμπουμ. Ένα τραγούδι που κατάφερε να χαρίσει δόξα σε άλλη μια μεγάλη μπάντα, τους Manfred Mann's Earth Band. 
Αρχικά το τραγούδι δεν ήταν μέσα στο άλμπουμ, αλλά όπως συμβαίνει πολλές φορές με τις μεγάλες συνθέσεις, μπήκε την τελευταία στιγμή στο άλμπουμ. Ο διευθυντής της δισκογραφικής θεώρησε πως δεν είναι αρκετά εμπορικό όλο το άλμπουμ και κάποια τραγούδια δεν πρέπει να μπουν. Ο Springsteen έγραψε γρήγορα δύο τραγούδια, το  "Spirit in the Night" και το "Blinded by the Light". Και μιας και ήταν της τελευταίας στιγμής, είχε μαζί του για την ηχογράφηση μόνο τον Vini Lopez στα τύμπανα και τον Clarence Clemons στο σαξόφωνο. Όλα τα υπόλοιπα όργανα τα έπαιξε μόνος του. Στην πραγματικότητα το "Spirit in the Night" είναι μια πιο μεγάλη εκτέλεση του ενός άλλου τραγουδιού που συνήθιζαν να παίζει στις ζωντανές του εμφανίσεις , πριν υπογράψει συμβόλαιο. 

Σε όλα τα τραγούδια του άλμπουμ, το λυρικό μέρος, λόγω του αφηγητικού τρόπου γραφής, αλλά και εκτέλεσης του τραγουδοποιού δεν συμβαδίζει και πολύ με την μουσική, εκτός από το συγκεκριμένο. Σε αυτό πετυχαίνει μια αρμονία ανάμεσα στη αφήγηση και την μελωδία. Το λυρικό μέρος αναφέρεται σε μια παρέα εφήβων, τους  Wild Billy, Hazy Davy, Crazy Janey, Killer Joe, G-Man και Mission Man. Ο τελευταίος διηγιέται την ιστορία τους στην Greasy Lake, κοντά στην  "Route 88". Ήταν μια νύχτα με πολύ ποτό και σεξ, αλλά πάνω απ' όλα ένα σύντομο και δυνατό αίσθημα της ελευθερίας. Αυτή όμως η ελευθερία τους δένει σε μια βαθιά φιλία μεταξύ τους. 
Στην πραγματικότητα η λίμνη  Greasy Lake, δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη, γιατί απλά είναι μια μυθοπλασία το μέρος. Αλλά όχι αβάσιμη. Είναι συνδυασμός δυο τοποθεσιών  που τα μέλη της μπάντας επισκεπτόταν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Vini Lopez, η μια ήταν  η λίμνη Carasaljo, κοντά στην U.S. Route 9 και New Jersey Route 88 κοντά στο Lakewood του New Jersey και η άλλη  ήταν μια βαλτώδη λίμνη κοντά Garden State Parkway. Αλλά η Greasy Lake είναι και ένα σύντομο αφήγημα του  TC Boyle, το οποίο έχει περίπου την ίδια θεματολογία με το τραγούδι. 
Όμως το τραγούδι περίμενε τους Manfred Mann's Earth Band να το διασκευάσουν για να ολοκληρώσει την χρονική, αλλά και μουσική του δομή. Η διασκευή έχει αυτή είναι ορισμός της λέξης, μιας και διαφέρει αρκετά από το πρότυπο. Το ρεφρέν είναι αρκετά διαφορετικό και τα πλήκτρα παίρνουν το πρωταγωνιστικό ρόλο. Κυκλοφόρησε στο έκτο τους άλμπουμ, το Nightingales and Bombers το 1976. Σαν σινγκλ, με τα φωνητικά του Mick Rogers  με το ζόρι μπήκε στο Billboard Hot 100 την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε. Όμως την επόμενη χρονιά η μπάντα το κυκλοφόρησε ξανά αλλά με τον Chris Thompson στα φωνητικά πια και σκαρφάλωσε στο νούμερο 40 της ίδιας λίστας.