Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Anvil! The Story of Anvil

Η ζωή δεν είναι πάντοτε δίκαιη, ή καλύτερα φαίνεται πάντα άδικη. Αλλά αυτό είναι πάντα από προσωπική ή γενικά υποκειμενική οπτική. Με μια πιο ολιστική σκέψη, όλα είναι μια ισορροπία  και μέσα από το δίπολο του δίκαιου-άδικου δημιουργείται μια συνεχής κινητικότητα, που σταθερά οδηγεί στην εξέλιξη. Αλλά, με μια πιο ηθική ματιά, ίσως τα πράγματα δεν φαντάζουν τόσο ισορροπημένα και ο ρομαντισμός είναι το μοναδικό σημείο στήριξης του αδικημένου, μέσα σε έναν τελείως κυνικό πολιτισμό. Και ο ρομαντισμός είναι αυτός που λείπει από τον επιτυχημένο, τον αναγνωρισμένο και γενικά αυτόν που η ζωή του έχει χαμογελάσει. Έτσι προσπαθεί να μεταλλάξει αυτή την ιδέα σε κάτι γλυκανάλατο, αργοκίνητο και χωρίς πολλές αλλαγές, σαν μια μύγα κολλημένη στο μέλι. Αλλά ο ρομαντισμός, επειδή βρίσκεται πάντα στα άκρα και σε δύσκολες συνθήκες, έχει μια καρδιά που χτυπάει σαν αυτήν του ερωτευμένου και φτιαγμένη από μέταλλο, σκληρό μέταλλο, για να μπορεί να αποκρούσει κάθε χτύπημα της ζωής. Κάτι σαν ένα αμόνι, που είναι φτιαγμένο για να σμιλεύονται πάνω του ακόμα πιο όμορφα πράγματα, αλλά πάντα μακριά από την δόξα και την αναγνώριση.
Και αυτός ο πρόλογος δεν θα μπορούσε να ταιριάζει καλύτερα, παρά μόνο στους Καναδούς Anvil, στις νότες των οποίων σμιλεύτηκαν γενιές μεταλλάδων. Και η αφορμή για ένα άρθρο γι αυτούς υπήρξε το rockumentary Anvil! The Story of Anvil, που πραγματικά θα μπορούσε να αφορά πολλές heavy metal μπάντες, αλλά το συγκρότημα από την παγωμένη μεριά της Βόρειας Αμερικής ήταν πραγματικά πρωτοπόρο. Η ζωή είναι γεμάτη από τραγική ειρωνεία και μια τέτοια διάθεση ξεκινάει και αυτό το ντοκιμαντέρ. Από μια εικόνα ενός γεμάτου σταδίου και ανάμεσα στα τέρατα του χώρου της σκληρής μουσική να παίζουν και οι Καναδοί  Anvil. Η ειρωνεία ξεκινάει με την αναφορά για τις πωλήσεις δίσκων των υπόλοιπων συγκροτημάτων σε σχέση με τις ανύπαρκτες σχεδόν των Καναδών. Συνεχίζει με ύμνους των πιο επιτυχημένων μουσικών του χώρου προς αυτούς και με την εικόνα μιας παγωμένης πόλης και έναν τύπο με ένα τελείως γελοίο σκούφο να κάνει έναν ακατανόητο μονόλογο. Η εικόνα του κιθαρίστα και τραγουδιστή της μπάντας Steve "Lips" Kudlow, να παίζει σε ένα γεμάτο στάδιο το 1984, αλλάζει με αυτή ενός υπαλλήλου της Children's Choice Catering, πνιγμένου σε ανούσια καθημερινότητα. Και πρόκειται για το ίδιο και αυτό πρόσωπο.

