Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Suede - Filmstar


Το όνειρο για δόξα και αναγνώριση έχει στοιχειώσει πολλούς πιτσιρικάδες, φαν της rock'n'roll, αλλά και μετέχοντες στα γρανάζια της. Όμως το τίμημα της δόξας είναι αρκετά μεγάλο και θολό, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί από κάποια φιλόδοξη μεν, αγνή και αθώα καλλιτεχνική ψυχή. Η ορμή και η ταχύτητά της μουσικής αυτής είναι ένας τυφώνας για έναν κοινό ανθρώπινο ψυχισμό, που φαντάζει σαν παράπηγμα από καλάμια μπροστά του. Με αυτό το σκεπτικό ο κίνδυνος της αποτυχίας φαντάζει απειροελάχιστος μπροστά σε αυτόν της επιτυχίας, που το "τσουνάμι" της έχει πάρει πολλές ψυχές και το τεράστιο ταλέντο δεν στάθηκε εμπόδιο για την καταστροφή. 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής διαχείρισης της δόξας είναι και οι Suede. Μετά την ξαφνική επιτυχία των δυο πρώτο τους άλμπουμ, η πίεση της φήμης έκανε τα μέλη να είναι κάπως δύστροπα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την φυγή-εκδίωξη του κιθαρίστα τους  Bernard Butler. Αλλά την θέση του ήρθε να αναλάβει ένας 17-χρονος οπαδός της μπάντας, ο  Richard Oakes. Η κινηματογραφική του είσοδος στην μπάντα, προήλθε από την πίστη στον εαυτό του και την αγάπη τους γι'αυτή. Έστειλε μια κασέτα ντέμο στο fun club τους, που απλά έγραφε  "Take me or leave me." Τελικά όταν έπεσε στα χέρια του  Simon Gilbert και του τραγουδιστή  Brett Anderson, απλά πίστεψαν πως είναι ένα πρώιμο ντέμο των Suede. Πολύ γρήγορα κλήθηκε να μπει στην μπάντα και μάλιστα ανέλαβε και το ρόλο του δημιουργού. 
Η απλότητα που εισήγαγε στις συνθέσεις τους, μεταξύ των άλλων φαίνεται και στο τραγούδι Filmstar, από το τρίτο τους άλμπουμ Coming Up του 1993. Η μουσική ανήκει στο νεαρό κιθαρίστα, αλλά οι στίχοι είναι του frontman. Το λυρικό μέρος περιγράφει την κατάσταση ενός σταρ, ένα θέμα που σχεδόν όλες οι μπάντες, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το είδωλο που δημιουργείται για τους οπαδούς, κατακτά και τον ίδιο τον σταρ, κάνοντας τον να πιστεύει πως και ίδιος είναι η εικόνα που παρουσιάζει ή φαντάζεται το κοινό γι αυτόν. Ο τρόπος της δημιουργίας των τραγουδιών για την μπάντα άλλαξε και από την μουσική που έστελνε απλά ο προηγούμενος κιθαρίστας, με τον  Anderson να συμπληρώνει το λυρικό μέρος, έγινε συνδημιουργία. Προφανώς αυτή ήταν η τελευταία λάμψη στην αίσθηση πραγματικότητας, που είχε ο τραγουδιστής, καθώς η ηρωίνη το βύθιζε ακόμα πιο πολύ στην φαντασίωση μιας εικόνας. 
 Jacek Maniakowski