Η εμφάνιση του δεύτερου μέλους του κεντρικού άξονα των Anvil, του Robb (two bs please) Reiner, ντράμερ της μπάντας και έτερο ιδρυτικό μέλος της, να εργάζεται στον τομέα των κατασκευών προσθέτει ακόμα περισσότερη ειρωνεία στην ιστορία τους. Αλλά μια δήλωσή του, ότι η αναμονή της επιτυχίας και επιμονή να κρατήσουν το συγκρότημα ζωντανό, απομακρύνει τον μουσικό από τον κόσμο της τρέλας, δημιουργεί αρκετά ερωτήματα για την συνέχεια του ντοκιμαντέρ. Το παράλογο σύμμαχος της λογικής; Για τους Anvil όλα είναι και ήταν δυνατά. Η καταστροφή συνοδεύεται από την  δημιουργία, όπως σε ένα σενάριο αμερικάνικης ταινίας με έφηβους και για τους έφηβους. Οι εικόνες ενός φαινομενικά δοξασμένου παρελθόντος τους, εναλλάσσονται με αυτές της χρονικής στιγμής που γυριζόταν η ταινία, στα 50στα γενέθλια του τραγουδιστή Lips.
Η εμφάνιση  μιας ατζέντη, της Tiziana Arrigoni, ένας Θεός ξέρει από ποιο κομμάτι της Ευρώπης, αλλά fan της μπάντας, είναι το στοιχείο που πρόσθεσε πλοκή στο ντοκιμαντέρ. Η διάρκειας 5 εβδομάδων περιοδεία, που οργάνωσε η εν λόγω μάνατζερ, αν και ξεκίνησε με τα καλύτερα σημάδια, συνοδεύτηκε με κωμικοτραγικές καταστάσεις που έχει βιώσει σχεδόν κάθε μπάντα της σκληρής μουσικής. Η εφηβική αγνότητα και τιμιότητα των μελών της, αλλά και από τα πιο τραγικά μανατζαρίσματα στην ιστορία της μουσικής, προκαλούν από γέλιο ως λύπηση, αλλά στο τέλος μια γεύση λύπης. Αλλά πάνω απ’ όλα έναν βαθύ προβληματισμό για την συμμετοχή των πανταχού παρόντων στην μουσική βιομηχανία άμουσων ανθρώπων. Οι κουβέντες των αιώνια εφήβων μουσικών είναι ξεκάθαρες και εύστοχες, χωρίς καμιά υποκρισία, αποτυπώνουν μια μουσική πραγματικότητα, που μόνο οι ρομαντικοί μπορούν να αντέξουν. Και κάθε φύσης απατεώνες να εκμεταλλευτούν…. 


Ένα ντοκιμαντέρ που πρέπει να δει ο κάθε επίδοξος πιτσιρικάς ρόκερ, αλλά και αυτός που έχει ξεχάσει τα μεταλλικά του εφηβικά χρόνια και όνειρα. Ο κάθε μουσικόφιλος, που αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά στην καθημερινότητά του. Αλλά στην πραγματικότητα το ντοκιμαντέρ του Sacha Gervasi, αποκαλύπτει τις πραγματικές αξίες της rocknroll. Την φιλία πάνω απ’ όλα και την πίστη σε αυτό που κάνουν, χωρίς στολίσματα και μάσκες. Το συνεχές αυτής της μουσικής και ότι η βάση της είναι οι οπαδοί της και όχι οι κάθε είδους promoters. Το γεγονός ότι η λήθη είναι μια προσωρινή κατάσταση για κάθε τι αξιόλογο. Αλλά πάνω απ’ όλα ότι η ανθρωπιά, με τα στραβά της, είναι η ψυχή αυτής της μουσικής. Οι Anvil, για μας τους οπαδούς τους, είναι οι πραγματικοί rock stars, που πιθανόν να μην γοητεύουν κάποιο πλήθος όμορφων υπάρξεων, αλλά είναι το απόλυτο θεμέλιο αυτής της μουσικής….. 
Το φιλμ προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Sundance Film Festival, στις 18 Ιανουαρίου του 2008 και έναν χρόνο αργότερα βγήκε στις αίθουσες των Η.Π.Α.. Η ιστορία όμως, που διαπραγματεύεται συνεχίζεται, με το συγκρότημα να ξαναβγαίνει στο προσκήνιο, στελεχωμένο από καλύτερους συνεργάτες πλέον. Και σίγουρα κάπου ξαναγράφεται, με άλλους πρωταγωνιστές και άλλα ονόματα, αλλά με ίδιο επίκεντρο…. Την αγάπη για την μουσική. 
Jacek Maniakowski